confes224

 ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΗ

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ;

Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου

Η επιστολή του Σεβασμιωτάτου (Αρχιμανδρίτη τότε) Μητροπολίτου κ.Ιεροθέου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ τεύχος 26 (Απρίλιος – Ιούνιος 1988) σαν απάντηση στις κριτικές των π. Β.Θερμού και π. Φ.Φάρου που είχαν δημοσιευτεί στο προηγούμενο τεύχος (25). Είναι δημοσιευμένη και στο βιβλίο «Συζητήσεις για την ορθόδοξη ψυχοθεραπεία» σελ.325 με τίτλο «Σχολαστικοποίηση και ορθόδοξη ψυχοθεραπεία».

 

Αγαπητέ κ. Γουνελά,

   Διάβασα την τελευταία «Σύναξη» (τεύχος 25), που αναφέρεται στο μεγάλο θέμα της ψυχολογίας, και μάλιστα της σχέσεως Ορθοδοξίας και Ψυχολογίας. Πρέπει να σάς αναφέρω ότι διατηρώ πολλές επιφυλάξεις για θέσεις των άρθρων, αλλά φυσικά δεν έχω σκοπό στην επιστολή αυτή να τις ανα­πτύξω διεξοδικά, θα αρκεσθώ μόνον στην κριτική παρουσίαση του βιβλίου μου «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» που γίνεται από τον π.Φιλόθεο Φάρο αφ’ ενός και από τον π. Βασίλειο Θερμό αφ’ ετέρου. Θα προσπαθήσω να είμαι κατά τα δυνατόν σύντομος.

Κατ’ αρχάς ευχαριστώ θερμώς τον π. Φιλόθεο και τον π. Βασίλειο, γιατί ασχολήθηκαν με το βιβλίο μου και μάλιστα με τον πρώτο είχαμε δυο συζητήσεις στην τηλεόραση για το θέμα της Ψυχοθεραπείας και με τον δεύτερο είχαμε προφορική συζήτηση για το θέμα αυτό. Διατηρώ καλές σχέσεις και με τους δυο και εκτιμώ την προσφορά τους στην Εκκλησία. Ωστόσο, θα μου επιτραπεί να εκθέσω τις απόψεις μου πάνω σε μια παρατήρησή τους, που τη θεωρώ ως ουσιαστικότερη και σημαντικότερη.

Οπ. Φιλόθεος, αφού στην αρχή επαινεί την προσπάθεια που κατέβαλα με το βιβλίο αυτό, στη συνέχεια παρατηρεί: «Το μειονέκτημα όμως αυτής της πολύτιμης προσπάθειας είναι το ότι τελικά σχολαστικοποιεί την πατερική ανθρωπολογική διδασκαλία και έτσι  ενώ διανοητικά παρουσιάζει τη σωστή διδασκαλία των Πατέρων, υπαρξιακά όμως τη διαστρέφει επειδή ακριβώς τη διανοητικοποιεί. Η προσπάθεια του π. Ιεροθέου δεν είναι γεύση ζωής, είναι σύστημα ιδεών και ίσως κάνει με τα πατερικά χωρία εκείνο που η ίδια ακριβώς προσέγγιση έκανε με τα αγιογραφικά χωρία παλαιότερα».

Το ίδιο σχεδόν παρατηρεί και ο π. Βασίλειος Θερμός. Γράφει:«Θα παραμένει το ζήτημα της συστηματικής διατάξεως των περιεχομένων, σε χώρο ζωής, δηλ. μη συστηματικό, με όρους και έννοιες που προέρχονται από πρόσωπα μεγάλων γεωγραφικών αποστάσεων μεταξύ τους και σε ακτίνα 14αιώνων»

Πρέπει να σταθώ κυρίως στη σκέψη ότι διανοητικοποιώ την πατερική διδασκαλία και ότι το βιβλίο μου δεν έχει γεύση ζωής ή ακόμη ότι όλη η ανάπτυξη δεν βρίσκεται σε χώρο ζωής. Και νομίζω θα χρειασθεί όχι μια αντίκρουση, αλλά κυρίως μια ανάλυση του δικού μου τρόπου εργασίας.

Σχεδόν αυτόματα μου ήλθε η σκέψη του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προς τον Βαρλαάμ «... πως αν συ, κατήγορος ων, το νοούμενου παραδραμών, κατά μόνου τού φαινομένου εχώρησας;» Έχω την βεβαιότητα ότι το βιβλίο μου «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», όπως πολλοί μου είπαν προφορικά και έγραψαν —και σ' αυτούς συγκαταλέγονται αγιορείτες πατέρες, που βιώνουν ζωντανά την Πατερική Παράδοση της Εκκλησίας— έχει ένα βαθύ νόημα, που πολλοί δε θέλουν να δουν στη σημερινή εποχή. Και δυστυχώς παρατηρώ ότι παραβλέπουμε αυτό το βαθύ νόημα και στεκόμαστε μόνο στο εξωτερικό φαινόμενο, στον τρόπο γραφής.

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, στο έργο του «Υπέρ τωνιερώς ησυχαζόντων», χρησιμοποιεί πάνω από 1500 παραπομπές σεαγιογραφικά και πατερικά χωρία, χωρίς όμως να κατηγορείται από τους σημερινούς ότι δεν κινείται σε χώρο ζωής. Και μάλιστα μερικοί στην εποχή του τον κατηγορούσαν ότι διέστρεφε τα πατερικά χωρία. Και βεβαίως δεν μπορώ κατ' ουδένα τρόπο να συγκριθώ με το έργο τού άγιου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά το αναφέρω απλώς σαν παράδειγμα. Ότι δηλαδή παρατηρείται το φαινόμενο, δυστυχώς να στεκόμαστε στην επιφάνεια της αναγνώσεως, χωρίς να προχωρούμε στο ουσιαστικό περιεχόμενο.

Και όμως πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το βιβλίο αυτό είναι προϊόν ποιμαντικής και εκκλησιαστικής πείρας. Δεν ξεκίνησε από μελέτεςγύρω από τα πατερικά χωρία, αλλά από την πραγματικότητα ότι πολλοί χριστιανοί εξομολογούνται χωρίς να θεραπεύονται. Και αν θέλετε ακόμη, είχα την προσωπική μαρτυρία ψυχιάτρων και ψυχολόγων, που εξασκούν την ψυχαναλυτική μέθοδο, ότι δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τους ανθρώπους. Αυτή ήταν η κινητήρια αφορμή για να μελετήσω το τι ακριβώς λέγουν oι άγιοι Πατέρες πάνω στα θέματα αυτά. Πέρα από την ποιμαντική μου πείρα, αφορμή στη συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι οι ζωοποιές και ζωντανές εμπειρίες συγχρόνων αγίων θεοπτών, τους οποίους ρώτησα σχετικά. Και μάλιστα προσπάθησα να ερμηνεύσω τα πατερικά χωρία μέσα από τη σύγχρονη πείρα των αγίων, οι οποίοι, καθώς πιστεύω, βρίσκονται σε μεγάλα ύψη πνευματικής ζωής. Και νομίζω ότι η γνώμη τους πρέπει να εισακούεται και όχι η γνώμη εμπαθών ανθρώπων, που επενδύεται με στοχαστικές σκέψεις.

Υπάρχουν πολλοί αναγνώστες τού βιβλίου μου και έχω πολλά παραδείγματα που διέκριναν αυτή τη ζωή και μάλιστα ωφελήθησαν από την ανάγνωση. Μπορεί να θεωρηθεί θρασεία η επανάληψη του λόγου των αγιορειτών πατέρων στον αγιορείτικο τόμο, αλλά θα τον παραθέσω: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν, ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν, ταύτα δια της μικράς έγνωμεν πείρας». Δεν ξεκίνησα αυτό το έργο με στοχασμό και φιλοδοξία, αλλά από πατερική σύγχρονη καθοδήγηση και μικρά πείρα. Και νομίζω κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήση την ενδεχόμενη πείρα του άλλου. Τα ίδια σχεδόν επαναλαμβάνει και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και παντός εντυγχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ’ αυτής της πείρας ίνα μοι γένηται βοήθεια, δια των προσευχών των ωφελουμένων εξ αυτών. Διότι ουκ ολίγον μόχθον κατεβαλόμην εις αυτά».

Μπορεί να φαίνεται υπέρμετρος αυτός ο λόγος αλλά εξαναγκάζομαι να τον αναφέρω και να σιωπήσω περισσότερο. Τουλάχιστον ας αναγνωρισθεί ότι την διδασκαλία αυτή την παρέλαβα από αληθινά στόματα.

Βέβαια, υπάρχουν ολόκληρες σελίδες στο βιβλίο μου που γίνονται αναλύσεις σε έν­νοιες πατερικές και ίσως αυτές να δικαιολο­γούν την άποψη ότι σχολαστικοποίησα την πατερική ανθρωπολογική διδασκαλία. Όμως θα ήθελα να παρατηρήσω ότι αυτή είναι μια βαρειά κατηγορία. Τουλάχιστον έτσι εγώ τη θεωρώ. Ίσως δεν γνωρίζουμε επαρκώς τι ακριβώς είναι σχολαστικισμός και σχολαστικοποίηση.

Πάντως, αν έκανα ανά­λυση των διαφόρων εννοιών και κυρίως τού νοός, της καρδιάς, της ψυχής, δεν το έκανα τυχαία. Με οδήγησαν κυρίως δύο βασικές αιτίες. Η πρώτη αίτια είναι ότι ήθελα εμμέ­σως να παρουσιάσω τη διαφορά της ανθρω­ποκεντρικής ψυχοθεραπείας από την «Ορ­θόδοξη Ψυχοθεραπεία». Παρετήρησα ότι ο όρος ψυχή στη σύγχρονη ψυχολογία είναι αφηρημένος και στοχαστικός, θα μπορούσα να προσθέσω ότι στερείται οντολογικού πε­ριεχομένου.

Οι ψυχοθεραπευτές που εργά­ζονται έξω από το κλίμα της ορθοδόξου ασκητικής μεθόδου θεωρούν συνήθως ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο υποσυνείδητο, στο χώρο εκείνο που επισωρεύονται τα απωθη­μένα βιώματα. Όμως στην Ορθόδοξη Πα­ράδοση δεν πρόκειται απλώς περί χώρου και απωθημένων βιωμάτων, αλλά περί νόσου μιας ενεργείας της ψυχής, η οποία ψυχή είναι κατ' εικόνα Θεού. Αυτή η ενέργεια είναι ο νους. Οπότε έπρεπε να το αναλύσω αυτό, για να φανεί καθαρά η διαφορά των δύο ψυχοθεραπειών.

Η δεύτερη αιτία είναι ότι στους Πατέρες γίνεται μια εναλλαγή των όρων νους, ψυχή, καρδιά. Έπρεπε λοιπόν να κάνω μια τέτοια ανάλυση και να δω τι ακριβώς είναι η καρδία, ο νους, η ψυχή, ο λόγος. Και ομολογώ ότι αυτό το έργο το έκανα με τη σοφή καθοδήγηση συγχρόνων θεοπτών αγίων, πατέρων που βιώνουν υπαρξιακά τον Θεό. Γιατί, όποιος απέκτησε νοερά προσευχή, αυτός γνωρίζει υπαρξιακά τι είναι νους και ότι διακρίνεται από τη λογι­κή˙ ή ακόμη γνωρίζει τι είναι φαντασία, ότι η φαντασία είναι μεταπτωτικό φαινόμενο και ότι για τη σωτηρία είναι απαραίτητη η κάθαρση του νοός από τη φαντασία.

 Δυστυχώς έχουμε χάσει τη ζωντανή παράδοση, γι' αυτό χρειάζονται τέτοιες αναλύσεις. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι oι άγιοι Πατέρες έχαναν μεγάλους αγώνες για να καθορίσουν την έννοια ενός όρου π.χ. υπόστασηπρόσω­πο, χωρίς να τους προσάψουμε την κατηγο­ρία τού σχολαστικού, επειδή ακριβώς ασχολήθηκαν με αυτό το έργο. Άλλωστε οι ίδιοι οι άγιοι Πατέρες δίδουν πολλές ερμηνείες των διάφορων όρων. Και μόνον να θυμηθούμε την «έκδοση ακριβούς πίστεως» του άγιου Ιωάννου τού Δαμάσκηνου, μπορούμε να τα διαπιστώσουμε.

Πάντως, επανερχόμενος στην πρώτη αιτία. Θέλω να επιστήσω την προσοχή στο ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει χαρα­κτηριστικά ότι το βασικό πρόβλημα τού ανθρώπου είναι ο σκοτασμός τού νοός. Και ξέρουμε πολύ καλά από την πατερική παρά­δοση ότι ο σκοτασμός συνδέεται με τη νέκρωση τού νοός, που είναι οφθαλμός της ψυχής, οπότε αρρωσταίνει όλη η ψυχοσωματική ύπαρξη του ανθρώπου. Ο άγιος τονίζει επιγραμματικά. «Νους γαρ αποστάς του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης, και των όρων αποστατήσας της φύσεως επιθυμεί των αλλοτρίων και κόρον φιλοκερδείας ουκ οίδε, ταις σαρκικαίς επιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί, και μέτρον ηδονής ου γινώσκει. Τιμάσθαι βούλεται παρά πάντων ο δι' έργων εαυτόν ατιμάζων και πάντας εθέλει κολακεύειvκαι συναινείν και συμπράττειν ταις εκείνου γνώμαις, και μη τούτου τυγχάνων (πως γαρ;) οργής ακαθέκτου πληρούται και ο θυμός αυτώ και η κατά των ομοφύλων ορμή, κατά την ομοίωσιν τον όφεως˙ και ανθρωποκτόνος ο άνθρωπος γίνεται..».

Παρέθεσα ολόκληρο αυτό το χωρίο για να φανεί ότι πολλά προβλήματα που μαστίζουν τους ανθρώπους σε ανθρωπολογικό ψυχολογικό επίπεδα, ακόμη δε και σε κοινωνικό έχουν αφετηρία τον σκοτασμό του νοός. Σκοτασμός τού νοός είναι η νοερά προσευχή. Μόνον όταν ο άνθρωπος φθάσει στον φωτισμό τού νοός, που φανερώνεται με την νοερά προσευχή τακτοποιείται και ολοκληρώνεται ψυχολογικά και πνευματικά. Kαι γνωρίζω καλά ότι στον φωτισμό τού νοός δεν οδηγεί καμιά ψυχανάλυση και καμιά ψυχολογική θεραπεία. Μόνον όταν προηγηθεί κάθαρση μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος εκεί.

Ακόμη, ο δυτικός τρόπος ζωής, που είχε προηγουμένως αποδεσμευθεί από την πατερική παράδοση, δημιούργησε όλες τις νευρωτικές καταστάσεις στα πρόσωπα, στις οικογένειες και τις κοινωνίες. Και oι δυτικοί άνθρωποι προσπάθησαν να βρουν έναν τρόπο για να επιζήσουν αρμονικά μέσα στη φρι­κτή φυλακή των αισθήσεων. Αυτόν τον ρόλο θέλει να επιτελέσει η ανθρωποκεντρική ψυ­χολογία και ψυχοθεραπεία.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι να φθάσουμε σε μια ψυχολο­γική ισορροπία, αλλά να βγούμε από τη φρικτή φυλακή και να φθάσουμε στη θέωσηΚαι αυτό δεν επιτυγχάνεται με ανθρώπινες μεθό­δους, άλλα με όλα τα μέσα που διαθέτει η Ορθόδοξη Παράδοση. Και ξέρουμε καλά ότι όλη η μυστηριακή και ασκητική παράδο­ση, που διατηρείται μέχρι των ημερών μας, συγκεκριμενοποιείται στην Κάθαρση, στο Φωτισμόκαι τη ΘέωσηΓι' αυτό υπάρχει χα­ώδης διαφορά μεταξύ της ανθρωποκεντρι­κής ψυχοθεραπείας και της Εκκλησιαστικής ψυχοθεραπείας, τόσο ως προς το θέμα της υγείας όσο και ως προς το θέμα της ασθενείας, αλλά και των μεθόδων της θερα­πείας.

Οάγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας δίδει μια αφορμή να υποθέσουμε πως θα μιλούσε αν ζούσε σήμερα προς την ουμανιστική ψυχανάλυση. Ο αιρετικός Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι μπορούμε να φθάσουμε στην τελειότητα και στην αγιότητα, όταν διδαχθούμε από την έξω παιδεία: «τας διαιρετικάς και συλλογιστικάς και αναλυτικάς μεθόδοις». Αλλά ο άγιος Γρηγόριος αντιλέγει ορθόδοξα ότι «τούτο το δόγμα φρονήματος εστίν ελληνικόν. Στωικών τε και Πυθαγορείων αίρεσις». Και στη συνέχεια διδάσκει ότι όχι μόνον δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς την αληθινή γνώση, αλλάούτε αυτόν τον ίδιο τον εαυτό του δεν μπορεί να γνωρίσει «διαιρετικαίς και συλλογιστικαίς και αναλυτικαίς μεθόδοις». Η γνώση τού εαυτού μας δεν γίνεται με αναλύσεις και συλλογισμούς, αλλά με το να καταστήσουμε το νου μας άτυφο και απόνηρο«δι' επιμόνου μετανοίας και ασκήσεως συντόνου».

Και ξέρουμε καλά τι εννοεί ο άγιος Γρηγόριος μετάνοια και άσκηση. Όχι μόνον μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ίδιο θα έλεγε και για την ανθρωποκεντρική σύγχρονη ψυχοθεραπεία, αλλά το γνωρίζουμε με βεβαιότητα, γιατί αυτήν την ίδια διδασκαλία συνάντησα σε πολλούς πατέρες, που ασκούνται στο Άγιον Όρος, oι οποίοι με κανένα λόγο δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν σχολαστικοί, διανοητές ή ακόμη ευσεβιστές, ότι δηλαδή στερούνται ζωής.

Μου έκανε κακή εντύπωση ότι κρίνοντας ο π. Φιλόθεος το βιβλίο μου βρίσκει, στο μεγαλύτερο μέρος, αφορμή να επιτεθεί εναντίον της θεολογίας τού «νέου κύματος». Αλλά γιατί αυτή η τακτική; Kαι τελικά γιατί δεν κατονομάζουμε τους εκφραστές αυτής της θεολογίας τού «νέου κύματος», αφήνοντας, ίσως όχι εσκεμμένως, την ιδέα να υποθέσουν οι αναγνώστες ότι ανήκω και εγώ στους θεολόγους τού «νέου κύματος»; Ξέρω καλά ποιους εννοεί ο π. Φιλόθεος. Αλλά θα περίμενα, αφ’ ενός μεν να τους κατονομάσει, αφ’ ετέρου δε να τους αναφέρει σε άλλο σχετικό άρθρο και όχι να τους συγχέει με την κριτική παρουσίαση τού βιβλίου μου.

Κλείνω τις λίγες αυτές παρατηρήσεις με δυο προτάσεις μου στους αναγνώστες αυτής της επιστολής.

Ηπρώτη είναι ότι το έργο μου δεν ολο­κληρώθηκε με το βιβλίο «Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία» και με το δεύτερο που κυκλοφόρησε με τίτλο «Θεραπευτική Αγωγή». Ήδη έχει γραφεί και θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο ο τρίτος τόμος της σειράς, με τίτλο «Συζητήσεις για την Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία». Εκεί θα περιληφθούν κεφάλαια που απαντούν σε θέσεις των άρθρων της «Συνάξεως» για την ψυχολογία, όπως π.χ. το κεφάλαιο «Ορθόδοξη και ουμανιστική ψυχοθεραπεία». Θα επακολουθήσει και ένας τέταρτος τόμος, που έχει ήδη γραφεί, με τίτλο «Ψυχική ασθένεια και υγεία» και είναι διάλογος. Και έτσι θα ικανοποιηθεί και το αίτημα, που το είχα ήδη επισημάνει τού π. Βασιλείου να παρουσιασθεί όλη η ορθόδοξη παράδοση «σε χώρο ζωής, δηλ μη συστηματικό, με όρους και έννοιες που προέρχονται από πρόσωπα μεγάλων γεωγραφικών αποστάσεων». Σκέπτομαι δε ακόμη να συνεχίσω αυτή την προσπάθεια με άλλα δύο βιβλίο, που θα αναφέρονται στα ίδια θέματα. Γιατί σήμερα που μας βομβαρδίζουν με τα βιβλία και τους λόγους ψυχολόγων προτεσταντικού τύπου, χρειάζεται να ακουστούν καθαρά oι πατερικές μαρτυρίες. Έχω ενθαρρυντικές προτάσεις για το σκοπό αυτό. Παρακαλώ, λοιπόν, τον αναγνώστη να αναγνώσει τα βιβλία αυτά όταν εκδοθούν.

Ηδεύτερη πρόταση είναι αυτή που παρουσιάζω στις ομιλίες μου και μάλιστα τη διατύπωσα στους φοιτητές της Λαοδικείας της Συρίας, όπου προσκλήθηκα να μιλήσω, και στους φοιτητές της Μπελεμεντίου θεολογικής Σχολής τού Πατριαρχείου Αντιοχείας. Είπα ότι δεν έχω την εντύπωση ότι τα βιβλία είναι χώρος ζωής. Χώρος ζωής είναι η ίδια η Εκκλησία. Τα βιβλία ή εκφράζουν αυτή τη ζωή ή οδηγούν προς αυτήν, οπότε, όταν ο άνθρωπος μέσα στο χώρο της Εκκλησίας βρίσκει τη ζωή, δεν τού πολυχρειάζονται τα βιβλία. Τα βιβλία, ακόμη και αυτών των αγίων, δεν μπορούν να εκφράσουν πλήρως τη ζωή. Γιατί, κατά το λόγο των αγίων, ο Θεός, αποκαλυπτόμενος στον άνθρωπο, παραμένει ακόμη μυστήριο και ανέκφραστος. Και ευχήθηκα να βρουν αυτή τη ζωή και να πετάξουν όλα τα βιβλία — φυσικά και τα δικά μου. Θυμάμαι τα λόγο του αγίου Συμεών τού Ευλαβούς, πνευματικού του αγίου Συμεών τού Νέου θεολόγου: «Θεόν κτήσαι και ου δεηθήση βιβλίον». Αυτήν την ευχή εύχομαι και στους αναγνώστας αυ­τής της επιστολής.

Υ.Γ. Η βασική θέση των δύο κριτικών είναι ότι το βιβλίο μου δεν έχει σχέση με τη ζωή. Ο π. Φιλόθεος Φάρος ισχυρίζεται ότι η προσπάθειά μου «δεν είναι γεύση ζωής, είναι σύστημα ιδεών»· και ο π Βασίλειος Θερμός γράφει ότι το βιβλίο πρέπει να ξαναγραφεί «σε χώρο ζωής, δηλ μη συστηματικό». Διαβάζοντας αυτά διερωτήθηκα: τι ακριβώς εννοούν. Γνωρίζουν επακριβώς τι είναι γεύση ζωής και τι είναι ιδεολογία; Ποιο γράψιμο συνιστά τη γεύση ζωής; Ίσως αφήνεται να νοηθεί ότι το εγκεφαλικό, στοχαστικό, ψυχολογικόκαι κουλτουριάρικο γράψιμο είναι αυτό που δίδει σε ένα βιβλίο τη γεύση ζωής. Όμως, πιστεύω, ότι όπου υπάρχει η «δύσπεπτη» ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας, εκεί υπάρχει η αληθινή γεύση ζωής. Ένας αντικειμενικός αναγνώστης, διαβάζοντας το βιβλίο μου, στο οποίο γίνεται λόγος για την κάθαρση της καρδίας, για το φωτισμό τού νου, για τη θεραπεία της πεπτωκυίας λογικής, για τον ησυχαστικό τρόπο ζωής, για την ελευθέρωση του ανθρώπου από τη δυναστεία της λογικής και των λογισμών, για τη μετάνοια και τη μεταμόρφωση των παθών, για την απαλλαγή του ανθρώπου από τη φαντασία, για τις αναγκαίες προϋποθέσεις αναδείξεων, των θεραπευτών και γενικά για τη θεραπευτική μέθοδο της Ορθοδοξίας, που συγκεκριμενοποιείται στην κάθαρση, τον φωτισμό και τη βίωση, μπορεί να αναγνωρίσει ότι η «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» διαποτίζεται από αυτή την ασκητική ατμόσφαιρα της Ορθοδοξίας, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με την ιδεολογία και είναι η μόνη οδός για τη γεύση της αληθινής ζωής. Μόνον δια της μετανοίας, που είναι ο φωτισμός τού νου, αποκτά κανείς την αληθινή ζωή και απομακρύνεται από την ιδεολογία. Τελικά, αν, μιλώντας για γεύση ζωής και χώρο ζωής, εννοούν τον στοχαστικό και κουλτουριάρικο τρόπο γραφής, ομολογώ ότι ποτέ δεν θα ήθελα να γράφω κατ' αυτόν τον τρόπο.