ipatia

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΥΠΑΤΙΑΣ

ΒΑΡΥΝΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 

 

    Η δολοφονία της φιλοσόφου Υπατίας το 415 στην Αλεξάνδρειαν και η μνήμη της, αφού συνεκλόνισεν την εποχήν της, διατηρήθηκεν επί αιώνες, αλλά και ρίζωσε βαθύτατα στη μετέπειτα παράδοση και υμνήθηκε στην ποίηση1, όπως αποδεικνύει σε ειδική μελέτη του, ο R. Asmus2. Το τραγικόν αυτό συμβάν αποτέλεσε μάλιστα, στις αρχές τού περασμένου αιώνα και υπόθεση πολύκροτου μυθιστορήμα­τος3, που όμως συγκεκριμένα επιδίω­κε να ενοχοποιήσει τον άγιον Κύριλ­λον, Αρχιεπίσκοπον Αλεξανδρείας, γι' αυτήν τη δολοφονίαν και στρεφό­ταν γενικότερα κατά της ιστορικής αλήθειας γύρω άπ' το έγκλημα αυτό, που έγινε αληθινός θρύλος στο διάβα της Ιστορίας.

Αλλά και στις μέρες μας η δολοφονία εκείνη της παγκοίνως συμπαθέστατης αλεξανδρινής φιλοσόφου συνιστά ένα από τα πλέον προσφιλή επιχειρήματα των νεο-παγανιστών Ελλήνων, των αρχαιολατρών μας, οι οποίοι συχνά -πυκνά δεν παραλείπουν να φέρουν το θέμα αυτό επί τάπητος και να το κραδαίνουν μάλιστα απειλητικά τόσον στα έντυπά τους, όσον και σε τηλεοπτικές εμφανίσεις τους κατά του ίδιου του Χριστιανισμού και τού φανατισμού, που ο τελευταίος αυτός δήθεν εμπνέει κατ' ανάγκην και κατά της Εκκλησίας και των υποτιθεμέ­νων εγκλημάτων της. Οι ίδιοι όμως αυτοί δωδεκαθεϊστές ταυτόχρονα σιγούν, βουβαίνονται και αποσιωπούν τα σχετικά με τα 11.000.000 του­λάχιστον Χριστιανών, που η ειδωλο­λατρία θανάτωσεν κατά τους τρεις πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού, χωρίς οι ίδιοι να απολογούνται, να δίνουν λογαριασμόν και εξηγήσεις, για ένα τέτοιας κλίμακος ανήκουστον έγκλημα!

Θέλουν, δηλαδή, οι κύκλοι αυτοί των ελληνομανών με το επιχείρημα για την Υπατία να παρουσιάσουν ανάγλυφην και να καταστήσουν απτήν και συγκεκριμένην την εγκληματικότητα της Εκκλησίας και να αποδείξουν ότι αυτή βαρύνεται, τουλάχιστον ηθικά, γι' αυτόν το φόνον, αφού - λένε οι ίδιοι - η Εκκλησία ήταν που, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εφανάτιζεν τότε τα πλήθη και έτσι, κατά κάποιον τρόπον, τα παρώτρυνεν και παρακινούσεν στη διάπραξη τού αναφερθέ­ντος εγκλήματος.

Και εννοούν οι κύριοι αυτοί, αλλά και κατονομάζουν τον ίδιον τον άγιον Κύριλλον, Αρχιεπίσκοπον τότε Αλεξανδρείας, στον οποίον  προσάπτουν και αποδίδουν τουλάχιστον την ηθικήν ευθύνην και άρα οπωσδήποτε την ενοχήν για το όντως λυπηρόν αυτό γεγονός. Μάλιστα δε μερικοί άπ' αυτούς δεν διστάζουν να ενοχοποιήσουν τον Κύριλλο ως συνεργόν στη δολοφονίαν, ισχυριζό­μενοι ότι αυτός ήταν που συνέλαβεν, εσχεδίασεν, οργάνωσεν, αποφάσισεν, διέταξεν και με δικούς του άνδρες -εκτελεστές εξετέλεσεν το εν λόγω ανοσιούργημα, κινούμενος από φθόνο δια τη διασημότητα της Υπατίας, όσον και από τυφλόν ιδεολογικό φανατισμό γενικότερα μεν κατά των εκπροσώπων της ειδωλολατρίας, ειδικότερα δε κατά τού ατυχούς αυτού θύματος, που συνέβη και αποτελούσεν το θεωρητικό νουν και εγκέφαλον και μόνον ουχί την κολώνα τού παγανισμού, μέσω της φιλοσοφίας, την οποίαν επάξια η Υπατία εδίδασκεν εις Αλεξάνδρειαν.

Στις γραμμές, που ακολουθούν, θα ανιχνεύσουμε με βάση τις ιστορικές πηγές και την κριτικήν τους τα τότε διατρέξαντα και τις συνθήκες, υπό τις οποίες συνέβησαν αυτά, καθώς και την τυχόν ενοχήν, ή το όποιον ενδεχομένως μερίδιον ευθύνης του αγίου Κυρίλλου και, κατά συνέπειαν, της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, της οποίας αυτός ήταν τότε ο Αρχιεπίσκοπος, που αρμόδια την εκπροσωπούσε. Εννοούμε δε το τυχόν μερίδιον ευθύνης του, για όσα έκτροπα έλαβαν χώραν στην Αλεξάνδρειαν το 415, πιθανότατον έτος της δολοφονίας της αλεξανδρινής φιλοσό­φου.

Και κατά πρώτον μεν θα πρέπει να διευκρινήσουμεν ότι κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκεν, επομέ­νως ούτε και εμείς, είτε ότι δεν είναι δυνατόν, είτε ότι δεν συνέβη πράγματι πολλάκις μέχρι σήμερα στην Ιστορία, δυστυχώς, άτομα φέροντα την ταυτότητα του Χριστιανού να προσ­φύγουν και να περιπέσουν και σ' αυτό ακόμη το έγκλημα. Αλλά το ζήτημα δεν είναι αυτό. Το ερώτημα είναι άλλο: Δηλαδή, πότε συγκεκριμένα ένα έγκλημα διαπραττόμενον από μεμονωμένα άτομα, είναι δυνατό να βαρύνει το Χριστιανισμόν και την Εκκλησίαν; Ευθύνεται η Εκκλησία για τη διαγωγήν και τα τυχόν εγκλή­ματα τέτοιων μεμονωμένων ατόμων, επειδή συνέβη και άνηκαν αυτά στην Εκκλησίαν;

Eάν, βέβαια, η Εκκλησία εδίδασκε γενικότερα το φόνον ή και απλώς τον ενεθάρρυνεν και καθ' οιονδήποτε τρόπον παρώτρυνεν σ' αυτόν, ή, πολλώ μάλλον, εάν αυτή διοργάνωνεν ένα έγκλημα, ή και συναινούσεν σ' αυτό, ή το επαινούσεν, ή, ακόμη, σκόπιμα δεν το κατεδίκαζεν δια των αρμοδίων οργάνων της, τότε, φυσικά, θα εβαρύνετο αύτη γι' αυτό με ανάλογην, κατά περίπτωση, ευθύνην, έφ' όσον δηλαδή θα είχεν τέτοια βούληση για έγκλημα. Συνέβη όμως εν προκειμένω κάτι τέτοιο; Να τι θα ερευνήσουμε εξετάζοντας πρόσωπα, πράγματα, αλλά και την τότε γενικό­τερη κατάσταση στην Αλεξάνδρεια και στην Εκκλησίαν της, καθώς και τις ειδικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαπράχθηκεν ο περί ου ο λόγος φόνος, αρχίζοντας από το ζήτημα της αξιοπιστίας των ιστορικών πηγών, που μας πληροφορούν τα σχετικά με την εν λόγω δολοφονίαν.

Οι ιστορικές πηγές για τη δολοφονίαν της Υπατίας και η κριτική των:

Η μοναδική σύγχρονη με τα γεγονότα εκείνα Ιστορική πηγή είναι μία Εκκλησιαστι­κή Ιστορία, αυτή του Σωκράτους του Σχολαστικού (380 - 449), όπως ονομάζεται ο συγγραφέας της, ο οποίος, κατά τους ειδικούς4, την εκυκλοφόρησεν σε δύο εκδόσεις: η πρώτη ήταν έτοιμη λίγο μετά το έτος 439, ενώ η δεύτερη, αναθεωρημένη, πριν από το 450, πιθα­νόν δε και προ του 444.

Περιγράφοντας, λοιπόν, ο ιστορι­κός αυτός τα γεγονότα, που θα διηγηθούμε, παρατηρεί συμ­περασματικώς ότι η δολοφονία της Υπατίας «ου μικρόν μώμον Κυρίλλω και τη Αλεξανδρέων Εκκλησία ειργάσατο»5.

Τι όμως ο Ιστορικός αυτός θέλει να πει μ’ αυτήν τη διατύπωση και δεν το λέει; Ότι πράγματι ευθύνεται ο Κύριλλος; Ή, ότι αυτός εδυσφημίσθη μεν, αλλά αδίκως. Με ποιάν, λοιπόν, έννοιαν; Μήπως διατυπώθηκεν κανονικά και νομότυ­πα κατηγορία κατά του Κυρίλλου; Άραγε έγινε σχετική δίκη; Απεδεί­χθη ενδεχομένως τέτοια κατηγορία εναντίον του; Καταδικάστηκεν ο Κύριλλος; Τίποτε από όλα αυτά!

Πως, λοιπόν, θα πρέπει να εννοήσου­με τα λόγια του ιστορικού Σωκρά­τους, αλλά και ποιες oι αληθινές και ακριβείς διαστάσεις των λόγων του; Τι ακριβώς ισχυρίζεται αυτός; Απλά και μόνον ότι εκείνη η δολοφονία προκάλεσεν «ηθικό λεκέ» στην υπό­ληψη και φήμην του Κυρίλλου και της αλεξανδρινής Εκκλησίας.

Αλλ' ότι ο Κύριλλος είχε θανάσιμους εχθρούς, ότι η επίσημη Εκκλησία ήταν τότε στο στόχαστρον πολλών μερίδων και κύκλων της αλεξανδρινής κοινωνίας (αιρε­τικών, σχισματικών, ειδωλολατρών, ιουδαίων), που όλοι τους συχνότατα συνετάραζαν συνθέμελα την πόλη, όπως θα δούμε, και ότι τα ίδια αυτά περιβάλλοντα μπορούσαν να ψιθυρί­ζουν, διαδίδουν και προπαγανδίζουν εις βάρος του Κυρίλλου τα περί δήθεν συνενοχής του στο έγκλημα, πως θα μπορούσε κανείς να το εμποδίσει σε μιαν κοινωνίαν σαν της Αλεξανδρεί­ας; Ενορχηστρωμένη δυσφήμιση, οργανωμένη συκοφαντία και προπα­γάνδα από όλους αυτούς, πως θα μπορούσε να αναχαιτισθεί; Γιατί όμως μιλάμε για συκοφαντίαν; Απλούστατα διότι κανείς από τους ανωτέρω κύκλους δεν τόλμησε να διατυπώσει συγκεκριμένην κατηγορίαν κατά του Κυρίλλου, ούτε στην Αλεξάνδρειαν, άλλ' ούτε και στην Κωνσταντινούπολη, απευθυνόμενος, δηλαδή στον Αυτοκράτορα. Αλλά, μήπως δεν θα μπορούσαν, ή δεν θα έπρεπε να διατυπώσουν τέτοιαν κατηγορίαν ενώπιον του βυζαντινού Αυτοκράτορος όλες αυτές οι εχθρικές προς τον Κύριλλον, αλλά και οργα­νωμένες κοινωνικές δυνάμεις της Αλεξανδρείας; Γνωρίζομεν εκ των πηγών ότι τα περιβάλλοντα αυτά αποτολμούσαν χειρότερα πράγματα κατά του Κυρίλλου, άπ' ό,τι θα ήταν η διατύπωση μιας τέτοιας κατηγορίας για την δολοφονίαν μάλιστα ενός τόσον εγκρίτου και διασήμου προσώ­που, όπως η Υπατία, εάν σ' αυτόν τον φόνον ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπον αναμεμιγμένος ο Αρχιεπίσκοπος.

Το «ου μικρόν μώμον» του Ιστο­ρικού Σωκράτους κατά του Κυρίλλου ισοδυναμεί με αυτό, που θα λέγαμε «βαρειά ρετσινιά» εναντίον του. Γιατί, λοιπόν, οι εχθροί του Κυρίλλου περιορίστηκαν στη δυσφήμιση και δεν προκάλεσαν δίκην, αφού ήταν δυνατόν σ' αυτούς να το κάνουν, εάν έστω και επίστευαν ότι ο Κύριλλος ήταν ένοχος; Δεν ήταν η καλλίτερη ευκαιρία γι' αυτούς να απαλλαγούν άπ' αυτόν και ταυτόχρο­να να εκτελέσουν, έτσι, και το προς τη νεκρήν χρέος των, της οποίας το αχνιστόν αίμα ακόμη εβόα δια την αδικίαν, που της έγινε και ζητούσεν απόδοση δικαιοσύνης; Δεν ήταν χρέος των τουλάχιστον προς τη μνήμην της;

Αλλά και ο ιστορικός Σωκράτης, εάν προέκυπτεν ο,τιδήποτε εις βάρος του Κυρίλλου, ασφαλώς θα το κατέγραφεν, διότι, όπως θα δούμε, τον μισούσε θανάσιμα τον Κύριλλο για την δραστηριότητα του τελευταίου κατά της αίρεσης, στην οποίαν άνηκε ο Ιστορικός μας. Και εξηγούμεθα.

Ο Κύριλλος, οι αιρετικοί Ναυατιανοί και ο ιστορικός Σωκράτης:

Επί Κυρίλλου η ακμή της Εκκλησίας Αλεξανδρείας  είχε φθάσει στο απόγειόν της. Υπολείπονταν βέβαια στην πόλη λείψανα αιρέσεων και σχισμάτων, που την είχαν στο παρελθόν συνταρά­ξει (π.χ. οπαδοί του Μαρκίωνα, του Παύλου Σαμοσατέα, του Αρείου κ.λπ.)6 και oι οποίες αιρέσεις ανάγκα­ζαν τον Κύριλλον ν' αντεπεξέρχεται καθηκόντως στις ομιλίες του κατ’ αυτών, όμως δεν υφίσταντο πλέον αυτές ως οργανωμένον σώμα. Εξαί­ρεση αποτελούσεν, επί των ημερών του, η περίπτωση των σχισματικών Ναυατιανών7, οι οποίοι και πολυπλη­θείς ήρθαν στην Αλεξάνδρειαν, αλλά και οργανωμένοι και λίαν δραστήριοι. Είχαν δε αυτοί τότε και δικόν τους επίσκοπον, το Θεόπεμπτον, ζούσαν βίον αυστηρόν και ηθικόν και δεν συγχωρούσαν τα λεγόμενα θανάσιμα αμαρτήματα έστω και εάν οι αμαρτάνοντες μετανοούσαν, ειλικρινά. Αυτό μάλιστα το τελευταίον αποτελούσεν και το διακριτικόν τους σημείον και γνώρισμα και τη μόνη διαφοράν τους προς την επίσημην Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Ο κίνδυνος άπ' αυτούς ήταν ακριβώς το ότι με την αυστηρότητα των ηθών τους προκαλούσαν τον σεβασμόν, εντυπωσίαζαν και παρέσυ­ραν στο σχίσμα τους πολλούς αφελείς ορθοδόξους.

Σ' αυτούς τους αιρετικούς ανήκεν, όπως θα δείξουμε, και ο σύγχρονος του Κυρίλλου Ιστο­ρικός Σωκράτης8, ο οποίος μας διέσωσε, μεταξύ άλλων, και την πληροφορίαν ότι η πρώτη σχεδόν πράξη του Κυρίλλου σαν Αρχιεπι­σκόπου Αλεξανδρείας ήταν η επίθεση του κατά των εκεί Ναυατιανών9.

Δηλαδή, παρά το ότι στην Αλεξάνδρειαν υπήρχαν και άλλοι αιρετικοί, ο Κύριλλος εστράφη δυναμικά μόνον κατά των Ναυατιανών της πόλης αυτής, πράγμα που σημαίνει βέβαια ότι είχεν ειδικούς γι' αυτό λόγους.

Γνωρίζομεν, λοιπόν, ότι ο Ιστο­ρικός Σωκράτης ήταν όχι απλά προκατειλημμένος κατά του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, άλλ' ότι σαφώς υπήρξεν ιδεολογικός του αντίπαλος και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον μειώσει. Αλλά, ο Ιστορικός αυτός ήταν πράγματι μέλος και φανατικός οπαδός, ή, τουλάχιστον, συμπαθών και μονό­πλευρος υποστηρικτής και συνοδοιπό­ρος του σχίσματος - αίρεσης των Ναυατιανών; Εδώ έγκειται το όλον ζήτημα. Πρώτον, λοιπόν, επισημαί­νομε ότι γίνεται δεκτόν από την έρευναν, πως γενικότερα ο Σωκράτης στην συγγραφήν της Ιστορίας του, εκτός των άλλων πηγών του, εχρησιμοποίησεν και προφορικές μαρτυρίες και πληροφορίες κυρίως από τους κύκλους των Ναυατιανών11.

Λόγω δε αυτών των πληροφο­ριών του από κύκλους Ναυατιανούς, η Εκκλησιαστική Ιστο­ρία του θεωρείται η σπουδαιότερη Ιστορική πηγή για τη μελέτη της Εκκλησίας των Ναυατιανών κατ' αυτήν την εποχήν12.

Ωστόσο και παρά την άποψη  ακόμη και εγκύρων ερευνητών13 ότι ο Σωκράτης ήταν μεν συμπαθών, άλλ' όχι και μέλος της Εκκλησίας των Ναυατιανών, έχομεν και διατηρούμεν τη γνώμην και εμμένομεν μετά λόγου στον ισχυρι­σμό μας ότι όντως ο Σωκράτης υπήρξε Ναυατιανός. Κι' αυτό όχι βέβαια απλώς και μόνον επειδή ο συγγραφέας αυτός στην Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν του εγκωμιάζει τους Ναυατιανούς επισκόπους, αλλά προ παντός διότι ούτε μία φορά «δεν αφίσταται από τις Ναυατιανές θέσεις» περί βαρέως αμαρτανόντων, στις αντιπαραθέσεις των Ναυατιανών προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, τις οποίες αυτός καταγράφει στην Ιστορίαν του. Πάντοτε συντάσσεται απροκάλυπτα μ' αυτούς τους αιρετι­κούς14. Ο Σωκράτης, λοιπόν, δεν αποκρύπτει την αντίθεσή του στο επίμαχο θέμα της, κατόπιν μετανοί­ας, εισδοχής των βαρέως αμαρτανόντων στα μυστήρια της Εκκλησίας, όπως δηλαδή ανέκαθεν εκήρυσσεν η Εκκλησία, αλλά ξεκάθαρα υποστηρί­ζει τη διδασκαλίαν του Ναυάτου, κατά την οποίαν δεν πρέπει να αξιούνται των μυστηρίων οι βαρέως αμαρτάνοντες, έστω κι' αν ειλικρινά και έμπρακτα μετανοήσουν15. Εδίδασκαν δηλαδή ότι δεν υπάρχει δυνατό­τητα μετάνοιας και συγχώρησης.

Ορθώς, λοιπόν, ο ημέτερος  Απ. Καρπόζηλος16 υποστηρίζει ότι «ο Σωκράτης δεν υπήρξεν απλώς συμπαθών προς τους Ναυατιανούς, αλλά και οπαδός τους, διότι: α) σε καμίαν περίπτωση δεν απορρίπτει τη διδασκαλίαν του Ναυάτου· αντίθετα, την αποδέχεται και μάλιστα καταδικάζει τις απόψεις του Ιωάννου Χρυσοστόμου και του Ευδαίμονος, στο επίμαχο θέμα της παροχής συγχωρήσεως στους μετα­νοημένους βαρέως αμαρτάνοντας. β) Οι προφορικές του πηγές προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από εκκλησια­στικούς κύκλους Ναυατιανών. γ) Οι Ναυατιανοί επίσκοποι, που παρελαύνουν στις σελίδες της Ιστορίας του, βάσει των πηγών του, προβάλλονται ως παραδείγματα αγιότητος και σοφίας (Αγέλιος, Σισίννιος, Χρύσαν­θος, Ακέσιος, Παύλος, κ.λπ.), ενίοτε δε σε αντίθεση με ορθόδοξους Ιεράρχες, δ) Η μετριοπάθεια, που τον διακρίνει στα θεολογικά ζητήματα, δεν είναι άσχετη προς τις απόψεις των Ναυα­τιανών».

Είπομεν ανωτέρω ότι οι Ναυατιανοί ήσαν οι πρώτοι και μόνοι αιρετικοί, τους οποίους ο Κύριλ­λος κατεπολέμησε, διέλυσεν και αποδιοργάνωσεν και είναι ευνόητον, διατί ο Ιστορικός μας τον αντιπαθούσεν και βρήκεν ευκαιρία, να τον σπιλώσει μόνο με υπαινιγμούς για τη δολοφονίαν της Υπατίας. Ήταν, λοιπόν, πραγματική ευκαιρία γι' αυτόν, δεν μπορούσε να τη χάσει και δεν την έχασεν.  

Η Ειδωλολατρία στην Αλεξάνδρειαν και ο ιστορικός Σωκράτης:

 Αλλά δεν ήταν μόνον ο διωγμός, που εξαπέλυσεν ο Κύριλλος κατά των φίλων και ομοπίστων του Σωκράτους Ναυα­τιανών, που έκανε τον τελευταίο να πνέει μένεα κατά του Κυρίλλου. Ο Σχολαστικός Σωκράτης είχε και αλλαχόθεν την αντιπάθειαν προς Αρχιεπίσκοπον Κύριλλον. Και ιδού πως: Ο Σωκράτης, ως γνωστόν, γεννήθηκε, μεγάλωσεν και σπούδασεν στην Κωνσταντινούπολη. Καθηγητές του, λοιπόν, στο Πανεπιστήμιον της Κωνσταντινούπολης ήσαν οι δύο ειλωλολάτρες, Ελλάδιος ο Λεξικογράφος και Αμμώνιος ο Γραμματι­κός, οι οποίοι προηγουμένως ήσαν ιερείς της ειδωλολατρίας στην Αλεξάνδρειαν, όπου ζούσαν πριν καταφύ­γουν για τον εξής λόγον στη βυζαντινήν πρωτεύουσα: Κατά την διάρκειαν εξέγερσης των ειδωλολατρών στην Αλεξάνδρεια κατά των χριστιανών οι ειδωλολάτρες οχυρώθηκαν στο περίφημον Σεράπειον και άρχισαν να σφάζουν πλήθος χριστιανών. Μεταξύ αυτών των ειδωλολατρών ήσαν και οι δύο αυτοί ιερείς των ειδώλων, οι οποίοι και εκαυχώντο μετά για το ότι με τα ίδια τους τα χέρια θανάτωσαν τουλάχιστο μία δεκάδα χριστιανών έκαστος. Και επειδή, στη συνέχεια, φοβήθηκαν τις συνέπειες αυτής της πράξης τους διέφυγαν στην Κωνστα­ντινούπολη, όπου, παρά την επιδειχθείσαν εις Αλεξάνδρειαν εγκληματικήν τους διαγωγήν, διορίστηκαν  σαν καθηγητές στην Κωνσταντινού­πολη από τον αυτοκράτορα. Προς αυτούς τους δύο, λοιπόν, οι οποίοι εχρημάτισαν καθηγητές του, ο ιστορικός μας έτρεφεν απεριόριστην εκτίμη­ση και αμέριστη συμπάθειαν, αν και οι ίδιοι εκαυχώντο αφηγούμενοι λεπτο­μερώς πως έβαψαν τα χέρια τους στο αίμα τόσων χριστιανών στην Αλεξάνδρειαν. 

Παρ’ όλα αυτά, βλέπομεν ότι ο πόνος έπιασεν τον Ιστορικόν μας, μόνον όταν δολοφονήθηκεν η Υπατία! Δεν χάνει, λοιπόν, την ευκαιρία να σπιλώσει με υπονοούμενα και μόνον τον άγιον Κύριλλον, ο οποίος μάλιστα τις μέρες της δολοφο­νίας ούτε που βρίσκονταν στην Αλεξάνδρεια, απουσίαζε μακριά άπ' την πόλη, σύμφωνα με σοβαρές ιστορικές ενδείξεις. 

Επομένως, ο Σωκράτης, που, όπως είδομεν, ήταν δεδηλωμένος εχθρός του Κυρίλλου, βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη κατά την δολοφονίαν της Υπατίας, όπου και πληροφορήθηκεν τα σχετικά μ' αυτήν την τραγωδίαν. Εάν βέβαια είχε υπάρξει ανάμιξη του Κυρίλλου στη δολοφονίαν, ασφαλώς θα το κατέγραφεν, σαφώς και κατηγορηματικώς ο Σωκράτης στην Ιστορίαν του. Αρκέστηκε όμως να σημειώσει μόνον ότι «τούτο (δηλαδή η δολοφονία) ου μικρόν μώμον Κυρίλλω και τη Αλεξανδρέων Εκκλησία ειργάσατο», κάνοντας, έτσι, ένα υπαινιγμόν κακόβουλον και αφίνοντας τα πράγματα μετέωρα.

Κάποιοι μάλιστα σχετικά νεότε­ροι ιστορικοί17 διατύπωσαν και την εξής άποψη: Ότι ο Ιστορικός Σωκράτης έγραφε για τον Κύριλ­λο με υπαινιγμούς και μόνον, ακριβώς διότι τον εφοβείτο. Κι' αυτό λόγω της μεγάλης ισχύος και της υψηλής θέσης του Κυρίλλου, ο οποίος οντάς παντο­δύναμος μπορούσε να βλάψει καίρια και θανάσιμα τον Σωκράτη και να τον συντρίψει. Ορθώς όμως αντιπαρατήρησεν ο Liastsenko18 ότι ο Κύριλλος ήταν όντως ισχυρός, αλλά κυρίως και μόνον στην Αλεξάνδρεια, ενώ ο Σω­κράτης γνωρίζομεν ότι ζούσε και έγραφε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Κύριλλος δεν θα ηδύνατο να τον βλάψει. Ας μη λησμονούμεν, άλλωστε, ότι ο ίδιος Ιστορικός τόλμησεν να ψέξει επανειλημμένως δι' άλλας περιπτώσεις τον Κύριλλον, όπως προκειμένου περί των Ναυα­τιανών, στους οποίους ήδη αναφερθήκαμεν, αλλά και προκειμένου περί του μονάχου Αμμωνίου, για τον οποίον θα κάνουμε λόγον κατωτέρω. Επο­μένως, θα μπορούσε να ψέξει τον Κύριλλον και για τον φόνον της Υπατίας, εάν όντως ήταν ένοχος ο τελευταίος αυτός. Περιορίστηκεν όμως σε υπαινιγμόν και μόνον. Αυτό ονομάσαμε κακοβουλίαν.

Εξ άλλου, λίγα χρόνια μετά, κάποιοι οικτροί Αλεξανδρείς, σωστά αποβράσματα της κοινωνίας πήγαν στην Κωνσταντινού­πολη προς τον αντίπαλον του Κυρίλ­λου Νεστόριον και διατύπωσαν διάφορες κατηγορίες κατά του Κυρίλλου, αλλά τίποτα δεν είπαν περί φόνου της Υπατίας, όπως φυσικά θα έκαναν, εάν προέκυπτεν ότι ο Κύριλλος ήταν ένοχος δολοφονίας. Επίσης και οι φίλοι του Νεστορίου, εν συνε­χεία, εφλυάρησαν πολλά εναντίον του Κυρίλλου, άλλ' ούτε υπαινιγμό δεν έκαναν για συμμετοχήν του Κυρίλλου στον φόνον της Υπατίας, όπως ευχαρίστως και οπωσδήποτε θα έκαναν, εάν αυτός ενείχετο σε τέτοιαν πράξη. 

Ο άγιος Κύριλλος και η Ειδωλο­λατρία στην Αλεξάνδρειαν:

Είχε ήδη παρέλθει ο δ' αιώνας, ο οποίος, μετά τις λυσσώδεις πνευματικές μάχες του Χρι­στιανισμού, έδειχνε ότι το προβάδι­σμα ανήκει στην Εκκλησίαν19. Και τώρα, εποχήν που ζούσε ο άγιος Κύριλλος20, σπεφασίζετο το μέλλον της Ειδωλολατρίας21. Η τελική όμως τύχη της δεν εκρίνετο ούτε στην Αθήνα, ούτε στη Ρώμην, ούτε και στην Κωνσταντινούπολη, άλλ' εις αυτήν την Αλεξάνδρεια. Εκεί είχαν καταφύγει και εμφωλεύσει όλες οι πνευματικές δυνάμεις τού Παγανι­σμού. Αυτό έδειχναν και οι προ του Κυρίλλου βίαιες αντιδράσεις τού Παγανισμού, ήδη δηλαδή επί Αρχιε­πισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, θείου και προκατόχου του Κυρίλλου στον αρχιεπισκοπικό θρόνον.

Επί δε των ημερών τού Κυρίλλου η ειδωλολατρία επιβίωνε ακόμη βέβαια, κυρίως όμως μεταξύ τού ελληνικού πληθυσμού της Αλεξανδρείας. Επιβίωνε μεν, αλλά σαν ράκος, δηλαδή σε κατάσταση πνευματικής κατάρρευσης, επιζητού­σα, άπ' τη μια, στηρίγματα στη φιλο­σοφία χάριν των διανοητικά αναπτυγ­μένων, η οποία φιλοσοφία είχεν σημειωτέον καταντήσει θεουργία, καταφεύγουσα, άπ' την άλλην, στη μαγείαν, αστρολογίαν και τις δεισι­δαιμονίες, για να παρασύρει το λαόν και, ειδικότερα, προκειμένου να επη­ρεάσει και αυτόν τον χριστιανικόν πληθυσμόν, πράγμα που ως ένα βαθμόν το πετύχαινεν. Ο άγιος Κύ­ριλλος, λοιπόν, σαν χριστιανός Ιε­ράρχης, ήταν φυσικό να θεωρήσει στοιχειώδες καθήκον και χρέος του την καταπολέμηση των δεισιδαιμο­νιών και μαγειών και την καταστροφήν των εστιών22 τέτοιων καταστάσε­ων, πάντα όμως με γνώμονα το Ευαγγέλιον και στα πλαίσια των νόμων τού Κράτους και βάσει προη­γηθέντων αυτοκρατορικών διαταγ­μάτων και όχι αυθαιρέτως και οχλοκρατικώς23. Φυσικά, ο Κύριλλος στους λόγους του δεν παρέλειπεν ευκαιρία χωρίς να ελέγξει την εθνική θρησκείαν και τη λατρείαν των ψευδών θεών24. Τους ήλεγχεν σαν λάτρεις θεών με μορφήν ζώων και ως πιστεύοντας σε μάγους και αγύρτες25.

Η προσωπικότητα και η δράση της φιλοσόφου Υπατίας:

Αλλά ποια ήταν η ξακουστή Υπατία, ο βλαστός, το καύχημα και το στήριγμα της ειδωλολατρίας; Από τις πενιχρές πληροφορίες , που μας παρέχουν οι πηγές μαθαίνουμε ότι αυτή γεννήθηκεν στην Αλεξάνδρεια μεταξύ των ετών 355 και 36026 όπου και πέθανε δολοφονημένη πιθανότατα το 41527.

Ήταν θυγατέρα28 του μαθηματικού, αστρονόμου και διδασκάλου Θέωνος29, ο οποίος κατά την Σούδαν ήταν μέλος του Μουσείου της Αλεξανδρεί­ας. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα της, στον οποίον όφειλεν τον διακαή πόθον και ζήλον της δια τα μαθηματικά και τον οποίον μάλιστα υπερέβη κατά πολύ εις αυτήν την επιστήμην. Δυστυχώς, τα υπο­μνήματά της στο Διόφαντον Αλεξαν­δρείας και στα Κωνικά Απολλώνιου τού εκ Πέργης της Παμφυλίας δεν διασώθηκαν.

Παραμένουσα, λοιπόν, αυτή στην Αλεξάνδρεια ανεδείχθη η πιο διάσημη και λατρευτή καθηγή­τρια τόσον των μαθηματικών όσον και της Φιλοσοφίας. Συνέχιζε δε εκεί την προϋπάρχουσαν στην πόλη παρά­δοση τού Πλάτωνα στη μορφήν τού Νεοπλατωνισμού30 και συγκεκριμένα στην εκδοχήν τού Πορφυρίου μάλλον παρά τού Ιαμβλίχου. Οι μαθητές της και η πνευματική αφρόκρεμα της Αλεξανδρείας καθώς και οι πολιτικοί άνδρες της αιγυπτιακής αυτής πρω­τεύουσας, όλοι ήσαν καταγοητευμένοι άπ' αυτήν την σοφή γυναίκα, γιατί συνεδίαζε διανοητική δύναμη, φυσικήν ωραιότητα, ηθικές αρετές, σεμνό­τητα, ευγλωττίαν, ευστροφίαν πνεύ­ματος και δαιμόνιον πολιτικόν.

Μεταξύ δε των διασήμων μαθη­τών της σημαντικότερος ασφαλώς υπήρξεν ο Συνέσιος31, αργότερον επίσκοπος Κυρήνης. Αυτός σε επιστολές, που της απηύθυνεν και που σώζονται μέχρι σήμερον32, εκφράζει τη βαθύτατη εκτίμηση και τον απεριόριστο θαυμασμόν του προς το πρόσωπον της, υποβάλλει δε υπό την κρίση της ακόμη και τα δοκίμια των συγγραμμάτων του33 και την αποκαλεί μητέρα, αδελφήν, σεβασμιοτάτη διδάσκαλον και θεοφιλέστα­τη φιλόσοφον. Λόγω της τεράστιας φήμης της και του γενικού θαυμα­σμού, που της είχαν οι πάντες, είναι πιθανότατον ότι μαθητής αλλά και θαυμαστής της θα υπήρξεν ως νέος και ο ίδιος ο Κύριλλος, ο οποίος, άλλωστε, στην Αλεξάνδρειαν μορ­φώθηκε και ασχολήθηκεν επίσης με την φιλοσοφίαν και τού οποίου μάλι­στα αναφέρεται και επιστολή, απευ­θυνόμενη προς την Υπατίαν, θεωρηθείσα νόθος, όμως, υπό τίνων.

Σχέσεις Κυρίλλου και Έπαρχου Ορέστη:

Ήδη από την εποχήν τού προκατόχου τού Κυρίλλου, Θεοφίλου, η δύναμη τού Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας είχεν αυξηθεί και επεκταθεί και στον πολιτικόν τομέα. Ο Κύριλλος δε, κατά τον Ιστορικόν Σωκράτη «αρχικώτερον τού Θεοφίλου επί την επισκοπήν παρήλθεν» και ερχόταν σε συχνές συγκρούσεις με τον πολιτικό Διοικη­τή, δηλαδή τον Έπαρχον Αλεξαν­δρείας (Praefectus Augustalis) Ορέστην. Ο τελευταίος αυτός μεροληπτούσε υπέρ των Ιουδαίων της πόλης και υπέρ των ειδωλολατρών εις βάρος των Χριστιανών. Από τις πρώτες μέρες της Αρχιερατείας τού αγίου Κυρίλλου αδικαιολόγητα είχε διατεθεί δυσμενώς κατ' αυτού και το έδειχνε φανερά με την συμπεριφοράν του. 

Ο Κύριλλος εις μάτην προσπαθούσε και αγωνιζόταν να σπάσει τον πάγον στις σχέσεις τους και να κάμψει την αδιαλλαξίαν τού Ορέστη. Μία ημέρα μάλιστα πήγε να συναντήσει τον Έπαρχον κρατώντας στο στήθος του ένα Ευαγγέλιον και επιδεικνύοντας το στον Ορέστην τού ζήτησεν συνδιαλλαγήν. Άλλ' εκείνος έμεινεν ασυγκίνητος και αδιάφορος. Για τον Ορέστην σημειώ­νει ο Ιστορικός Σωκράτης ότι «εμίσει την δυναστείαν των επισκόπων» πράγμα που το αιτιολογεί ως εξής: «ότι (οι επίσκοποι) παρηρούντο πολύ της εξουσίας των εκ βασιλέων άρχειν τεταγμένων»34. 

Οι σχέσεις, λοιπόν, Κυρίλλου και Ορέστη δεν ήσαν απλώς τεταμέναι, αλλά παντελώς διακό­πηκαν και πέρασαν σε μια φάση μεγά­λης εχθρότητας, προς μεγάλην ανησυχίαν, λύπην και αγανάκτηση τού χριστιανικού λαού, ο οποίος άρχισε να υποψιάζεται, εξ αφορμής της ρήξης αυτής των σχέσεων, σκοτει­νότερες συνωμοσίες κατά τού Χριστιανισμού.

Ταραχώδη προδρομικά της δολο­φονίας γεγονότα και ο ρόλος του Έπαρχου:

Ανάμιξη στην αρχικήν ένταση  και την κατόπιν ρήξη των  σχέσεων μεταξύ πνευματικής και πολιτικής Εξουσίας, η οποία, όπως θα φάνει περαιτέρω, κατέληξε στη δολοφονίαν της Υπατίας, είχαν και οι Ιουδαίοι της πόλης, η εκ των οποίων επίδραση επί την χριστιανική κοινωνίαν ήταν ισχυρή και εμφανής. Στην Αλεξάνδρεια, την εποχήν που εξετάζομεν, αριθμούνταν περίπου 40.000 Ιουδαίοι, οι οποίοι και είχαν πολλά αναγνωρισμένα προνόμια35. Ο άγιος Κύριλλος κατά χρέος συχνά στις ομιλίες του36 επετίθετο κατά των Ιουδαίων, τους οποίους εύρισκε χειρότερους των ειδωλολατρών. Συνέβη δε το έτος 415 να οξυνθούν ακόμη περισσότερον οι προστριβές Ιουδαίων - Χριστιανών εξ αφορμής της κατ' εκείνο το έτος έκδοσης ενός νόμου, ο οποίος επέτρεπεν στους Ιουδαίους να έχουν δούλους χριστια­νούς, πράγμα που προηγουμένως απαγορευόταν. Επί πλέον, καταπιέ­ζονταν γενικότερα οι Χριστιανοί από τους Ιουδαίους τοκογλύφους37.

Εξ άλλου, συνέβη το ίδιον έτος και προκλήθηκε διάσταση μεταξύ Χριστιανών και Ιουδαίων στην ιδίαν πόλη με αφορμήν τις θεατρικές παραστάσεις. Μολονότι, δηλαδή, ο Έπαρχος Ορέστης όρισε χάριν των Ιουδαίων να γίνονται οι παραστάσεις Σάββατον, ημέραν της ιουδαϊκής αργίας, όμως οι Ιουδαίοι έμειναν ανικανοποίητοι και έδειχναν ακόμη μεγαλύτερην αντιπάθειαν προς τους Χριστιανούς38.

Υπήρχε δε στην Αλεξάνδρειαν η συνήθεια να κοινοποιεί ο Έπαρχος τις διαταγές και αποφάσεις του στο θέατρον. Επόμενο δε ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξαν­δρείας να παρακολουθεί δι' απεσταλ­μένου του αυτές τις ανακοινώσεις. Αυτό έκανε και τη φοράν αυτήν κατά το έτος 415, έτος της δολοφονίας της Υπατίας.

Στο θέατρον όμως απεστάλη ως αντιπρόσωπος τού Αρχιεπισκό­που ο γραμματοδιδάσκαλος Ιέραξ. Αυτός ήταν θαυμαστής και πρώτος χειροκροτητής κατά τις ομιλίες τού Κυρίλλου. Απεστάλη δε στο θέατρον σαν έμπιστός του. Αλλά οι Ιουδαίοι μόλις είδαν τον Ιέρακα, άρχισαν να φωνάζουν εναντίον του λέγοντας ότι προσήλθεν στο θέατρο για να προκαλέσει ταραχές και εξέγερση τού λαού. Τότε ο μισών τον Αρχιεπίσκοπον Έπαρχος Ορέστης, επειδή είχε την υποψία ότι «και εποπτεύειν αυτού τας διατυπώσεις Κύριλλος εβούλετο», διέταξε39 αυθαί­ρετα την σύλληψη και μαστίγωση τού Ιέρακα. Μόλις το πληροφορείται ο Κύριλλος, προσκαλεί τους επί κεφαλής των Ιουδαίων και τους προ­ειδοποιεί για τις συνέπειες, που θα έχουν εάν δεν σταματήσουν να στα­σιάζουν κατά των Χριστιανών. Άλλ' οι Ιουδαίοι, αντί να συμμορφωθούν, έγιναν θρασύτεροι και μάλιστα σχε­δίασαν και εκτέλεσαν το εξής κακούρ­γημα:

Μίαν άπ' τις επόμενες νύκτες διέδωσαν ανά την πόλη της Αλεξανδρείας ότι δήθεν καίγεται ο ναός τού αγίου Αλεξάν­δρου. Αναστατωμένοι οι Χριστιανοί προσέτρεξαν να σβύσουν τη φωτιάν και να διασώσουν τον ναόν. Άλλ' άντ' αυτού, ανυποψίαστοι εφονεύοντο υπό των Ιουδαίων, που παραμόνευαν γύρω - γύρω κρυμμένοι. Μάλιστα δε, για να μη φονεύονται κατά λάθος μέσα στο σκοτάδι της νύκτας οι Ιουδαίοι μεταξύ τους, φόραγαν σαν διακριτικό σημάδι για να αναγνωρί­ζονται μεταξύ τους, από ενα δακτυλί­δι «εκ φοίνικος φλοιού θαλλού».

Αυτή η μαζική σφαγή των χρι­στιανών ανάγκασε τον Κύριλ­λον, επί κεφαλής πλήθους χρι­στιανών να καταλάβει τις ιουδαϊκές συναγωγές, να τις μεταβάλει σε χριστιανικούς ναούς, να εκδιώξει άπ' την Αλεξάνδρειαν όλους τους Ιου­δαίους και να δημεύσει τις περιουσίες τους. Για τις ενέργειες αυτές του Κυρίλλου δυσαρεστήθηκε, λυπήθηκε βαθύτατα και οργίστηκεν ο Έπαρχος Ορέστης, ο οποίος συμπαθούσεν και υπεστήριζεν τους Ιουδαίους εις βάρος των χριστιανών και έτσι οι σχέσεις Εκκλησίας και τοπικής Πολιτικής Εξουσίας έγιναν ακόμη εχθρικότερες. Ο Κύριλλος βέβαια προέβη σ' αυτές τις ενέργειες μετά την σφαγήν την μαζικήν των χριστιανών και προφα­νώς σύμφωνα με πολιτικά δικαιώμα­τα, που είχεν σαν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας40, η δε Κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης τις ενέκρινεν. Η γνώμη πάντως ότι ο Κύριλλος στην προκειμένην περίπτωση ενήργησεν κατά των Ιουδαίων οχλοκρατικώς, είναι αβάσιμη41.

Η αντίδραση των Χριστιανών κατά του ιουδαιόφιλου και φιλοπαγανιστή Έπαρχου:

Ωστόσον, κάποιοι ζηλωτές μοναχοί της Νιτρίας, για να  υπερασπίσουν τον Κύριλλον κατά της εχθρότητας του Έπαρχου Ορέστη, έφθασαν στην Αλεξάνδρειαν και σε συνάντηση τους με τον Έπαρχον άρχισαν να τον βρίζουν ονομάζο­ντάς τον «ειδωλολάτρην». Και ενώ ο Έπαρχος διαμαρτυρόταν λέγοντας ότι είναι χριστιανός βαπτισθείς από τον ίδιον τον Πατριάρχην Κωνστα­ντινουπόλεως Αττικόν (406 - 425), ένας μοναχός, ονομαζόμενος Αμμώ­νιος, ρίχνει μίαν πέτραν στο κεφάλι του Έπαρχου και τον πληγώνει.

Επακολουθεί μεγάλη σύγχυση και ταραχή. Συλλαμβάνεται ο δράστης μοναχός, ανακρίνεται, υποβάλλεται σε βασανιστήρια, εξ αιτίας των οποίων και πεθαίνει. Στην συνέχειαν, ο Κύριλλος κηδεύει το μοναχόν ως μάρτυρα του Χριστιανισμού μετονο­μάζοντας τον Θαυμάσιον και διατάζει να τιμάται όπως οι μάρτυρες της πίστεως. Ο δε Ιστορικός Σωκράτης στο σημείον αυτό επισημαίνει το εξής: «άλλ' οι σωφρονούντες, καίπερ Χρι­στιανοί όντες ουκ απεδέχοντο την περί τούτου Κυρίλλου σπουδήν ηπίσταντο γαρ προπετείας δίκην δούναι τον Αμμώνιον, ου μην ανάγκη Χριστού εναποθανείν τοις βασάνοις˙ διο και Κύριλλος κατά βραχύ τω ησυχάζειν λήθην του γινομένου ειργάσατο»42.

Αλλά ο λαός της αιγυπτιακής πρωτεύουσας σαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του είχεν ότι αρεσκόταν σε ανώμαλες λύσεις και αιματηρές ταραχές. Τέτοιες εξεγέρ­σεις ήσαν πολυάριθμες στο παρελθόν της. Μεταξύ δε των θυμάτων που θρηνήθηκαν κατ' αυτές υπήρξαν ακόμη και επίσκοποι, όπως π.χ. ο αρειανός επίσκοπος Αλεξανδρείας Γεώργιος, ο οποίος φονεύθηκεν από τον όχλον43. Αλλά και το 457 έκαψαν ζωντανόν τον επίσκοπον Προτέριον44. Ο Ιστορικός Σωκράτης μάλιστα χαρακτηρίζει το λαόν της Αλεξαν­δρείας με τις εξής εκφράσεις: «Ο Αλεξανδρέων δήμος, πλέον των άλ­λων δήμων χαίρει ταις στάσεσι˙ ει δε και προφάσεως λάβηται, εις αφόρητα καταστρέφει κακά˙ δίχα γαρ αίματος ου παύεται της ορμής»45.

Η δολοφονία της Υπατίας:

Ακριβώς, λοιπόν, αύτη η αδιαλλαξία και καθαρώς εχθρική στάση τού Έπαρχου Ορέστη προς τον Αρχιεπίσκοπον Αλεξανδρείας, που τις υπέθαλπαν Ιουδαίοι και Ειδωλολάτρες, ερέθιζαν έτι περισσότερον τον ήδη ανήσυχο λαόν. Δυστυχώς τότε διαδόθηκεν στο λαόν ότι το μίσος αυτό τού Έπαρχου κατά τού Κυρίλλου το υπέθαλπεν συγκεκριμένα η ειδωλολάτρισσα και φιλόσοφος Υπατία, η οποία ήτο γνωστόν ότι διετήρει στενούς δεσμούς φιλίας με τον Ορέστη, με τον οποίον είχε συχνότατες φιλικές συναντήσεις46. Αυτή η διάδοση βρήκε ανταπόκριση στο λαόν και αυτή τελι­κά ήταν, κατά τον Σωκράτη, που προκάλεσεν τη δολοφονίαν της Υπατίας.

Το δε τραγικόν περιστατικόν και το σκηνικόν της στυγερής δολο­φονίας το έχομεν από δύο ιστορικές πηγές: Πρώτον, από τον σύγχρονον της δολοφονίας ιστορικόν Σωκράτη (5ος αιώνας) και, δεύτε­ρον, από το Λεξικόν της Σούδας, που είναι γνωστόν ότι συντάχθηκεν πέντε αιώνες μετά, δηλαδή το δέκατον αιώνα. Δύο, λοιπόν, τα σενάρια της δολοφονίας αυτής.

Α) Η περιγραφή τού Σωκράτους:

«Και δη συμφωνήσαντες άνδρες το φρόνημα ένθερμοι, ων ηγείτο Πέτρος τις αναγνώστης, επιτηρούσι την άνθρωπον επανιούσαν επί οικίαν ποθέν και εκ του δίφρου εκβαλόντες επί την Εκκλησίαν, η επώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν αποδύσαντές τε την εσθήτα οστράκοις ανείλον. Και μεληδόν διασπάσαντες, επί τον καλούμενον Κιναρώνα τα μέλη συνάραντες πυρί κατηνάλωσαν. Τούτο ου μικρόν μώμον Κυρίλλω και τη Αλεξανδρέων Εκκλησία ειργάσατο»47.

Β) Περιγραφή της Σούδας του ι' αιώνα: Σ' αυτό το Λεξικόν περιέχο­νται δύο αφηγήσεις περί τού φόνου, η πρώτη βραχύτερη και εν συνεχεία, αμέσως μετά, η δεύτερη εκτενέστερη, τις οποίες και παραθέτομεν.

α' αφήγηση (βραχύτερη): «Υπα­τία, η Θέωνος του γεωμέτρου θυγάτηρ, τού Αλεξανδρέως φιλοσόφου, και αύτη φιλόσοφος και πολλοίς γνώριμος ήκμασεν επί της βασιλείας Αρκαδίου, έγραψεν υπόμνημα εις Διόφαντον, τον αστρονομικόν κανόνα, εις τα Κωνικά Απολλώνιου υπόμνημα. Αύτη διεσπάσθη παρά των Αλεξανδρέων και το σώμα αυτής ενυβρισθέν, καθ' όλην την πόλιν διεσπάρη. Τούτο δε πέπονθε δια φθόνον και την υπερβάλλουσαν σοφίαν και μάλιστα εις τα περί αστρονομίαν, ως μεν τίνες υπό Κυρίλ­λου, ως δε τίνες δια το έμφυτον των Αλεξανδρέων θράσος και στασιώδες. Πολλοίς γαρ και των κατ' αυτούς επισκόπων τοΰτο εποίησαν τον Γεώργιον σκοπεί και τον Προτέριον».

Εν συνεχεία παρέχεται και η δεύτερη και λεπτομερέστερη αφήγηση:

β' αφήγηση (εκτενέστερη): «Ήδη γουν ποτε συνέβη τον επισκοπούντα την αντικειμένην αίρεσιν Κυρίλλου παριόντα δια τού οίκου της Υπατίας, ιδείν πολύν ωθισμόν όντα προς ταις θύραις, επιμίξ ανδρών τε και ίππων, των μεν προσιόντων των δε και προσισταμένων. Ερωτήσαντα δε ό,τι είη το πλήθος και περί ου κατά την οικίαν ο θόρυβος, ακούσαι παρά των επομένων, ότι προσαγορεύοιτο νυν η φιλόσοφος Υπατία και εκείνης είναι την οικίαν. Μαθόντα δε ούτω δηχθήναι την ψυχήν ώστε φόνον αυτή ταχέως επιβουλεύσαι, πάντων φόνων ανοσιώτατον. Προελθούση γαρ κατά το ειωθός, επιθέμενοι πολλοί αθρόοι θηριώδεις άνθρωποι, ως αληθώς σχέτλιοι, ούτε θεών όπιν ειδότες ούτε ανθρώπων νέμεσιν, αναιρούσι την φιλόσοφον, άγος τούτο μέγιστον και όνειδος προστριψάμενοι τη πατρίδι. Και ο μεν Βασιλεύς ηγανάκτησεν επί τούτω, ει μη Αιδέσιος εδωροδοκήθη και των μεν σφαγέων αφείλετο την ποινήν, εφ' εαυτόν δε και γένος το έφ' εαυτού ταύτην επεσπάσατο και εξέπληξε δίκην ο τούτου έκγονος. Τούτων δε η μνήμη έτι σωζόμενη τοις Αλεξανδρεύσι συνέστελλεν εις μικρόν κομιδή την περί τον Ισίδωρον των Αλεξανδρέων τιμήν τε και σπουδήν».

Αμέσως κατόπιν έπεται λόγος περί τού Αλεξανδρέως νεοπλατωνικού φιλοσόφου Ισιδώρου. Εξ αυτού δε τού γεγονότος αποδεικνύεται ότι η β' αφήγηση ελήφθη από μία βιογραφίαν τού τελευταίου αυτού. Γνωρίζομεν ακόμη ότι την πραγματείαν αυτήν συνέγραψεν ένας επίσης ειδωλολάτρης νεοπλατω­νικός φιλόσοφος, ο μαθητής δηλαδή τού Ισιδώρου, Δαμάσκιος, που έζησεν 130 έτη μετά τον άγιον Κύριλλον και περίπου ενάμισυ και πλέον αιώνα μετά τη δολοφονίαν της Υπατίας.

Αυτός ο Δαμάσκιος48, καταγόμε­νος εκ Συρίας, εδίδασκεν την φιλοσοφίαν εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών και μάλιστα το διηύθυ-νεν, όταν το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Α' (527 - 565) απο­φάσισε να διακόψει τη λειτουργίαν του. Τότε ο Δαμάσκιος μαζί με οπαδούς του μετέβη στην Περσίαν προς το Χοσρόην, δια να ιδρύσει εκεί φιλοσοφικήν πανεπιστημιακήν Σχολήν. Άλλ' επειδή δεν βρήκε στην Περσίαν τα πράγματα τόσον ευχάριστα και ευνοϊκά για τους σκοπούς του, επέ­στρεψε μετ' ολίγον στο Βυζάντιον. Ο ίδιος, λοιπόν, έγραψεν την Ιστορίαν του διδασκάλου του Ισιδώρου, στην οποίαν συγκρίνει την Υπατίαν προς το δικόν του διδάσκαλον, τον οποίον και θεωρεί ανώτερον της φιλοσόφου γυ­ναικός και όπου αφηγείται τα σχετικά προς την Υπατίαν. Ήδη και ο σοφός Πατριάρχης, ο ιερός Φώτιος49, γύρω στο 890, δεν θα παραλείψει να σημει­ώσει την εχθρότητα και το μίσος τού Δαμασκίου εναντίον παντός ο,τι ήταν χριστιανικόν.

Η αφήγηση τού Δαμασκίου κατά τού Κυρίλλου, προερχομένη μετά από ενάμισυ αιώνα αποτελεί καθαράν συκοφαντίαν και δεν βασίζεται σε καμίαν σύγχρονον τού Κυρίλλου μαρτυρίαν, υποστηρίζει δε ότι τάχα ο άγιος Κύριλλος δεν εγνώριζεν την Υπατίαν. Ήταν ποτέ δυνατόν να αγνοεί ο Κύριλλος τη δυνατόν να αγνοεί ο Κύριλλος τη διάσημη γυναίκα, η οποία γεννήθηκε, μεγάλωσεν και δίδασκεν στην ιδίαν πόλη που γεννήθηκε, μεγάλωσε, μορφώθηκεν ο Κύριλλος; Ο Δαμάσκιος στη διήγησή του ισχυρίζεται ότι ο Κύριλλος ολωσδιόλου τυχαίως έμαθε για την ύπαρξη της Υπατίας. Και γι' αυτόν τον τελευταίο λόγον η διήγηση τού Δαμασκίου είναι αναξιό­πιστος50. Εβούιζεν η Αλεξάνδρεια άπ' τη διασημότητα της Υπατίας και ο Κύριλλος δεν εγνώριζε τίποτε γι' αυτήν;

Κατά τον αείμνηστον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Χρυσ. Παπαδόπουλον, τον οποίον και ακολουθούμεν, «είναι προφανές ότι αμφότεραι αι ανωτέρω αφηγήσεις, (α' και β'), περί της Υπατίας και τού φόνου αυτής δεν ανήκουσιν εις τον Σουΐδαν, διότι ουδεμίαν ούτος επιφύλαξιν ποι­είται περί της δευτέρας ως μη ανηκού­σης εις αυτόν. Και η μεν πρώτη ανήκουσα εις χριστιανόν συγγραφέα περιέχει δύο εκδόσεις περί τού φόνου της φιλοσόφου. Κατά τινά μεν αυτών ο φόνος διεπράχθη υπό τού Κυρίλλου, κατ' άλλην δε υπό τού όχλου Αλεξαν­δρείας, όστις, εκτός άλλων, είχε φονεύσει και δύο των επισκόπων Αλεξανδρείας. Ο συντάκτης της δευτέρας εκδόσεως έχει ύπ' όψει πιθανώς την αφήγησιν τού εκκλησιαστικού ιστορικού Σωκράτους, ούτινος γινώσκει και τους χαρακτηρισμούς τού Αλεξανδρινού όχλου, ως στασιώδους.

Κατά την εκδοχήν ταύτην αποδί­δεται ο φόνος της φιλοσόφου εις τον Αλεξανδρινό όχλον. Εις την πρώτην όμως προσέθηκεν ο Σουΐδας την ετέραν αυτοτελή αφήγησιν περί της Υπατίας και του φόνου αυτής ως διαπραχθέντος υπό του άγιου Κυρίλλου. Η αφήγησις αυτή προέρχεται παρ' εθνικού συγγραφέως, μετά μίσους εκφραζόμενου περί τού Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ον ονομάζει «επισκοπούντα την αντικειμένην αίρεσιν», υπό ταύτην δ' εννοεί την χριστιανικήν Εκκλησίαν, και λέγει εφεξής περί των φονέων της Υπατίας ότι δεν εσέβοντο τους θεούς».

Ποιος ο ηθικός αυτουργός στη δολοφονίαν της Υπατίας;

Συμπερασματικά θα πρέπει να πούμε ότι εάν, βάσει των ιστο­ρικών πηγών μας, θελήσουμε να υποδείξουμε τον ηθικόν αίτιον στο φόνον της φιλοσόφου, αυτός δεν θα πρέπει να είναι άλλος από τον Έπαρχον Αλεξανδρείας Ορέστην, λόγω ακριβώς της προκλητικότητας και αδιαλλαξίας του προς τον Αρχιεπίσκοπον. Αυτό ήταν που ερέθισεν το λαόν καθώς και η σκανδαλώδης εύ­νοια του Έπαρχου προς τους Ιουδαί­ους, και όταν ακόμη αυτοί προκάλεσαν το λουτρό χριστιανικού αίματος, κατ' εκείνην τη νυκτομαχίαν. Ο Κύριλλος, άφ' έτερου, έκανε επανειλημμένες προσπάθειες συνδιαλλαγής με τον Ορέστην. Μάλιστα μίαν ημέραν, όπως προαναφέραμεν, πήγε ο Κύριλ­λος να συναντήσει τον Ορέστην, κρατώντας και επιδεικνύοντας του το Ευαγγέλιον και προτείνοντας του συνδιαλλαγήν. Άλλ' ο Ορέστης έμεινεν ασυγκίνητος. Η αδικαιολόγη­τη και πείσμων αυτή στάση τού Ορέστη ερέθιζεν τον ευέξαπτον λαόν της πόλης. Τότε ακριβώς άρχισε να διαδίδεται η φήμη ότι η αλεξανδρινή φιλόσοφος ήταν και η αίτια της εχθρικής στάσης τού Έπαρχου προς τον Κύριλλον. Αυτή ήταν η τεταμένη ψυχολογική κατάσταση τού λαού και μέσα σ' αυτό το ψυχολογικόν κλίμα, κατά τη διήγηση τού Ιστορικού Σω­κράτους «Και δη συμφωνήσαντες άνδρες το φρόνημα ένθερμοι» προέβη­σαν στο φόνον της Υπατίας. Εάν ο  Ορέστης τηρούσε διαφορετικήν στάση, εάν δεν συνέχιζεν τους στενούς δεσμούς με την Υπατία, θεωρηθείσαν ως αιτίαν της προς τον Αρχιεπίσκοπον αδιαλλαξίας του, δεν θα ερεθιζό­ταν ο λαός και δεν θα γινόταν το έγκλημα. Ηθικός υπεύθυνος, λοιπόν, είναι ο Έπαρχος Ορέστης και έπ' ουδενί ο Κύριλλος. Αυτήν την υπαιτιό­τητα του Έπαρχου υπογραμμίζει και αυτός ακόμη ο εχθρός τού Κυρίλλου Ιστορικός Σωκράτης με όσα γράφει για τις διαθέσεις τού Ορέστη προς τον Κύριλλον σε σχέση πάντα με το φόνον της Υπατίας.

Τελευτώντες θα πρέπει να σημει­ώσουμε ότι γι' αυτό το θέμα πήραμε αφορμήν από την δημοσιογραφικήν επικαιρότητα των ημερών μας, η οποία προβάλλει σαν ακαταμάχητον επιχείρημα των Ελλήνων Αρχαιολατρών κατά της Εκκλησίας το φόνον της Υπατίας. Είδομεν ανάγλυφες τις κοινωνικές δυνάμεις τού πέμπτου αιώνα ν' αντιπαλεύουν στην Αλεξάνδρειαν. Παρακολουθήσαμεν τον τρόπο, με τον οποίον συνετελείτο ο συσχετισμός τους και τις αφορμές και μορφές, με τις οποίες επραγματοποιείτο ο συνα­σπισμός τους κατά τού Κυρίλλου, και μάλιστα παρά τις ιδεολογικές διαφο­ρές και αντιθέσεις τους μεταξύ τους. Ανόσιες και ανίερες συμμαχίες σχηματίζονταν, μόνον και μόνο για να κτυπήσουν τον κοινόν τους στόχον, την Εκκλησίαν στο πρόσωπον τού Αρχιεπισκόπου της. Έτσι, λοιπόν, και οι Ιουδαίοι ξεχνούσαν την αντίθε­σή τους προς την Ελληνικήν Ειδωλολατρίαν, αλλά και, αντίστροφα, οι τότε Έλληνες - ειδωλολάτρες τις κοσμοθεωριακές και φιλοσοφικές αντιθέσεις τους προς τον Ιουδαϊσμόν.

Ας τα μελετήσουν αυτά οι σύγχρονοι μας Έλληνες -Νεοειδωλολάτρες, που φαν­τάζονται και νομίζουν ότι διεξάγουν σήμερον πόλεμον κατά των Ιουδαίων με το να αρνούνται και να πολεμούν τον Χριστιανισμόν. Είναι, λοιπόν, τόσον αφελείς, ώστε δεν υποψιάζονται ότι παίζουν ακριβώς το παιχνίδι αυτών, τους οποίους νομίζουν ότι πολεμούν;

 


1.Π.χ.: Όταν βλέπω σε, προσκυνώ, και τους λόγους της παρθένου τον οίκον άστρωον βλέπων εις ουρανόν γαρ εστί σου τα πράγματα, Υπατία σεμνή, των λόγων ευμορφία, άχραντον άστρον της σοφής παιδεύσεως. (Anth. Pal. IX, 400).

2. R. Asmus, Hypatia in Tradition und Dichtungen, Stud. z. vergl. Literaturgeschichte, 7, 1907,11 - 44.

3. Ch. Kingsley, Hypatia or new foes and old face, London 1908.

4. F. Geppert, Die Quellen des Kirchenhistorikers Socrates Scholasticus, Leipzig 1898,4-7,17-18.

5. Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία, VII, 15,6 έκδ. Hussey, σελ. 761.

6. Migne Patr. Gr. 77, 565 - 577 και 681 - 692 και 1060 -1064.

7. Περί αυτών ιδέ και γενικότερη μελέτην τού Τ.Ε. Gregory, "Novatiasmin: A Rigorist Sect in the Christian Roman Empire", Byzantine Studies, 2 (1975), 1-18.

8. Η ερμηνεία, που δίδει αυτός στα αίτια, που προκάλεσαν αυτό το σχίσμα, δικαιώνει τους Ναυατιανούς και αποδεικνύει την συμπάθειαν και συμπαράταξη του ιστορικού μας μ' αυτούς. Ίδε σχετικώς και C. Curti, "Lo scisma di Novaziano nell interpretatione dello storico Socrate", εν La Storiografia Ecclesiastica nella Tarda Antichita, Atti del Convegno tenuto in Erice (3-8 Decemb. 1978), Messina 1980,313 - 333.

9. «Ευθέως ουν Κύριλλος τας εν Αλεξάνδρεια Ναυατιανών Εκκλησίας αποκλείσας πάντα μεν τα ιερά κειμήλια έλαβεν, τον δε επίσκοπον αυτών Θεόπεμπτον πάντων ων είχεν αφείλετο» (Σωκρά­τους, Εκκλ. Ιστορία 7,7).

10. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, 7,7.

11. Α. Ferrarini, "Tradiozioni orali nella Storia 'Ecclesiastica de Socrate Scolastico", Studia Patavina,28(1981),29 - 54.

12. A. Ferrarini, "Eresia e storia ecclesiastica. Contributi Novaziani alia storiografia di Socrate Scolastico", Annali della Facolta di Littere e Filosofia (Universita di Padova), 4 (1979), 127 -185.

13. Β. Altaner - Α. Stuiber, Patrologie, Leben, Schriften und Lehre der Kirchenvater, 8 Auflage, Freiburg / Basel / Wien, 1978, σελ. 226 και Ο. Bardenhewer, Geschichte der altkirchlichen Literatur, Darmstadt 1962, IV, σελ. 140.

14. F. Geppert, Die Quellen des Kirchenhistori-kers Socrates Scholasticus, [Studien zur Geschichte der Theologie und der Kirche, III, 4], Leipzig 1898 / Aalen 1972. Και P. Allen, "The use of Heretics and Heresies in the Greek Church Historians", εν Reading the Past in Late Antiquity,έκδ. G. Clarke, [Australian National University Press], Reshcutter Bay 1990,265 - 289.

15. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, 4,28 και 5,19.

16. «Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι», Αθήνα 1997, τ. Α', σελ. 120.

17. J. Kopallik, Cyrillus von Alexandrien. Eine  

Biographie nach den Quellen gearbeitet, Mainz 1881, σελ. 38.

18. Τ. Liastsenko, Ο άγιος Κύριλλος Αρχιεπί­σκοπος Αλεξανδρείας. Ζωή και δράσις αυτού (ρωσιστί). Κίεβον 1913, σελ. 157.

19. The Conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, £κδ. A. Momigliano, Oxford 1963.

20. Ο άγιος Κύριλλος γεννήθηκεν το 378 στην Αίγυπτον, απέθανε δε στην Αλεξάνδρειαν στις 27 Ιουνίου τού 444. Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας έγινε στις 18 Οκτωβρίου τού 412 και έΈμεινε στο θρόνο μέχρι το θάνατό του.

21. Ιδέ W.J. Malley, Hellenis and Christianity, Rome 1978,237 - 423.

22. Migne, Patr. Gr. 77,717 - 720 Hussey.

23. J. Rouge, "Les debuts de l'episcopat de Cyrille d' Alexandrie et le code Theodosien", εν ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ: melanges offerts au P. Claude Mondosert S.J., Paris 1987,340 - 342.

24. Migne, Patr. Gr. 77,460 & 77,204,508.

25. Migne, Patr. Gr. 77,717 - 720.

26. R. Penella, Historia 33 (1984), 126 -128.

27. Η δολοφονία έγινε Μάρτιον τού 415 ή 416 σε περίοδο της σαρακοστής τού δ' έτους της αρχιε­ρατείας Κυρίλλου, δεκάτου της υπατείας Ονωρίου και έκτου της υπατείας Θεοδοσίου κατά τις χρόνολογικές ενδείξεις του Ιστορικού Σωκράτους. Κατά την αρίθμηση τού Πασχάλιου Χρονικού πρόκειται για το 415.

28. R. Hoche, "Hypatia, die Tochter Theons", εν Philologus 15 (1860), 435 - 474.

29. G.J. Toomer, "Theon", εν Dictionary of Scientific Biography, t. 13, σ. 321 - 325 και N.G. Wilson, Scholars of Byzantium (Baltimore 1983), 42,83,86,121,262.

30. S. Wolf, Hypatia, die Philosophin von Alexandrien, ihr Leben, Wirken und Lebensende nach den Quellenschriften dargestelt. Wien 1879.

Praechter, "Hypatia", εν Realencyclopadie der Klass. Altertumswissenschaft, IX, 1 (1914), 242 -249.

J.M. Rist, Hypatia, εν Phoenix 19,1965,214 - 225. A. Maeger, Hypatia die Dreigestaltige, Hamburg 1992.

31. C. Lacombrade, Synosios de Cyrene. Hellene et Chretien, Paris 1951,38 - 46.

32. π.χ. η 4η, η 124η και η 136η επιστολή. Επίσης οι 10η, 15η, 16η, 46η, 81η και η 154η. Ίδέ τελευταία έκδοση των υπό Α. Garzya, Synesii Cyrenensis, Epistulae, Roma 1979.

33. Συνεσίου, Επιστολή 153η.

34. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7,7,13.

35. Liastsenko, ενθ. αν. σελ. 134 -135.    

36. Migne, Patr. Gr. 77,417 - 424.513. 516.529. 853.856,860 - 873,896 - 91,1057 - 1060.

37. Codex Theodosianus, I, XVI, t.x., 13.

38. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7,13.

39. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7,13.

40. Tillemont, Memoires pour servir a l' histoire ecclesiastique de dix premieres siecles, Paris 1709, XIV, p. 272 και Liastsenko, ενθ. αν. σελ. 142 -143.

41. L. Duchesne, Histoire encienne de Γ Eglise, t. IP, Paris 1908, σελ. 300.

42. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7, 14 και Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλ. Ιστορία 14,14.

43. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 3,2.

44. Ευαγρίου, Εκκλ. Ιστορία 2,5.

45. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7,13.

46. Κατά τον Σωκράτη, «επειδή γαρ συνετύγχανε συχνότερον τω Ορέστη, διαβολήν τούτο εκίνησε κατ' αυτής παρά τω της Εκκλησίας λαώ, ως άρα είη αύτη μη συγχωρούσα τον Ορέστην εις φιλίαν τω Επισκόπω συμβήναι» (Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7,15).

47. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 7,15.

48. W. Smith and Η. Wace, A Dictionary of Ghristian Biography sects and doctrines, vol. I, London 1877, 765.

49. Φωτίου, Βιβλιοθήκη, 181, 242, εν Migne, Patr. Gr. 103,532,1252.

50. Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1935, σελ. 284.



Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας