Γιατί προσευχόμαστε στραμμένοι προς ανατολάς

 «Επεσκέψατο ημάς ανατολή εξ ύψους»
(Λουκ. α΄ 78)


Α. Επειδή έχουμε διπλή φύσι, προσφέρουμε διπλή προσκύνησι

Ο ΑΓΙΟΣ Ιωάννης ο Δαμασκηνός1 μας διδάσκει, ότι δεν προσκυνούμε προς ανατολάς απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή η φύσις μας είναι σύνθετος, δηλαδή ορατή και αόρατος, νοητή και αισθητή, προσφέρουμε στον Δημιουργό διπλή και την προσκύνησι: η ψυχὴ είναι στραμμένη νοερά προς τον Θεό και ταυτόχρονα το σώμα προσκυνεί προς ανατολάς.

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ 

Τι διδάσκουν για το βάπτισμα οι Προτεστάντες


Κατ΄ αρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί», απορρίπτουν τα πέντε από τα επτά Ιερά Μυστήρια και δέχονται μόνον τα δύο, το Βάπτισμα και την Θεία Ευχαριστία. Και αυτά όμως δεν τα παραδέχονται και δεν τα τελούν όπως εμείς οι Ορθόδοξοι.

Για το Βάπτισμα συγκεκριμένα, πού είναι το Ιερό Μυστήριο με το όποιο γίνεται κανείς μέλος της Εκκλησίας και πολιτογραφείται στην Βασιλεία του Θεού, λέγουν ότι είναι μια απλή τελετή, πού συμβολίζει απλώς την αναγέννησι του ανθρώπου. Δεν μεταδίδει δηλαδή η Ιερή αυτή τελετή την Θείαν Χάριν, αλλά συμβολίζει την μετάδοσιν της Θείας Χάριτος.

Απορρίπτουν έτσι τον μυστηριακό χαρακτήρα του Βαπτίσματος. Μυστηριακός χαρακτήρ σημαίνει ότι η τελετή αυτή δεν είναι κάτι τυπικό και συμβολικό, αλλά «δια του ορατού ύδατος μεταδίδεται κατά τρόπον μυστηριώδη η Θεία Χάρις, αρνητικώς μεν ως άφεσις αμαρτιών, θετικώς δε ως πλήρωσις δια της Θείας Χάριτος».

Σύμφωνα με την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας «το Βάπτισμα είναι το μυστήριον εν τω οποίω ο πιστός δια τριπλής καταδύσεως και αναδύσεως εν τω ύδατι και της επικλήσεως του ονόματος των τριών προσώπων της θεότητος αναγεννάται υπό του Αγίου Πνεύματος καθιστάμενος καινή εν Χριστώ κτίσις».

 Μέσα δηλαδή από αυτά πού φαίνονται (ύδωρ) και ακούονται (Ευχαί), χαρίζεται η αναγέννησις. Αυτό σημαίνει Μυστήριον. Κάτι πού ξεπερνά το λογικόν και την αντίληψιν του ανθρώπου. Οι «Ευαγγελικοί» όμως, οι όποιοι βασίζονται κυρίως στο λογικό τους, δεν είναι ικανοί να εισδύσουν στην έννοια του Μυστηρίου και βρίσκουν σαν λύσι να το απορρίψουν και να το δεχθούν μόνον ως σύμβολον.

 

Κατά την ορθόδοξη πίστη η αναγέννηση του ανθρώπου πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα. Δεν πρόκειται εδώ για το βάπτισμα του Ιωάννη, γιατί αυτό διακρίνεται από το Χριστιανικό  βάπτισμα (Πράξ. ιθ' 3-5). Το Χριστιανικό βάπτισμα γίνεται εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. κη' 19)

 Με το Χριστιανικό βάπτισμα ενδύεται κανείς τον Χριστό, λαμβάνει το Πνεύμα της υιοθεσίας και γίνεται κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Ιησού Χριστού (Γαλ γ' 26-29. Ρωμ. η' 17). Η αγία Γραφή βεβαιώνει πώς δεν υπάρχουν δύο βαπτίσματα για τούς πιστούς το βάπτισμα με νερό, πού ακολουθείται από το άγιο Χρίσμα, είναι ή «άνωθεν αναγέννηση» του Ιω. γ' 3-5.

Το Χριστιανικό Λοιπόν βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία (Μάρκ. ιστ' 16. Α' Πέτρ. γ' 20-21). Μ' αυτό αποθνήσκουμε ως προς την αμαρτία και αναγεννώμεθα πνευματικά (Πράξ. β' 38. Ρωμ. στ' 1-11. Τίτ. Υ' 5).

 Με το άγιο βάπτισμα λαμβάνουμε το Πνεύμα της υιοθεσίας και γινόμαστε «τέκνα Θεού» (Ρωμ. η' 5-11. Γαλ δ' 5-6), γιατί με το βάπτισμα εvτασσόμαστε στο σώμα του Κυρίου, στην Εκκλησία (Πράξ. β' 41.47. Α' Κορ. lβ' 13. Γαλ Υ' 26-28) «εν σώμα και εν Πνεύμα... μία πίστις, ένα βάπτισμα» (Εφεσ. δ' 4-5). Ή Εκκλησία, πού είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. Υ' 15), ερμήνευσε το Ιω. γ' 3-5 σε αναφορά με το άγιο βάπτισμα.

Ο άγιος Ιουστίνος (†165) συνδέει το βάπτισμα με την αναγέννηση του Ιω. γ' 3-5' μάλιστα το χαρακτηρίζει «τρόπον αναγεννήσεως» (Άπολ Α' 61). Ο Ωριγένης (185-254) Λέγει πώς το Άγιο Πνεύμα υπάρχει «εις μόνους τούς μεταλαβόvτας αυτού εν τη του βαπτίσματος δόσει» (παρά Άθαν., Πρός Σεραπ. επ. Δ', 10). Ο Τερτυλλιανός (†220) αναφέρει πώς «χωρίς το βάπτισμα δεν ανήκει σε κανένα η σωτηρία, όλως ιδιαιτέρως εξ αιτίας του Λόγου του Κυρίου, 'εάν τις δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος', δεν έχει την Ζωήν» (Περί βαπτ. 12). Ο Μ. Άθανάσιοςτον μεν παλαιόν απεκδύεται, ανακαινίζεται δε άνωθεν, γεννηθείς τη του Πνεύματος χάριτι» (Πρός Θεραπ., επιστ. Δ',13). (295-373) αναφέρει πώς ο βαπτιζόμενος «

Αλλά και στην εποχή των μεγάλων πατέρων, η Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε τούς Λόγους της Γραφής, ταυτίζοντας τη σωτηρία και την αναγέννηση με το βάπτισμα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται στο διάλογο με τον Νικόδημο (Ίω. γ' 1-21) και ονομάζει το βάπτισμα «λοχείαν», δηλαδή τοκετόν και «νέον δημιουργίας τρόπον... εξ ύδατος και Πνεύματος», «και αν ερωτήση κανείς ‘πως από ύδωρ;', τότε πρέπει να δοθεί η απάvτηση: Όπως ακριβώς εις την αρχήν το πρώτον υποκείμενον στοιχείον ήτό το χώμα και το παν ήτο έργο του Δημιουργού, έτσι και τώρα το μεν ύδωρ είναι το υποκείμενον στοιχείον, το παν δε είναι έργον της χάριτος του Πνεύματος'» (Χρυσ., Εις τό Ιω., ομιλ ΚΕ' 2).

«Διότι τίποτε το αισθητόν δεν μας παρέδωσεν ο Χριστός αλλά με αισθητά μεν πράγματα, όλα όμως νοητά. Έτσι και το βάπτισμα, η μεν δωρεά του ύδατος γίνεται με αισθητόν πράγμα, αλλά το συντελούμενον, δηλαδή η αναγέννησις και ανακαίνισις είναι νοητά. Διότι, εάν μεν ήσουν ασώματος, γυμνά θα σου παρέδιδε τα ασώματα αυτά δώρα. Επειδή όμως η ψυχή είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα, με αισθητά πράγματα σου παραδίδει τα νοητά» (Χρυσ., Εις το Ματθ., όμιλ. ΠΒ' 4)

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (381) αναφέρει τρεις γεννήσεις: «την σωματική, την δια του βαπτίσματος και την δια της αναστάσεως» (Λόγος Μ' 2, Εις το άγιον βάπτισμα).

Αλλά και οι Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, όπως ο Αυγουστίνος, ονομάζουν το βάπτισμα «μυστήριον αναγεννήσεως». Γι' αυτό και όποιος αρνείται τον νηπιοβαπτισμό, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγία Γραφή, αλλά και με το «τυπικό της Εκκλησίας, πού παραδόθηκε από παλαιά και τηρείται πάντοτε» (Αύγουστ., Έπιστ. πρός Σίξτο VII 32. Χ 43).

Το γεγονός της ταύτισης του βαπτίσματος με την αναγέννηση δεν σημαίνει βέβαια πώς το βάπτισμα μας απαλλάσσει από τον προσωπικό αγώνα για την διατήρηση και την καρποφορία του πνευματικού δώρου. Αντίθετα η Εκκλησία εύχεται στον Κύριο να αναδείξει τον νεοφώτιστο «αήττητον αγωνιστήν κατά των μάτην έχθραν φερομένων κατ' αυτού» και να δώσει σ' αυτόν «πάντα μελετάν εν τω νόμω σου και τα ευάρεστά σοι πράττειν».

Όπως αναφέρθηκε, το βάπτισμα μας «ενδύει» τον Χριστό και μας εισάγει στο Σώμα του Χριστού, δηλαδή στη «βασιλεία του Θεού» (Ίω. γ' 3-5), όμως αυτός είναι ο «αρραβών» (Β' Κορ. ε' 5. Έφεσ. α' 14), τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί και να χάσει. Άλλωστε η περίοδος του αρραβώνα, ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι περίοδος δοκιμασίας. Γι' αυτό και απαιτείται άσκηση και αγώνας (Α' Θεσ. ε' 6-11. Α' Πέτρ. ε' 8-9).

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ

π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ




ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΟΡΙΤΣΕΒΑ

Π Ω Σ   Β Ρ Η Κ Α   Τ Ο   Θ Ε Ο

   Σ Τ Η   Σ Ο Β Ι Ε Τ Ι Κ Η   Ε Ν Ω Σ Η

ΑΥΤΟΜΑΡΤΥΡΙΑ

ΜΙΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟ ΛΕΝΙΓΚΡΑΝΤ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ (1986) ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-2

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ

Είχα τη χαρά να γνωρίσω προσωπικά την συγγραφέα αυτού τον βιβλίου. Ήταν το 1981, στο Σεμινάριο ορθοδόξου Λατρείας και Πνευματικότητος της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς στη Φραγκφούρτη της Δ. Γερμανίας. Η Τατιανή Γκορίτσεβα μόλις είχε έλθει στη Δύση, διωγμένη από τη Σοβιετική Ρωσία, όπως είχε συμβεί παλαιότερα και με τον πατριώτη της Σολτζενίτσυν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ  «Κύριε ελέησον»

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ Τόμος Ε'

 

     Συνοπτικά σχόλια

Και αυτό το μικρό κείμενο, που πραγματεύεται με χαριτωμένη απλότητα για την μονολόγιστη ευχή, παραδίδεται από τους συλλέκτες των πατερικών κειμένων της Φιλοκαλίας ανωνύμως και μέσα από τις προθέσεις τους να γνωσθεί και να καλλιεργείται από τον λαόν του Θεού η γλυκύτατη νοερά προσευχή. Για να θεμελιώσει δε την αναγκαιότητα της εκζητήσεως του θείου ελέους, ο συντάκτης του μικρού αυτού δοκιμίου ανατρέχει στην εποχή των Αποστόλων, που παρέδωσαν την ευχή, συμφώνως και προς άλλους διδασκάλους της νοεράς προσευχής. Παρ' ότι περιέχει απόψεις κοινές πλέον, γύρω από την ευχή του Ιησού, όμως, στην απλότητα του, οικοδομεί, πείθει, κατανύσσει με την ιδιαίτερη χάρη του, οπότε και με αυτό επιτυγχάνεται ο σκοπός των εκδοτών της Φιλοκαλίας, ώστε να δικαιούται να ενσωματωθεί σ' αυτή.

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Οι δύο Διαθήκες που δόθηκαν στον άνθρωπο από τον Θεό

Όρος Σινά - Επί τού Όρους Ομιλία


        Η πίστη αποτελεί το ζωογόνο θεμέλιο της ηθικής πράξεως, την εμπνέει και την καθοδηγεί, ώστε να είναι ενέργεια φωτισμένη και ισόρροπη. Αυτή δε πάλιν αποτελεί την έμπρακτη πιστοποίηση της δυνάμεως τού δόγματος, τον καρπό τού Δέντρου της πίστεως, η ικμάδα τού οποίου καθιστά έκδηλη τη δύναμη της  φανερωμένης θείας αλήθειας. Πίστη και πράξη ή δόγμα και ήθος είναι οι δύο όροι της δικαιώσεως τού ανθρώπου, τα δύο σταθερά βάθρα στα οποία στηρίζεται η  σωτηρία τού ανθρώπου. Κατά την ορθόδοξη σωτηριολογία, ο άνθρωπος για να σωθεί χρειάζεται πρώτιστα πίστη ορθή, βασισμένη στο λόγο της θείας αλήθειας,  όπως αυτός δόθηκε και λειτουργεί στο χαρισματικό χώρο της Εκκλησίας. Οποιαδήποτε απόκλιση από την πίστη αυτή, οποιαδήποτε αιρετική στρέβλωση των  δογμάτων και αντιλογία προς ό,τι αποκάλυψεν ο Θεός στερεί τον άνθρωπο της σωτηρίας. Παράλληλα, είναι απαραίτητη και η παρουσία αγαθών έργων, σαν  έκφραση ζωής διαθερμαινόμενης και φωτιζόμενης από την πίστη. Τα αγαθά έργα φυσικά δεν είναι καθ' εαυτά αξιόμισθα.