silouanos agioreitis 2

      Για πολύ καιρό ο Γέροντας Σιλουανός ήταν οικονόμος, υπεύθυνος στα εργαστήρια του μοναστηριού. Σ' αυτά εργάζονταν κυρίως νεαροί Ρώσοι χωρικοί, που συνήθιζαν να έρχονται στο Όρος για ένα ή δύο χρόνια για να κερδίσουν εργαζόμενοι λίγα χρήματα. Κυριολεκτικά, δεκάρα, δεκάρα τα μάζευαν για να γυρίσουν στα χωριά τους με λίγα χρήματα μήπως και μπορέσουν να βοηθήσουν την οικογένεια τους, να κτίσουν κάποια καλύβα ή ν' αγοράσουν σιτηρά για να αρχίσουν κάποια καλλιέργεια.

Μια μέρα, οι μοναχοί, που ήταν υπεύθυνοι σε άλλα εργαστήρια στο μοναστήρι, ρώτησαν: «Πάτερ Σιλουανέ, πως συμβαίνει οι άνθρωποι που εργάζονται στα δικά σου εργαστήρια να δουλεύουν τόσο καλά αφού ποτέ δεν τους επιβλέπεις, ενώ εμείς ξοδεύουμε τον καιρό μας να τους παρακολουθούμε και παρόλα αυτά εκείνοι διαρκώς προσπαθούν να μας εξαπατήσουν;»

     Ο Γέροντας Σιλουανός απάντησε:

     «Δεν ξέρω. Μπορώ όμως να σας πω τι κάνω σχετικά μ' αυτό. Έρχομαι το πρωί στο εργαστήρι, αφού προηγουμένως έχω προσευχηθεί για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Έρχομαι με την καρδιά μου γεμάτη στοργή και αγάπη γι' αυτούς, και όταν μπαίνω στο εργαστήρι, η ψυχή μου κλαίει από αγάπη για όλους αυτούς τους ανθρώπους.

Κατόπιν δίνω τις δουλειές που θα κάνει ο καθένας όλη τη μέρα και όσο αυτοί εργάζονται εγώ προσεύχομαι γι' αυτούς. Μπαίνω στο κελί μου και αρχίζω να προσεύχομαι για τον καθένα ατομικά. Στέκομαι μπροστά στο Θεό και λέω: «Ω, Κύριε, θυμήσου το Νικόλαο. Είναι νέος, μόλις είκοσι χρόνων. Άφησε στο χωριό του, τη γυναίκα του, πιο νέα απ' αυτόν και το πρώτο τους παιδί. Ξέρεις τη δυστυχία που υπάρχει εκεί για ν' αναγκαστεί να τους αφήσει και να έρθει εδώ. Δεν θα μπορούσαν να ζήσουν με τη δουλειά του στην πατρίδα. Προστάτεψε τους τώρα που αυτός απουσιάζει. Γίνου η ασπίδα τους εναντίον κάθε κακού. Δώσε στον ίδιο θάρρος να αγωνιστεί στη διάρκεια αυτού του χρόνου εδώ και να γυρίσει πίσω, να τους συναντήσει με χαρά και με πολύ θάρρος ν' αντιμετωπίσει τις δυσκολίες».

      Ο Γέροντας Σιλουανός συνέχισε:

     «Στην αρχή προσευχόμουνα με δάκρυα συμπάθειας για το Νικόλαο, τη νεαρή σύζυγο του και το μικρό παιδί τους. Άλλα καθώς συνέχιζα να προσεύχομαι η αίσθηση της θείας Παρουσίας άρχιζε να αυξάνεται μέσα μου και σε κάποια στιγμή αυξήθηκε τόσο ώστε έχασα την αίσθηση του Νικολάου, της συζύγου του, του παιδιού τους, έπαψα να μιλώ για τις ανάγκες του και των συγχωριανών του και αισθανόμουνα μόνο το Θεό.  Βυθιζόμουνα στην αίσθηση της θείας Παρουσίας όλο και περισσότερο μέχρις ότου, ξαφνικά, μέσα στο κέντρο αυτής της Παρουσίας, συνάντησα τη θεία αγάπη να κρατάει το Νικόλαο, τη γυναίκα του και το παιδί τους. Τώρα πια προσευχόμουνα με την αγάπη του Θεού για όλους αυτούς, αλλά και πάλι μπήκα πιο βαθιά σ' αυτή την παρουσία και πάλι βρήκα τη θεία αγάπη».

     «Έτσι περνώ τις μέρες μου», συνέχισε ο Γέροντας, «προσευχόμενος για τον καθένα από αυτούς τους ανθρώπους με τη σειρά για τον ένα μετά τον άλλον. Όταν τελειώσει η μέρα πηγαίνω να τους συναντήσω, τους λέω λίγα λόγια, προσευχόμαστε μαζί και, αυτοί μεν, πάνε να ξεκουραστούν, εγώ δε γυρίζω στο κελί μου να ολοκληρώσω τον κανόνα μου».

απόσπασμα από το βιβλίο:

ΜΑΘΕ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ - ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ANTHONY BLOOM (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΑΦΟΣ σελ.121-122)