Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

 

     Η Εκκλησία δεν αποτελείται από επί μέρους άτομα που ζουν τη δική τους «θρησκευτική» ζωή, ανεξάρτητα από την κοινωνία των αδελφών. Ο λαός του Θεού συγκροτεί το σώμα μαζί με τον Χριστό που είναι η κεφαλή. Για να είναι λοιπόν μια θρησκευτική συνάθροιση Εκκλησία πρέπει να έχει αυτό το ουσιαστικό γνώρισμα της ενότητας «μετά του Κυρίου και μετά των αδελφών».
Ο εκκλησιαστικός χαρακτήρας μιας συνάθροισης δεν εξαρτάται από τον αριθμό εκείνων που είναι συναθροισμένοι. Εξαρτάται κυρίως από την παρουσία του Χριστού. Η παρουσία αυτή εξασφαλίζεται ακόμη και αν στη συνάθροιση παίρνουν μέρος δύο ή τρείς. Όμως πρέπει να είναι συναθροισμένοι στο όνομα του Χριστού (Ματθ. ιη' 20).

      Αλλά πότε μια συνάθροιση γίνεται στο όνομα του Χριστού; Όταν πραγματοποιείται στο Πνεύμα του Χριστού και αποτελεί συνέχεια του έργου του Χριστού, γιατί Αυτός είναι η συναγωγή «εις εν» των «διεσκορπισμένων τέκνων του Θεού» (Ιω. ια' 52). Αυτός που δεν συνάγει «μετά του Χριστού», σκορπίζει (Ματθ. ιβ' 30. Λουκ. ια' 23).
Μια θρησκευτική συνάθροιση μπορεί να ονομασθεί Εκκλησία του Χριστού μόνο αν έχει σαν αποτέλεσμα την ενότητα και όχι τη διάσπαση του λαού του Θεού. Ο απόστολος Παύλος σπεύδει να γράψει στους Κορινθίους γεμάτος φροντίδες για τη σωτηρία τους: «Πρώτον ακούω ότι όταν συγκεντρώνεσθε ως Εκκλησία («συνερχομένων υμών ως Εκκλησία»), υπάρχουν μεταξύ σας διαιρέσεις» (Α' Κορ. ια' 18).

Είναι χαρακτηριστικό πως ο απόστολος Παύλος δεν καταδικάζει μόνο εκείνους που είχαν εκλέξει για θρησκευτικό αρχηγό τον ίδιο τον Παύλο ή τον Απολλώ ή τον Κηφά, αλλά και εκείνους που υποστήριζαν πως είναι οπαδοί του Χριστού, χωρίς να έχουν αγάπη και ενότητα με τους αδελφούς (Α' Κορ. α' 12). Η θέση του αποστόλου προς αυτούς είναι σαφής: «Μεμέρισται ο Χριστός;» (Α' Κορ. α' 13). Δεν μπορεί κανείς να είναι του Χριστού αν δεν είναι ταυτόχρονα και με τους αδελφούς του Χριστού. Το μεγαλύτερο έγκλημα μέσα στην Εκκλησία είναι η διαίρεση, το σχίσμα. Όταν μιλούμε για μία χριστιανική Εκκλησία, λόγου χάρη για την Εκκλησία της Κορίνθου, δεν εννοούμε ανθρώπινη οργάνωση. Η χριστιανική κοινότητα συγκροτείται με τη μυστική συμμετοχή του ανθρώπου στο αναστημένο και θεωμένο σώμα του Χριστού, που είναι η κεφαλή ολόκληρου του σώματος της Εκκλησίας. Πρόκειται για κοινότητα που καθιέρωσε ο Ίδιος ο Θεός και συγκροτείται μυστηριακά με το άγιο βάπτισμα και τη θεία ευχαριστία (Α' Κορ. ιβ' 12-14, ι' 16. Εφεσ. δ' 4-6).

Η σύναξη λοιπόν της Εκκλησίας δεν είναι απλώς σύναξη ανθρώπων χριστιανών, αλλά η σύναξη στην οποία εκφράζεται η πραγματικότητα του ενός σώματος του Χριστού και πραγματώνεται η ενότητα του σώματος με την Κεφαλή. Ακόμη και αν η σύναξη αυτή περιλαμβάνει μόνο δύο ή τρεις, είναι σύναξη της Καθολικής Εκκλησίας, αφού εκεί βρίσκεται ο Χριστός, η Κεφαλή του όλου σώματος.

      Η πρώτη χριστιανική Εκκλησία

      Την πρώτη χριστιανική Εκκλησία τη συνέστησε ο ίδιος ο Χριστός με την εκλογή των «δώδεκα», τους οποίους ονόμασε αποστόλους (Λουκ. στ' 13). Σε αυτούς έδωσε «δύναμη και εξουσία» και τους απέστειλε να κηρύξουν τη βασιλεία του Θεού σε όλα τα έθνη και να κάνουν τους ανθρώπους «μαθητές» («μαθητεύσατε!»), βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (Λουκ. θ' 1-2, κη' 19. Μάρκ. στ' 7). Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του Ησαΐα για την αποστολή των «σεσωσμένων» εις «πάντα τα έθνη», με σκοπό την επισυναγωγή των στην «αγίαν πόλιν» (Ης. ξστ' 18-20, πρβλ. και Μάρκ. ιστ' 15).

ΟΙ απόστολοι εκλήθησαν να είναι «μάρτυρες» του γεγονότος της σωτηρίας που συντελέσθηκε με τον σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Όμως η έναρξη του έργου των θα άρχιζε μετά την πεντηκοστή, γιατί πριν από την πεντηκοστή οι μαθητές δεν είχαν ενδυθεί την «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. κδ' 48-49). Το κήρυγμά τους δεν επρόκειτο να στηρίζεται στην πειθώ της ανθρώπινης σοφίας, «άλλ' εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α' Κορ. θ' 4), γι' αυτό έπρεπε να περιμένουν: «Θα λάβετε δύναμιν, όταν έλθη το Άγιον Πνεύμα επάνω σας και θα είσθε μάρτυρές μου εις την Ιερουσαλήμ και εις όλόκληρον την Ιουδαίαν και Σαμάρειαν και μέχρι των εσχάτων της γης»(Πράξ.α'8).
Το έργο που ανέθεσε ο Χριστός στους αποστόλους άρχισε την ίδια την ημέρα της πεντηκοστής, με αποτέλεσμα να «προστεθούν» στην Εκκλησία «περίπου τρεις χιλιάδες ψυχές» (Πράξ. θ' 41) και να σχηματισθεί η πρώτη κοινότητα στην Ιερουσαλήμ.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της πρώτης Εκκλησίας ήταν η ενότητα γύρω από τους αποστόλους: «Παρέμεναν δε προσηλωμένοι με πιστότητα στη διδασκαλία των αποστόλων και στην κοινωνία και στην κλάσι του άρτου και στις προσευχές» (Πράξ. β' 42) αυτή η κοινωνία των πρώτων χριστιανών έφθασε και μέχρι την κοινοκτημοσύνη (Πράξ. θ' 43-47).


      Κοινότητα ορατή

     Η πρώτη Εκκλησία ήταν και ορατήπραγματικότητα, όχι μόνο αόρατη, επειδή η Κεφαλή, ο Χριστός, ήταν αόρατος. Ήταν συγκεκριμένη κοινότητα και κοινωνία, που περιελάμβανε και την άσκηση των αγίων αρετών του Χριστού (Α' Κορ. ια' 1). Στο κέντρο του ενδιαφέροντος της ήταν η σύναξη της Κυριακής με κέντρο την «κλάσιν του άρτου» (Πράξ. κ' 7). Όποιος άνηκε σ' αυτή τη συγκεκριμένη κοινότητα και ελάμβανε μέρος στη χριστιανική σύναξη, ονομαζόταν και ήταν χριστιανός, όποιος δεν άνηκε σ' αυτή την σύναξη, δεν ήταν χριστιανός.

Το ότι η πρώτη Εκκλησία ήταν ορατή πραγματικότητα αποδεικνύεται και από την όλη δομή της.Εκτός από τους αποστόλους, υπήρχαν σ' αυτήν και άλλα πρόσωπα, στα οποία είχαν ανατεθεί συγκεκριμένες λειτουργίες. Υπήρχαν πρεσβύτεροι και διάκονοι ή, όπως αναφέρεται σε άλλα σημεία της αγίας Γραφής, επίσκοποι και διάκονοι (Φιλιπ. α' 1. Α' Τιμ. ε' 17. Πράξ. κ' 28 κ.ο.κ.). Είχε δηλαδή συγκεκριμένη Ιεραρχία, που όμως δεν τοποθετήθηκε από ανθρώπους, αλλά από το Πνεύμα το Άγιο (Πράξ. κ'28).

Όταν εδημιουργούνταν κάποια σοβαρά προθήματα που αναφέρονταν στην πίστη, συνερχόταν σύνοδος των αποστόλων που ελάμβανε συγκεκριμένες αποφάσεις, που γίνονταν σεβαστές από όλες τις χριστιανικές κοινότητες, σαν αποφάσεις της Εκκλησίας, με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Η αποστολική σύνοδος ήταν το στόμα της Εκκλησίας, η οποία Εκκλησία είναι «ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας» (Πράξ. ιε' 22-29. Α' Τιμ.γ' 15).
Η Εκκλησία για την οποία κάνει λόγο η αγία Γραφή, η πρωτοχριστιανική Εκκλησία, ήταν τόσο ορατή και συγκεκριμένη, ώστε στα μέλη της συμπεριλαμβάνονταν και ασθενικά, ακόμη και «νεκρά» μέλη, τα οποία εκαλούνταν σε μετάνοια, για να μην αποβληθούν (Ματθ. ιγ' 30, 47. Ιούδα 12, 23. Α'Κορ. ε' 1, 11).

      Η αδιάκοπη συνέχεια της Εκκλησίας

     Η αποστολική Εκκλησία δεν αποτελεί απλό επεισόδιο στην εποχή των αποστόλων, αλλά αδιάσπαστο γεγονός δια μέσου των αιώνων, μέχρι την παρουσία τού Κυρίου. Ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, μένει στην Εκκλησία «αιωνίως» (Ιω. ιδ' 16) και οδηγεί στην αλήθεια, δηλαδή στον Χριστό που είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, πάντοτε «μεθ' ημών» «μέχρι της συντέλειας του αιώνος» (Ματθ. κη' 20).

Αυτό σημαίνει πως η Εκκλησία, την οποία ίδρυσε ο Χριστός, παρουσιάζει ταυτότητα διδασκαλίας, ταυτότητα ζωής και οργάνωσης δια μέσου των αιώνων και μένει ακατάλυτη και μοναδική (Ματθ. ιστ' 18). Η αποστολική λοιπόν Εκκλησία έχει συνέχεια και διακρίνεται με γνωρίσματα ορατά, που προσδιορίζουν την ταυτότητά της και την ξεχωρίζουν από τις αυτοαποκαλούμενες εκκλησίες ή αιρέσεις.

Αυτή η αδιάσπαστη συνέχεια της Εκκλησίας στην πίστη, στην οργάνωση και στη ζωή ήταν σταθερό θέλημα του Χριστού και των αποστόλων. Έτσι ο Χριστός εξέλεξε τους αποστόλους για να είναι «μάρτυρες» τού Χριστού «μέχρι περάτων της γης» (Πράξ. α' 8). Η παρουσία τού Χριστού και τού Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία είναι διαρκής, «μέχρι της συντέλειας του αιώνος» (Ματθ. κη' 20. Ίω. ιδ' 16). Γι' αυτό και η Εκκλησία είναι ακατάλυτη, «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ' 18) είναι «εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15).Η Εκκλησία λοιπόν δεν μπορεί να γνωρίζει χάσματα και διακοπές, ούτε στην πίστη, ούτε στην οργάνωση, ούτε και στη ζωή. Το αληθινό γνώρισμα της Εκκλησίας είναι η συνέχιση της αποστολικότητας και στα τρία αυτά σημεία.


     Η αποστολική διαδοχή

     Το λειτούργημα του αποστόλου δεν αναφέρεται απλώς στην αποστολική εποχή έπρεπε να συνεχισθεί. Μετά την ανάληψη του Χριστού, οι απόστολοι εξεπλήρωσαν την προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης για την «επισκοπή» του Ιούδα (Ψαλμ. ρη' 8) και εξέλεξαν στη θέση του τον Ματθία (Πράξ. α' 26).

Υπάρχει λοιπόν στην αγία Γραφή ο επίσκοπος, υπάρχει όμως και η «επισκοπή». Τη διακονία της «επισκοπής» ελάμβαναν πιστοί που εκλέγονταν από τους αποστόλους και εγκαθίσταντο σε διάφορες περιοχές και πόλεις, όπως ο Τίτος στην Κρήτη. Αποστολή τους ήταν να καταστήσουν «σε κάθε πόλη πρεσβυτέρους», όχι με τον τρόπο που ο καθένας θα ήθελε, αλλά σύμφωνα με τις υποδείξεις των αποστόλων (Τίτ. α' 5). Ο απόστολος Παύλος δεν παραλείπει μάλιστα να καθορίσει και τα προσόντα των πρεσβυτέρων, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει και τον τρόπο εγκατάστασης των, δηλαδή τη χειροτονία (Α' Τιμ. δ' 14). Μάλιστα καθιστά τον Τιμόθεο προσεκτικό, ώστε «να μην επιθέτει τας χείρας» σε κανένα εσπευσμένα, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει αν είναι κατάλληλος γι αυτό το αξίωμα (Α' Τιμ. ε' 22).

Οι ποιμένες λοιπόν της Εκκλησίας με τη χειροτονία τους βρίσκονται σε αδιάσπαστη αποστολική διαδοχή και εγγυώνται για την αποστολική διδαχή της Εκκλησίας.


    Η πλήρης αποκάλυψη της Εκκλησίας

     Η επίσημη εγκαινίαση της Εκκλησίας έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής. Οι απόστολοι βαπτίσθηκαν με Άγιο Πνεύμα (Πράξ. α' 5, θ' 4) και αισθάνθηκαν τον σύνδεσμο της κοινωνίας και της αγάπης με τον Χριστό και με τους αδελφούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε άρχισαν πλέον χωρίς φόβο να κηρύττουν το ευαγγέλιο της σωτηρίας «εν Χριστώ», με αποτέλεσμα να προστεθούν στην Εκκλησία με το Ιερό βάπτισμα τρεις χιλιάδες ψυχές (Πράξ. β' 41).
Όμως η Εκκλησία δεν αποκαλύπτεται τώρα σε όλη της τη λαμπρότητα. Τούτο θα γίνει κατά την έλευση του «Νυμφίου της Εκκλησίας», κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού. Τότε ο λαός του Θεού, η Εκκλησία, θα επανεύρει την τελική της ενότητα μετά του Τριαδικού Θεού. Τότε δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη από Ναούς, «διότι ναός της είναι ο Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ και το Αρνίον» η Εκκλησία θα είναι τότε λουσμένη από τη δόξα του Θεού (Αποκ. κα' 9-27).
               

    Η Αληθινή Εκκλησία

     Η αληθινή Εκκλησία βρίσκεται εκεί που συνεχίζεται η αποστολική διακονία της ενσωμάτωσης στο σώμα του Χριστού, εκεί που μαρτυρείται η αποστολική διδαχή, η αποστολική διαδοχή και οργάνωση, η αποστολική ζωή. Η αποστολική Εκκλησία, δηλαδή η αληθινή Εκκλησία βρίσκεται εκεί που δεν υπάρχουν «χάσματα» και «κενά» στην αποστολική διδαχή, στην αποστολική διαδοχή και στην αποστολική ζωή (Ματθ. κη' 19-20).
Όπου υπάρχει ο επίσκοπος με αποστολική διαδοχή και κηρύττεται η αποστολική διδαχή, όπου εκείνος ή κάποιος από τους πρεσβυτέρους που εκείνος εγκαθιστά τελεί τη θεία ευχαριστία και όπου οι πιστοί κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα Του Χριστού και γίνονται «σύσσωμα και όμαιμα» μέλη του Χριστού, εκεί βρίσκεται η Αποστολική Εκκλησία.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφύλαξε ανόθευτη ολόκληρη την κληρονομία της Αποστολικής Εκκλησίας, και αποτελεί τη συνέχεια της, χωρίς να υπάρχουν χάσματα και κενά στην Ιστορία της, από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα.

Αυτός είναι ο λόγος που επισημαίνουμε τον κίνδυνο της αίρεσης, η οποία απομακρύνει τον πιστό από την Εκκλησία, που είναι η σωτηρία. Γι' αυτούς που απομακρύνονται από την Εκκλησία, ο απόστολος Ιωάννης λέγει: «Έφυγαν από μας, αλλά δεν ανήκαν σε εμάς, γιατί αν ανήκαν σ' εμάς θα είχαν μείνει μαζί μας, αλλά έφυγαν, για να φανερωθεί πως δεν είναι όλοι από τους δικούς μας» (Α' Ιω. β' 19).

Ο απόστολος Παύλος παρακινεί τους πιστούς να μένουν ενωμένοι με την Εκκλησία και με την διδαχή της Εκκλησίας και να αποφεύγουν τις συνάξεις των ανθρώπων που δεν έχουν κοινωνία με την Εκκλησία και δεν ακολουθούν τη διδαχή της. «Σάς παρακαλώ, αδελφοί, να προσέχετε εκείνους που δημιουργούν διχόνοιες και σκάνδαλα αντίθετα με εκείνα που έχετε διδαχθεί. Απομακρυνθείτε από αυτούς γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι δούλοι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά των δικών τους επιθυμιών και με τα γλυκά και ωραία τους λόγια εξαπατούν τις καρδιές των ανθρώπων» (Ρωμ. ιστ' 17-18, πρβλ. Β' Τιμ. δ' 3-4). Ο ίδιος απόστολος προειδοποιεί τους ποιμένες της Εκκλησίας στη δική του εποχή: «Προσέξετε λοιπόν τους εαυτούς σας και ολόκληρο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σάς τοποθέτησε επισκόπους για να ποιμένετε την Εκκλησία του Θεού, την οποία απέκτησε με το δικό Του αίμα. Γιατί γνωρίζω τούτο, ότι μετά την αναχώρησή μου θα εισχωρήσουν μεταξύ σας λύκοι άγριοι και δεν θα λυπηθούν το ποίμνιο-και από σάς τους ίδιους θα εγερθούν άνδρες που θα διαστρέψουν την αλήθεια για να παρασύρουν τους μαθητές, ώστε να τους ακολουθήσουν. Για τούτο να είστε άγρυπνοι» (Πράξ. κ' 20-21).

Η παραμονή λοιπόν στην Αποστολική Εκκλησία εγγυάται τη σωτηρία των πιστών, ενώ η ένταξη σε αιρετικές ομάδες είναι καταστροφική και γι αυτό το λόγο παρομοιάζεται με την αρπαγή των προβάτων από τους λύκους.

  Ο εκκλησιασμός των πιστών

     Το βασικότερο στοιχείο στις συνάξεις των χριστιανών, το οποίο μεταβάλλει μια απλή συνάθροιση σε Εκκλησία, είναι η τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας (Α' Κορ. ια' 23. Έθρ. ιγ' 10).
Ο άγιος Ιγνάτιος προτρέπει τους χριστιανούς της Εφέσου: «Σπουδάζετε ουν πυκνότερον συνέρχεσθαι εις Ευχαριστίαν Θεού και εις δόξαν. Όταν γαρ πυκνώς επί το αυτό γίνεσθε, καθαιρούνται αι δυνάμεις του σατανά, και λύεται ο όλεθρος αυτού εν τη ομόνοια της πίστεως». Η ενότητατων πιστών μέσα στην Εκκλησία εξουδετερώνει κάθε επιβουλή του Σατανά.

Το να χαλαρώσει κανείς το σύνδεσμο με την Εκκλησία, το να βρίσκεται «εκτός του θυσιαστηρίου», όπως το διατυπώνει ο άγιος Ιγνάτιος, είναι επικίνδυνο. Γι' αυτό υπογραμμίζει ο ίδιος άγιος: «Κανείς ας μη σάς πλανήσει. Εάν κάποιος δεν βρίσκεται εντός του θυσιαστηρίου, στερείται του Σώματος του Κυρίου. Διότι εάν η προσευχή ενός ή δύο ενώπιον του Θεού έχει τέτοια δύναμη, πόση περισσότερη δύναμη έχει η προσευχή του επισκόπου και ολόκληρης της Εκκλησίας; Όποιος δεν έρχεται στην κοινή σύναξη, εκείνος φέρεται εγωιστικά και έχει καταδικάσει τον εαυτό του, επειδή είναι γραμμένο ότι ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερήφανους (Παροιμ. γ' 34. Α' Πέτρ. ε' 5). Ας προσέξουμε λοιπόν να μη αντιτασσόμαστε στον επίσκοπο για να είμαστε υποταγμένοι στον Θεό».

Όποιος δεν μετέχει στη ζωή της Εκκλησίας, όποιος αποκόπτεται από τον επίσκοπο που εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας στη λειτουργική ζωή, αυτός τρέφεται με «ξένη τροφή», ακόμη κι αν του προσφέρεται η τροφή αυτή στο όνομα του Χριστού και στο πνεύμα δήθεν της αγίας Γραφής. Ο άγιος Ιγνάτιος γράφει σχετικά προς τους χριστιανούς των Τράλλεων της Λυδίας:

«Σάς παρακαλώ λοιπόν όχι εγώ, αλλά η αγάπη του Ιησού Χριστού να χρησιμοποιείτε μόνο τη χριστιανική τροφή και να αποφεύγετε την ξένη που είναι αίρεση. Είναι άνθρωποι που αναμιγνύουν τον Ιησού Χριστό με τις προσωπικές τους πλάνες και ζητούν να μας τις παρουσιάσουν αξιόπιστα σαν εκείνους που δίνουν θανάσιμο δηλητήριο ανακατεμένο με κρασί και μέλι• όποιος δεν το γνωρίζει το παίρνει με ευχαρίστηση και πίνει με αυτό το θάνατο. Προφυλαχθήτε λοιπόν από αυτούς τους ανθρώπους. Θα το κατορθώσετε μόνο αν δεν φουσκώνετε από εγωισμό, όταν μένετε αχώριστοι με τον Θεό, τον Ιησού Χριστό και με τον επίσκοπο και με τις εντολές των αποστόλων. Αυτός που είναι εντός του θυσιαστηρίου, αυτός είναι καθαρός. Εκείνος όμως που βρίσκεται έξω από το θυσιαστήριο, δηλαδή όποιος δρα ανεξάρτητα από τον επίσκοπο, από το πρεσβυτέριο και τους διακόνους, αυτός δεν είναι καθαρός στη συνείδηση».

Κλείνοντας υπογραμμίζουμε πως η Εκκλησία δεν είναι οργάνωση παροχής υπηρεσιών ή κάποιο σωματείο, αλλά ο νέος λαός του Θεού που συγκροτεί ένα Σώμα κάτω από την μία Κεφαλή, τον Χριστό.

Με αυτή την έννοια η Εκκλησία είναι αόρατη, αλλά και ορατή πραγματικότητα και μένει αδιάσπαστα ενωμένη με τον Χριστό, την Κεφαλή της. Αυτή η κοινωνία ανάμεσα στο Σώμα και στην Κεφαλή είναι το «κατ' εικόνα» της κοινωνίας, ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και, κατά ένα τρόπο, κατά χάρη προέκταση αυτής της Τριαδικής Θείας κοινωνίας. Είναι το προαιώνια «αποκεκρυμμένο μυστήριο», που αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Έτσι η ένταξη στο σώμα της Εκκλησίας αποτελεί για τον άνθρωπο επιστροφή του στο «κατά φύσιν ζείν», στη ζωή της ενότητας, της αρμονίας, της αγάπης, επιστροφή στη «μία ανθρώπινη φύση με μύρια πρόσωπα», στην κατάσταση δηλαδή από την οποία ο άνθρωπος εξέπεσε.

Αυτή η «επισυναγωγή» των διασκορπισμένων παιδιών του Θεού και η συγκρότηση του ενός Σώματος κάτω από μία Κεφαλή συντελέσθηκε «εν Χριστώ». Τα παιδιά του Θεού δεν καθαρίσθηκαν με το αίμα της θυσίας ζώων. αλλά με το αίμα του Χριστού, με το οποίο σφραγίσθηκε η νέα διαθήκη ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Ο καθένας με το «λουτρό του ύδατος», δια του βαπτιστικού λόγου («εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος») καθαρίζεται. Το Πνεύμα το Άγιο που από την πεντηκοστή μένει στην Εκκλησία «αναγεννά» τους πιστούς και τους ενσωματώνει στο Ένα Σώμα του Χριστού.

Ο Χριστός είναι ο «πρωτότοκος» μέσα στον εαυτό Του συμφιλίωσε τα πάντα με τον Θεό και ο καθένας που θα ενταχθεί στο Σώμα Του εμβολιάζεται και μετατρέπεται από αγριελιά σε ήμερη ελιά και καλείται να μείνει ριζωμένος και οικοδομημένος «εν Αυτώ». Αυτό το γεγονός αποτελεί πλέον «ζωή εκ νεκρών», ζωοποίηση του κάθε μέλους από το Σώμα του Χριστού που είναι η ζωή.

Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία δεν σώζει, αλλά είναι η σωτηρία,γιατί μέσα σ' αυτήν η σχέση του Χριστού με τον Θεό Πατέρα μεταφέρεται στο καθένα από τα μέλη του Σώματος («εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί»!). Ο πιστός γίνεται «κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι».

Εκκλησία λοιπόν είναι διπλή ενότητα και κοινωνία-ενότητα με τον Χριστό, που είναι η κεφαλή του ενός Σώματος, και ενότητα με τους αδελφούς που αποτελούν τα άλλα μέλη του ενός Σώματος. Η σύναξη της Εκκλησίας εκφράζει αυτή τη διπλή ενότητα. Γι' αυτό και ο Χριστός είναι πάντοτε παρών εκεί που γίνεται σύναξη στο όνομα Του, ακόμη και από δύο ή τρεις πιστούς. Εννοείται πως αυτή η σύναξη πρέπει να γίνεται όχι μόνο στο όνομα του Χριστού, αλλά και στο Πνεύμα του Χριστού. Πρέπει ακόμη να αποτελεί συνέχεια του έργου του Χριστού. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις η χριστιανική σύναξη εκφράζει την πραγματικότητα της Εκκλησίας και μάλιστα στην καθολική της διάσταση, αφού εκεί βρίσκεται ο Χριστός.

     Η «επισυναγωγή» των διασκορπισμένων παιδιών τού Θεού «εις εν» άρχισε βέβαια με την κλήση των αποστόλων, αλλά ο επίσημος «εγκαινιασμός» της Εκκλησίας πραγματώθηκε την ημέρα της πεντηκοστής. Εδώ δεν πρόκειται απλώς για «αόρατη εκκλησία», για κοινωνία των αγίων η Εκκλησία της πεντηκοστής εκφράζεται και σαν ορατή πραγματικότητα, ιδιαίτερα στο λειτουργικό χώρο, κατά την τέλεση της θείας ευχαριστίας.

Εκτός από την τέλεση της θείας ευχαριστίας από την ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας που είναι ορατή πραγματικότητα, η Εκκλησία διαθέτει ορατές Ιεραρχικές δομέςπου έχουν τη θεμελίωσή τους στη βούληση του Χριστού και των αποστόλων, κάτω από την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος που είναι παρόν ενσωματώνει τους πιστούς στο Σώμα του Χριστού και οδηγεί στην αλήθεια. Στην αποστολική εποχή το «στόμα» της Εκκλησίας ήταν η αποστολική σύνοδος. Στην Εκκλησία δεν υπάρχουν μόνο άγια μέλη, αλλά και αμαρτωλοί, που καλούνται διαρκώς σε μετάνοια και συνειδητή «μετοχή» στη ζωή του σώματος. Αυτό είναι πρόσθετη απόδειξη για τον ορατό χαρακτήρα της Εκκλησίας.

Η πρόσκληση για σωτηρία δεν απευθύνεται μόνο στους ανθρώπους μιας εποχής, αλλά σε όλες τις γενεές των ανθρώπων. Γι' αυτό και η Εκκλησία συνεχίζει αδιάκοπα την ιερή της ύπαρξη και αποστολή. Η διδαχή της, η οργάνωση, η ζωή της Εκκλησίας είναι η Ιερά παρακαταθήκη που παραδίδεται δια μέσου των αιώνων σαν αποστολική διδαχή. Η γνησιότητα της κατοχυρώνεται με την αποστολική διαδοχή, με το λειτούργημα δηλαδή των αποστόλων, το οποίο συνεχίζεται δια μέσου των αιώνων σύμφωνα με τη βούληση του Θεού. Η Εκκλησία αποτελεί κατ' αυτόν τον τρόπο το μεγάλο μυστήριο που αποκαλύφθηκε «εν Χριστώ», όχι στην πληρότητα του, αλλά «κατά μέρος». Η αποκάλυψη της πλήρους λαμπρότητος της Εκκλησίας θα γίνει με την δευτέρα παρουσία του Κυρίου.

Στο ερώτημα λοιπόν, ποια είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, απαντούμε πως η αληθινή Εκκλησία βρίσκεται εκεί που συνεχίζεται η αποστολική διαδοχή και κηρύττεται η αποστολική διδαχή, εκεί που υπάρχουν οι αποστολικές ιεραρχικές δομές και πραγματοποιείται η «μετοχή» του ανθρώπου στη ζωή του Χριστού.  

Η ορθόδοξη Εκκλησία έχει όλα αυτά τα γνωρίσματα της αποστολικής Εκκλησίας και γι' αυτό οι πατέρες της Εκκλησίας μας επισημαίνουν στο κήρυγμά τους τον κίνδυνο των αιρέσεων. Το να ενταχθεί κανείς σε μία αίρεση σημαίνει απομάκρυνση του από την Εκκλησία, που είναι η σωτηρία.Οι προπαγανδιστές των αιρέσεων αποκαλούνται στην αγία Γραφή «λύκοι», επειδή δεν προσφέρουν την αγνή αποστολική «τροφή» ανακατεύουν στη διδαχή του Χριστού και δικές τους, προσωπικές πλάνες και οδηγούν τους ανθρώπους «εκτός του θυσιαστηρίου», σε ένα χώρο δηλαδή που δεν υπάρχει η εν Χριστώ σωτηρία (Εβρ. ιγ' 10).