ag markos

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΣΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

   Ο σουλτάνος εξοργισμένος σκέφτηκε στην αρχή να πολιορκήσει την Κωνσταντι­νούπολη και δεν απομακρύνθηκε από την εκτέλεση της απόφασης αυτής παρά μόνο από το μεγάλο βεζίρη Χαλήλ πασά, ο οποίος από τότε επειδή έπαιρνε δώρα από τους δι­κούς μας και γι' αυτό τους υπεράσπιζε, παρατήρησε στον κύριό του ότι, αν παρου­σιαζόταν ο έσχατος εκείνος κίνδυνος, ο βα­σιλιάς με κάθε τρόπο θα συμφωνούσε την ένωση και θα πετύχαινε έτσι τη βοήθεια ολόκληρης της Δύσης, ενώ αν συνεχίσουν να ειρηνεύουν, θα είναι άγνωστη η έκβαση των διαπραγματεύσεων. Και αν μεν κατορ­θωθεί η ένωση, μπορούν να αναβάλουν την προσβολή, αν όχι, μπορούν να την επιχειρή­σουν με περισσότερη ελπίδα επιτυχίας. Γι' αυτό μέχρι σ' ένα σημείο είχε δίκιο ο Φραν­τζής να λέει ότι η υπόθεση αυτή της συνό­δου «ην αιτία πρώτη και μεγάλη, ίνα γένηται η κατά της Κωνσταντινουπόλεως των ασεβών έφοδος, και από ταύτης πάλιν η πο­λιορκία και η αιχμαλωσία και τοσαύτη συμ­φορά ημών». Η πολιορκία και η άλωση θα γίνονταν βέβαια και χωρίς τη σύνοδο και τα σκανδαλώδικα επακολουθήματά της, αλλ' ότι όλα αυτά, όπως έγιναν στο τέλος, επιτά­χυναν την κρίση, είναι αναμφισβήτητο. Απ' την άλλη τα πνεύματα στον ανατολικό χρι­στιανικό κόσμο δεν είχαν διάθεση να θυσιά­σουν ούτε ελάχιστο μέρος της εκκλησιαστι­κής ανεξαρτησίας, έστω και με την ελπίδα να σώσουν την πολιτική ανεξαρτησία. Ο βασι­λιάς Ιωάννης νόμιζε βέβαια αναγκαίο να γί­νουν παραχωρήσεις, αλλ' ήταν άραγε πιθανό ότι θα μπορέσει να επιβάλει τη γνώμη του, αφού ο ίδιος ο αρχηγέτης του οίκου του, που ήταν πολύ ισχυρότερος, έγινε στο τέλος θύμα παρόμοιων επιθυμιών. Και το πιο παρά­ξενο, ο τότε οικουμενικός πατριάρχης Ιωσήφ αν και παιδευόταν από αρρώστια που επρόκειτο μετά από μερικούς μήνες να προ­καλέσει το θάνατό του, αποφάσισε σχεδόν με μεγάλη προθυμία να ακολουθήσει το βα­σιλιά σ' αυτή την κοπιαστική οδοιπορία, όχι για να τον βοηθήσει να πετύχει τη βοήθεια της Ευρώπης, αλλά για να πάρει θέση μάλ­λον ανεξάρτητη απέναντι στην κοσμική εξ­ουσία, φανταζόμενος δηλαδή ότι θα συνθη­κολογήσει με τον πάπα με βάση την ισοτιμία και ότι έτσι θα γυρίσει στην Κωνσταντινού­πολη πολύ ισχυρότερος από άλλοτε.

Ο Έλ­ληνας ιστοριογράφος της συνόδου στη Φλωρεντία Συρόπουλος το βεβαιώνει κατη­γορηματικά, λέγοντας˙ «και δια του πάπα εθάρρει ελευθερώσαι την εκκλησία από της επιτεθείσης αύτη δουλείας παρά του βασι­λέως». Αληθεύει ότι η μεσαιωνική μας βασι­λεία είχε πολλές φορές την αξίωση να κανο­νίζει με δική της γνώμη τα εκκλησιαστικά πράγματα και ότι στην τελευταία της περί­οδο κυρίως, όταν είχε τελείως σταματήσει ο κίνδυνος απ' τις μεγάλες αιρέσεις, η αξίωση εκείνη ήταν παράλογη. Αλλά ήταν άραγε ο καιρός κατάλληλος για τέτοιες γκρίνιες; Και ήταν δυνατό να ελπίσει κανείς ότι η δια­πραγμάτευση θα γινόταν με βάση την ισοτι­μία; Τουλάχιστο ο βασιλιάς Ιωάννης, όπως φαίνεται, δεν είχε ψευδαισθήσεις και έφευγε για να πετύχει με κάθε θυσία περισ­σότερο την ευρωπαϊκή βοήθεια, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στην ολέθρια εντύπωση, που επρόκειτο να προξενήσει η θυσία αυτή στους υπηκόους του και στον ανατολικό κλήρο.

Για να έχει μάλιστα όσο γίνεται περισσό­τερους συμμέτοχους της θυσίας στην οποία ετοιμαζόταν, πήρε μαζί του, εκτός από τον οικουμενικό πατριάρχη Ιωσήφ, πολυάριθ­μους άλλους αρχιερείς και καλόγηρους και κληρικούς λόγιους άντρες. Οι πιο ξεχωριστοί απ' τους αρχιερείς που τον ακολούθησαν στη σοφία και ευγλωττία ήταν οι επίσκοποι Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός, Σάρδεων Διο­νύσιος και Νίκαιας Βησσαρίων, οι οποίοι στην περίσταση αυτοί προβιβάστηκαν σε αρ­χιεπίσκοπους. Εκτός απ' αυτούς συνόδεψαν το βασιλιά οι αρχιεπίσκοποι και επίσκο­ποι Τραπεζούντας, Ηράκλειας, Νικομή­δειας, Κυζίκου, Τουρνόβου, Μονεμβασίας, Λακεδαίμονας, Αμάσειας, Μυτιλήνης, Σταυροπόλεως, Μολδοβλαχίας, Ρόδου, Μελενίκου, Δράμας, Γάνων, Δρίτσας και Αγχιάλου˙ ακόμα δε κι ο μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος, σαν επίτροπος της ρωσικής εκ­κλησίας. Ακολουθούσαν επίσης οι τοποτηρητές των πατριαρχών Αντιόχειας, Αλεξάν­δρειας και Ιεροσολύμων και όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί της μεγάλης εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στους οποίους ο μεγάλος εκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος, που έγραψε και την ιστορία της Φλωρεντινής συνόδου. Δε θ' αναφέρουμε λεπτομερέστερα τους ηγούμενους, τους μοναχούς, τους ψάλτες και τους άλλους κληρικούς που επιβιβάστηκαν στη ναυτική εκείνη μοίρα, για την οποία μπορούμε στ' αλήθεια να πούμε ότι έφερε την τύχη του ελληνικού έθνους, αλλά οφείλουμε να μνη­μονέψουμε ανάμεσα στους λόγιους άντρες, το γνωστό σε μας πια Γεμιστό και το Σχολάριο, που ήταν τότε καθολικός κριτής, και αρ­γότερα αφού άλλαξε όνομα σε Γεννάδιος αναδείχτηκε πρώτος, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οι­κουμενικός πατριάρχης. Για να δοθεί στην Ανατολική Εκκλησία όσο γίνεται μεγαλύ­τερη αξιοπρέπεια, επιβιβάστηκαν στα καρά­βια τα πολυτιμότατα σκεύη της εκκλησίας της Σοφίας του Θεού και τα βασιλικά κειμή­λια και κάθε λείψανο μ' ένα λόγο της αρχαίας λαμπρότητας. Γι' αυτό το σκοπό ο βασιλιάς έδωσε στον κλήρο 6.000 φιορίνια απ' τις 15.000 που πήρε από τους Λατίνους εξ αιτίας των οδοιπορικών εξόδων, και η διανομή τους έδωσε αφορμή σε πολλές αηδιαστικές δια­μάχες, που, όπως δεν έπρεπε, επρόκειτο να ξαναγίνουν λόγω του σιτηρέσιου που αργό­τερα ο πάπας μοίρασε στους δικούς μας ενώ διαρκούσε η σύνοδος. Αλλά από τις εξευτε­λιστικές αυτές περιστάσεις ας δώσουμε την προσοχή μας για παρηγοριά στις δυο ακολουθίες που ψάλθηκαν λίγο πριν την αναχώ­ρηση στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και στο μοναστήρι της Οδηγήτριας, οι οποίες ήταν στ' αλήθεια αξιοπρεπέστατες και όπου κατανυκτικά αντήχησε μαζί με τ' άλλα το «έτι δεόμεθα υπέρ ειρήνης, ευοδώσεως, διορ­θώσεως και ενώσεως των εκκλησιών του Χριστού».

Τελικά η λαμπρή αυτή και πολυάριθμη συνοδεία ταξίδεψε από την Κωνσταντινού­πολη στις 27 Νοεμβρίου 1437 (η, όπως αριθ­μούσαν οι δικοί μας από την κτίση του κό­σμου 6.946). Απ' τις πολλές και ποικίλες πε­ριπέτειες του μεγάλου της ταξιδιού δε θ' αναφέρουμε παρά ότι ο βασιλιάς Ιωάννης απ' τη μια για ν' αποφύγει το γύρο της Πελο­ποννήσου, και απ' την άλλη για να επισκεφ­τεί τ' αδέρφια του που εξουσίαζαν εκεί και να τους παρακινήσει σε ομόνοια, κατέβηκε στις Κεγχρεές και αφού πέρασε τη χερσό­νησο έφιππος έφτασε στην Πύλο, όπου βρήκε το καράβι του. Αφού ανέβηκε αμέσως συνέχισε το ταξίδι για τη Βενετία, όπου έφ­τασε στις 3 Φεβρουαρίου 1438 και τον δέ­χτηκαν πάρα πολύ καλά.

Ανάμεσα όμως στα θαυμάσια που είδαν στην πόλη αυτή οι επίσημοι εκείνοι ξένοι ήταν και τα έργα της τέχνης και οι άλλοι θη­σαυροί που άρπαξαν οι Λατίνοι απ' την Κων­σταντινούπολη στον καιρό της κυριαρχίας τους· ώστε ακεφιά και λύπη κυρίεψε τους δι­κούς μας, όταν πάτησαν τη χώρα εκείνη με τους κάτοικους της οποίας έρχονταν να συ­νεννοηθούν. Στο μεταξύ ο πάπας έτρεξε να κηρύξει οριστικά ότι η νέα σύνοδος θα συνέρθει στη Φερράρα στις 8 Ιανουαρίου 1438. Και η σύνοδος στη Βασιλεία τον κήρυξε αργό στις 24 Φεβρουαρίου, αλλά οι Έλληνες στη Βενετία μάθαιναν όμως ότι στη Βασιλεία επικρατούσαν πολλές διχόνοιες και ότι αρ­κετοί από τους κοσμικούς ηγεμόνες ιδιαί­τερα δεν έβλεπαν ευχάριστα αυτή την εχ­θρική διάθεση για τον πάπα. Απ' την άλλη ο πάπας και γενικά οι Ιταλοί ηγεμόνες, που επιθυμούσαν φυσικά τη συγκρότηση της νέας συνόδου στη χώρα τους, δεν έπαυαν με ποικίλους τρόπους να αγωνίζονται να προ­σελκύσουν τους δικούς μας στη Φερράρα. Δεν ξέρουμε αν οι γύρω απ' το βασιλιά Ιωάννη δίστασαν για κάμποσο ακόμα καιρό.

Αλλά και αν αποφάσιζαν να πάνε στη Βασι­λεία, πιθανότατα θα εμποδίζονταν απ' τους Ιταλούς που απ' τη χώρα τους έπρεπε να περάσουν. Αν υποτεθεί όμως ότι θα περ­νούσαν η ένωση στη Βασιλεία θα είχε συμφωνηθεί πραγματικά με καλύτερους όρους, αλλά όπως κατάντησαν τα πράγματα ήταν αμφίβολο αν οι κοσμικοί ηγεμόνες θα έκα­ναν σύμπραξη και βέβαιο ότι ο πάπας μπο­ρούσε να πετύχει τη ματαίωση κάθε βοή­θειας απ' αυτούς. Τουλάχιστο η σύνοδος στη Βασιλεία, αν και διακήρυξε στις 24 Μαρτίου παράνομο το συνέδριο στη Φερράρα, αν και συνεδρίασε για πολύ καιρό ακόμα, διαλύ­θηκε το Μάιο του 1449, χωρίς στην ουσία να περιορίσει το αξίωμα της παπικής εξουσίας. Και την αδυναμία της αυτή γνωρίζοντας οι δικοί μας και πειθόμενοι συνέχεια απ' τους Ιταλούς και μη θέλοντας, ίσως και μη μπο­ρώντας να γυρίσουν στην πατρίδα τους τε­λείως άπρακτοι, αποφάσισαν να φύγουν στη Φερράρα.

Και πρώτος έφυγε από τη Βενετία, στις 28 Φεβρουαρίου ο βασιλιάς και μπήκε στις 4 Μαρτίου στη Φερράρα, όπου τον υπο­δέχτηκε ο μαρκήσιος της πόλης αυτής «μετά μεγάλης τιμής, των υιών αυτού πεζή πορευομένων, και ουρανόν ύπερθεν του βασι­λέως αιωρούμενον κατεχόντων. Ούτως ουν προέπεμψεν αυτόν εις τον πάπαν, είτ' εκεί­θεν εις το ίδιον παλάτιον αυτόν ήγαγεν». Σαν πρόφαση για το ότι δεν έφτασαν μαζί ο πατριάρχης με το βασιλιά προτάθηκε η φτώ­χια των μικρών καραβιών με τα οποία έπρεπε να περάσουν τον Πάδο˙ αλλ' επειδή η ετοι­μασία του πλοίου με το οποίο επρόκειτο να περάσει τον Πάδο ο πατριάρχης δεν άργησε καθόλου, γιατί ο πατριάρχης έφτασε στις 7 Μαρτίου, άλλη ολοφάνερα ήταν η αληθινή αιτία για την οποία προχώρησε μπροστά ο βασιλιάς.

Ο Ιωάννης Παλαιολόγος ήξερε ότι και οι δυο ιεράρχες, που επρόκειτο να συναντη­θούν για πρώτη φορά, είχαν αλαζονικές αξιώσεις· και επειδή φοβήθηκε μήπως γι' αυτό δημιουργηθεί ανεπανόρθωτη ρήξη σ' αυτή την πρώτη τους συνομιλία, θεώρησε συνετό να πάει αυτός πρώτος με την ελπίδα να συμβιβάσει τα πράγματα. Εξηγήσαμε ήδη ότι ο Ιωσήφ πήγε στην Ιταλία για να δια­πραγματευτεί με τον αρχιερέα της Ρώμης με ίσους όρους και αφού πετύχει τέτοια ένωση να γίνει στην Κωνσταντινούπολη ανεξάρτη­τος απ' την πολιτική εξουσία. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς προχώρησε μπροστά απ' αυ­τόν στη Φερράρα, έκφρασε τη δυσαρέσκειά του γι' αυτό λέγοντας· «η ομού έδει αφικέσθαι τον βασιλέα και τον πατριάρχην η προηγείσθαι την εκκλησίαν, ου μην κατόπιν ταύτην ακολουθείν». Και ενώ τέτοια πίστευε ο πατριάρχης, ο πάπας αντίθετα απαιτούσε να προσκυνήσει ο Ιωσήφ το πόδι του στην πρώτη δεξίωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι απ' τους δυο πολιτικούς άρχοντες και τους αρ­χιερείς, που πρώτοι απ' όλους πήγαν στη Φερράρα, «οι μεν άρχοντες ησπάσαντο τον πόδα του πάπα και αναδοχής και ευμενείας έτυχον παρ' αυτού, των δε αρχιερέων μη ασπασαμένων τον πόδα του πάπα, αηδώς λίαν διετέθη προς αυτούς».

Πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι ο βασιλιάς που έφτασε μετά απ' αυτούς δεν υπέκυψε σ' αυτόν τον εξευ­τελισμό˙ τουλάχιστο ο Συρόπουλος δε λέει τίποτα γι' αυτό. Και το βέβαιο είναι ότι, όταν ο πατριάρχης πλησίασε στη Φερράρα στις 7 Μαρτίου, αρνήθηκε να κατεβεί προτού να αποφασιστεί οριστικά με ποιο τρόπο θα γίνει η υποδοχή του, και ενώ ο πάπας επέμεινε στον ασπασμό του ποδιού, ο βασιλιάς υπο­στήριζε με κάθε δύναμη τη διαμαρτυρία του πατριάρχη. Τελευταία ο πάπας υποχώρησε σ' αυτό αξιώνοντας ότι «δια το καλόν της ειρή­νης και ίνα μη γένηταί τις εμποδισμός εις το θείον τούτο της ενώσεως έργον από της πα­ρούσης αιτίας, παραιτείται το ίδιον δίκαιον». Αλλά ενώ στην αρχή είχε αποφασίσει να υποδεχτεί τον αρχηγό της Ανατολικής Εκ­κλησίας με πλήθος αρχόντων και παράσταση μεγάλη, μετά την παραχώρηση που αναφέρ­θηκε πριν, μη θέλοντας να τη γνωστοποιήσει στους πολλούς, όρισε ότι θα υποδεχτεί τον πατριάρχη με τους καρδινάλιους μόνο, σε δικό του κελλί, που όμως ήταν αίθουσα ευ­ρύχωρη όπως θα γίνει ολοφάνερο μετά από λίγο. Συμφώνησε στην τροπολογία αυτή ο πατριάρχης και το πρωί της 8 Μαρτίου, αφού βγήκαν απ' το καράβι και ο Ιωσήφ και οι γύρω απ' αυτόν ιεράρχες και άλλοι αξιωματι­κοί της εκκλησίας, έφυγαν έφιπποι και συ­νοδευόμενοι απ' το μαρκήσιο, τέσσερις καρδινάλιους, 25 επίσκοπους και πολλούς άρχοντες, στο παλάτι που κατοικούσε ο πά­πας.

Πρώτος μπήκε στο κελί που προαναφέ­ραμε ο πατριάρχης με 6 αρχιερείς, τον Τρα­πεζούντας, τον Εφέσου, τον Κυζίκου, τον Σάρδεων, τον Νίκαιας και τον Νικομήδειας· ο πάπας τους υποδέχτηκε και τους φίλησε όρθιος. Μετά από σύντομη συνομιλία κάθισαν όλοι και τότε ήρθαν ο ένας μετά τον άλλο για χαιρετισμό οι υπόλοιποι αξιωματικοί της Δυ­τικής Εκκλησίας απ' τους οποίους ο πάπας σ' άλλους πρότεινε το μάγουλο και σ' άλλους το δεξί χέρι. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο πά­πας καθόταν σε θρόνο πολυτελή και δεξιά του οι καρδινάλιοι «εν καθέδραις ίσαις κατά πάντα και ομοίαις τω υποποδίω του πάπα», και αριστερά ο πατριάρχης «εν ενί των δη­λωθέντων υποποδίων» και μαζί μ' αυτούς παρευρίσκονταν δουλοπρεπώς, λέει ο Συ­ρόπουλος, αυτοί που μπήκαν απ' την αρχή και οι προύχοντες απ' τους αρχιερείς. Γι' αυτό, αν οι ιεράρχες μας απέφυγαν το προσ­κύνημα του ποδιού, στα υπόλοιπα όμως απείχαν απ' το να παρασταθούν σαν ίσοι με ίσους. Μετά το τέλος της δεξίωσης ο πα­τριάρχης έφυγε με συνοδεία όλων των γύρω απ' αυτόν Ελλήνων στο σπίτι που ετοιμά­στηκε γι' αυτόν και την ίδια μέρα κάθισαν όλοι σε γεύμα που δόθηκε απ' το μαρκήσιο για να τιμηθεί ο ερχομός τους. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, έκαναν τη θεία λει­τουργία στο σπίτι του πατριάρχη, και όχι σε κάποια εκκλησία, πανηγυρικά όμως και οπωσδήποτε με την άδεια του πάπα, γιατί παραυρέθηκαν στην τελετή οι επισημότατοι πολίτες της Φερράρας και ο ίδιος ο μαρκή­σιος με πολλή ευλάβεια, παίρνοντας το αντίδωρο απ' τα χέρια του πατριάρχη. Μετά 4 μέρες ο πάπας έκφρασε την ευχήν αρχί­σουν οι συνομιλίες για ένωση, αλλά συμφώ­νησε για μικρή αναβολή στην παρατήρηση του βασιλιά ότι ο πατριάρχης αρρώστησε απ' την ταλαιπωρία του ταξιδιού. Στο μεταξύ ο βασιλιάς θύμισε στον πάπα ότι δεν πρόκειται μόνο για εκκλησιαστική σύνοδο, αλλά και για διαπραγματεύσεις με τους κοσμικούς ηγε­μόνες, οι οποίοι καλό ήταν να προσκληθούν στη Φερράρα γι' αυτό το σκοπό. Σ' αυτά ο πάπας αποκρίθηκε ότι το πράγμα έχει κά­ποιες δυσκολίες εξαιτίας των εμφύλιων πο­λέμων που επικρατούν στην Ιταλία, ότι όμως μέσα στους κατοπινούς τέσσερις μήνες θα παρθεί η πρέπουσα και γι' αυτό φροντίδα.

Μέχρι το σημείο αυτό οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων φαίνονταν να πηγαί­νουν οπωσδήποτε καλά. Αλλά μετά από λίγο άρχισαν οι διαμάχες· και πρώτα για την τροφή, που οι Λατίνοι υποσχέθηκαν να δί­νουν στους ξένους που έρχονταν απ' την Ανατολή. Στην αρχή είχε γίνει λόγος να δίνεται η τροφή σε ατόφια προϊόντα, έπειτα όμως αποφασίστηκε να δίνεται σε χρήματα. Και ορίστηκε λοιπόν ότι θα δίνονται το μήνα στο βασιλιά 30 φλουριά, στον πατριάρχη 25, στο δεσπότη 20 και στους υπόλοιπους από 4 και τρία. Πόσο τιποτένια ήταν η τροφή αυτή βγαίνει απ' το ότι ο πάπας μετά από εικοσαε­τία περίπου μόνο στο δεσπότη Θωμά, που κατάφυγε μετά την κατάκτηση της Πελο­ποννήσου στην Ιταλία, πλήρωνε 300 δου­κάτα το μήνα. Αλλά προς το παρόν ο σκοπός του ήταν να πείσει τους δικούς μας μαζί με τ' άλλα και με χρηματική στεναχώρια στο να τελειώσουν όσο είναι δυνατό γρηγορότερα την υπόθεση, και επειδή δεν πληρωνόταν τακτικά το σιτηρέσιο έγιναν αδιάκοπα τα παράπονα των δικών μας εξ αιτίας του ελεει­νού αυτού ζητήματος. Έπασχαν πραγματικά οι άνθρωποι στερήσεις φοβερές και όλοι οι άλλοι και κυρίως οι ακόλουθοι του βασιλιά και των ιεραρχών.

Ο Συρόπουλος βεβαιώνει ότι οι του βασιλέως γιανίτσαροι κατάντησαν να πουλάνε τα όπλα τους και να βάζουν εν­έχυρο τα ρούχα. Σε τέτοιο σημείο έφτασε η αμηχανία των αντρών αυτών, ώστε ο μεγά­λος πρωτοσύγκελλος, του οποίου ιδιαίτερα ζήτησαν τη βοήθεια επειδή είχε μεγάλη επιρροή στο βασιλιά, αφού δυο και τρεις φο­ρές μάταια μίλησε γι' αυτό στον Ιωάννη Πα­λαιολόγο, αφού έδωσε από μόνος του σ' αυ­τούς ένα φλουρί και μετά μερικές μέρες άλλο, κατάντησε να τους δώσει τα ιερά του επιμάνικα, για να τα πουλήσουν και να φάνε. Το γεγονός αυτό αρκεί για να δώσει σε μας το μέγεθος της φρικτής κατάστασης που πέρασαν οι δικοί μας και εξ αιτίας της λίγης τροφής και της καθυστέρησης της πληρω­μής της. Να μην παραλείψουμε να τραβή­ξουμε την προσοχή του αναγνώστη στο όνομα με το οποίο ο ιστοριογράφος της Φλωρεντινής συνόδου χαρακτηρίζει τους σωματοφύλακες του βασιλιά Ιωάννη. Όπως είδαμε, τους ονομάζει γιανιτσάρους. Και σε κανένα άλλο απ' τους δικούς μας δε συναν­τήσαμε το όνομα αυτό να δίνεται σε κάποιο στρατιωτικό σώμα της μοναρχίας στην Κων­σταντινούπολη, επειδή όμως ο Συρόπουλος το μεταχειρίζεται, πρέπει να παραδεχτούμε ότι το χρησιμοποιούσαν και να υποθέσουμε ότι οι τελευταίοι Παλαιολόγοι, ακούγοντας τη φήμη των οσμανικών γενιτσάρων, φιλοτι­μήθηκαν να δανειστούν τ' όνομα τους, το οποίο όμως δυστυγώς δεν αρκούσε για να κάνει τους γιανιτσάρους στην Κωνσταντι­νούπολη ισάξιους των νικητών του Κοσυφοπέδιου και της Νικόπολης.

Άλλη αφορμή διχόνοιας ανάμεσα στους δικούς μας και τους Λατίνους έδωσε η πάρα πολύ εύλογη απαίτηση του πατριάρχη να του δοθεί μια από τις εκκλησίες της Φερράρας για να λειτουργεί σ' αυτή στις επίσημες γιορτές. Ο πάπας αποκρίθηκε ότι αυτό δεν είναι στο χέρι του, αλλά στον επίσκοπο της πόλης, ενώ ο επίσκοπος είπε ότι οι πιο μεγά­λοι απ' τους ναούς δεν μπορούν ν' αφαιρε­θούν απ' τον πολύ λαό που εκκλησιάζεται σ' αυτούς και οι μικρότεροι δε θα ευχαριστή­σουν τον πατριάρχη. Και με την πρόφαση αυτή δε δόθηκε το ζητούμενο. Αλλά η σπουδαιότερη δυσκολία στο παρόν ήταν να κανονιστεί ο τρόπος με τον οποίο οι δυο εκ­κλησίες θα παρασταθούν στη σύνοδο. Μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις γι' αυτό αποφασίστηκε τελικά πως και πότε θα συγκεντρωθούν για το ίδιο Έλληνες και Λα­τίνοι.

Στις 9 Απριλίου ανοίχτηκαν οι πύλες της μητρόπολης στη Φερράρα. Δεξιά του ιε­ρού κάθισε ο πάπας σε θρόνο που είχε ου­ρανό και που ήταν ψηλότερος απ' όλους τους υπόλοιπους· πιο κάτω υπήρχε θρόνος κενός που προοριζόταν για τον αυτοκρά­τορα της Γερμανίας· έπειτα κάθισαν στις έδρες οι καρδινάλιοι, οι αρχιεπίσκοποι, οι ηγούμενοι, οι διδάκτορες, οι απλοί ιερωμέ­νοι και τελευταία όσοι παραβρέθηκαν λιγοστοί πρέσβεις των ηγεμόνων, οι πρίγκιπες, οι δούκες, οι μαρκήσιοι και άλλοι αριστοκράτες της Δύσης. Αφού έγινε η λειτουργία στα λα­τινικά, μπήκαν ο αυτοκράτορας της Ανατο­λής και όλα τα μέλη της ελληνικής εκκλη­σίας, ενώ στέκονταν όρθιοι όλοι οι Λατίνοι. Οι δικοί μας, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν κά­νει την ίδια λειτουργία, αφού ήρθαν παρατάχτηκαν αριστερά από το ιερό ως εξής. Απέ­ναντι από τον αυτοκρατορικό θρόνο της Γερμανίας, κάθισε σε θρόνο χωρίς ουρανό ο αυτοκράτορας της Ανατολής, σε θρόνο μι­κρότερο ο αδερφός του αυτοκράτορα, ο δε­σπότης Δημήτριος˙ μπροστά από τον αυτο­κρατορικό θρόνο οι πρέσβεις του αυτοκρά­τορα της Τραπεζούντας, του μεγάλου δούκα της Μοσχοβίας, του ηγεμόνα της Γεωργίας, των δεσποτών της Σερβίας και της Βλαχίας, οι αυλικοί, οι συγκλητικοί και οι λόγιοι άν­τρες. Δίπλα στον αυτοκρατορικό θρόνο στε­κόταν θρόνος λιγότερο ψηλός, προορισμένος για τον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, ο οποίος όμως δεν παραβρέθηκε γιατί συνε­χιζόταν η αρρώστια του˙ γύρω στον πατριαρ­χικό θρόνο στέκονταν οι πέντε διάκοι του˙ σε κατώτερες έδρες κάθισαν οι τοποτηρητές των τριών πατριαρχών Αλεξάνδρειας, Αντι­όχειας και Ιεροσολύμων έπειτα οι αρχιεπί­σκοποι και επίσκοποι και τελευταία οι αξιω­ματικοί της εκκλησίας Κωνσταντινούπολης, οι ηγούμενοι, οι παπάδες και οι καλόγηροι του όρους Άθω.

Από την αντιπαράταξη αυτή των Λατίνων και των δικών μας έγινε πάλι φανερό ότι παραβρεθήκαμε σαν κατώτεροι· ιδιαίτερα μάλιστα ματαιώθηκε το όνειρο του πα­τριάρχη Ιωσήφ να πετύχει ταυτόχρονα την ισοτιμία με τον πάπα και αναξάρτητη τάξη με το βασιλιά του. Γιατί, ενώ ο θρόνος του βα­σιλιά ήταν και στη θέση και στο ύψος κατώ­τερος απ' τον παπικό, του πατριάρχη ήταν πάλι ταπεινότερος κι απ' το, βασιλικό. Και το φοβερότερο, και άλλοι ιεράρχες από τους δικούς μας μάλωσαν μεταξύ τους για πρωτεία, και αφού αγανάκτησαν για την τάξη που τους δόθηκε, έδωσαν αφορμή σε πολλά σκάνδαλα. Οπωσδήποτε, αφού συ­γκροτήθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω η σύ­νοδος, διαβάστηκε για το ξεκίνημά της διά­ταγμα του πάπα που περιείχε ότι με τη ρητή συγκατάθεση του αυτοκράτορα και του πα­τριάρχη της Κωνσταντινούπολης και όλων των πατέρων που παρευρίσκονταν στη Φερ­ράρα κηρύσσεται η αρχή της συνόδου που συγκλήθηκε στην πόλη αυτή με το σκοπό της συμφιλίωσης των εκκλησιών «και κηρύττομεν», έλεγε το διάταγμα, «και δίδομεν διορίαν από του νυν μήνας τεσσάρας εις όλους τους τόπους και εις όλα τα ρηγάτα των χριστιανών, όπως έλθωσι πάντες και οι λοιποί του κονσιλίου της Βασιλείας και οι της Ρώμης και πας χριστιανός. Όστις βούλεται ουν ελθέτω έως του διωρισμένου καιρού, και όστις καταφρονήσει την αγίαν σύνοδον και ουδέ έλθη έως του διωρισμένου καιρού, ίνα μένη υπό κανόνα αφορισμού, εάν μη στέρξη όσα ποιήσει η σύνοδος αύτη η νενομοθετημένη».

Αλλ' οι τέσσερις μήνες και δυο άλλοι που προστέθηκαν αργότερα, για να λείψει κάθε πρόφαση σ' αυτούς που καθυστερού­σαν, πέρασαν, χωρίς ν’ αποκριθεί κανείς στην πρόσκληση. Οι βασιλιάδες της Γαλλίας, της Καστιλλίας, της Πορτογαλλίας, της Ναυάρας, ο δούκας των Μεδιολάνων και οι ηγεμόνες της Γερμανίας αγωνίστηκαν μάταια να συμφιλιώσουν τον Ευγένιο με τους πατέρες που έδρευαν στη Βασιλεία. Οι τελευταίοι συνέχιζαν να συνεδριάζουν ξεχωριστά και στη Φερράρα ήταν πάρα πολύ λίγοι οι ηγε­μόνες ή πρέσβεις των ηγεμόνων της Δύσης, πράγμα που λυπούσε πάρα πολύ τον Ιωάννη Παλαιολόγο, ο οποίος μέρα με τη μέρα πει­θόταν περισσότερο ότι δεν είχε να ελπίσει μεγάλη πραγματική βοήθεια απ' το διάβημα αυτό, και για να σκορπίσει τη θλίψη του περ­νούσε σε κυνήγια τους έξι αυτούς μήνες.

Οι θεολόγοι στο μεταξύ ετοιμάζονταν για τη συζήτηση των τεσσάρων ζητημάτων για τα οποία διαφωνούσαν οι δυο εκκλησίες, δη­λαδή σχετικά με την προσθήκη που έγινε από τους Λατίνους στο σύμβολο, των λέξεων και εκ του Υιού, για τη φύση των ποινών του καθαρτηρίου και της κατάστασης των ψυχών πριν τη «δευτέρα παρουσία», για τη χρήση των αζύμων στη λειτουργία και επίσης σχε­τικά με την εξουσία του πάπα. Στις 8 Οκτω­βρίου συγκροτήθηκε η δεύτερη συνεδρίαση της συνόδου από την άφιξη των Ελλήνων, σε κάποιο παρεκκλήσι του ανάκτορου στο οποίο κατοικούσε ο πάπας, σύμφωνα με την ίδια τάξη της πρώτης συνεδρίασης· η μόνη διαφορά ήταν ότι στο μεταξύ των δύο αντι­παραταγμένων αντιπροσώπων καθεμιάς από τις εκκλησίες κάθισαν σε δυο βάθρα που ήταν αντίκρυ τοποθετημένα έξι Έλληνες και έξι Λατίνοι θεολόγοι, που είχαν αναλάβει τη συζήτηση για τα παρόντα ζητήματα. Στη μέση αυτών ήταν ο κοινός διερμηνέας τους, ο καταγόμενος απ' την Εύβοια Νικόλαος Σεκονδίκος. Τη συνεδρίαση αυτή την ακολού­θησαν και δεκατρείς άλλες, απ' τις οποίες η τελευταία συγκροτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1438. Όλα τα ζητήματα που αναφέρθηκαν από πριν δεν ήταν βέβαια εξ ίσου σπουδαία˙ σπουδαιότατο απ' όλα ήταν το σχετικά με την προσθήκη του και εκ του υιού και για την κυριαρχία του πάπα. Αλλά αν και για το πρώτο απ' τα δυο τούτα ζητήματα φιλονίκησαν αδιάκοπα σ' όλο αυτό το διάστημα οι ρήτορες των δυο εκκλησιών, σε κανένα συμ­πέρασμα δεν έφτασαν στα τέλη της χρονιάς, όταν αφού ξέσπασε λοιμώδης αρρώστια στη Φερράρα μεταφέρθηκε η σύνοδος στη Φλω­ρεντία.

Εκεί ξανάρχισαν το Φεβρουάριο του 1439 οι συνεδριάσεις της και συνεχίστηκαν οι συζητήσεις γύρω από το ακανθώδες εκείνο θέμα. Ο πατριάρχης δεν παρεβρέθηκε σε καμιά απ' αυτές τις συνεδριάσεις, γιατί ήταν πάντοτε άρρωστος· έπαιρνε όμως μέρος στα πιο πολλά ιδιωτικά μυστικά συμ­βούλια στα οποία προαποφασιζόταν κύρια η λύση των ζητημάτων. Στα μυστικά συμβούλια αυτά ήταν πρωταγωνιστής ο βασιλιάς Ιωάν­νης, ο οποίος με κάθε τρόπο επέσπευδε την ένωση, με την ελπίδα ότι όταν συγκροτηθεί μια φορά αυτή, έτσι κι αλλιώς, θα πετύχει την ευρωπαϊκή βοήθεια. Και το παράξενο εί­ναι ότι και ο ίδιος ο πατριάρχης Ιωσήφ, που φάνηκε τόσο δύσκολος στους εξωτερικούς τύπους της ισοτιμίας, υπήρξε ευκολότατος ως προς την ουσία των πραγμάτων. Και με την κοινή λοιπόν ενέργεια και του βασιλιά και του πατριάρχη ήρθαν τελικά οι δικοί μας με πλειοψηφία στο παρακάτω συμπέρασμα για το ζήτημα της εκπόρευσης· «Επειδή ηκούσαμεν τα ρητά των αγίων πατέρων, των ανατολικών και των δυτικών, τα μεν λέγοντα ως εκπορεύεται το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός και του Υιού, τα δε εκ τού Πατρός δι' Υιού, ει και εστί το δια τού Υιού ταυτόν τω εκ του Υιού και το εκ του Υιού ταύτόν τω δια του Υιού, όμως ημείς το εκ τού Υιού αφέντες λέγομεν ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύε­ται εκ του Πατρός δια τού Υιού αϊδίως και ουσιωδώς ως από μιας αρχής και αιτίας, της δια ενταύθα σημαινούσης αιτίαν επί της τού Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως».

Όπως προείπαμε, η λύση αυτή δεν έγινε δεκτή παρά μόνο στην πλειοψηφία. Δεκα­τρείς ιεράρχες την ασπάστηκαν. Επίσης οι πρέσβεις της Ηπείρου και της Μολδαβίας είπαν ότι είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν σ' αυτό το ζήτημα τη μητέρα τους εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Αλλ' οι επίσκοποι Ηράκλειας, Μονεμβασίας, Αγχιάλου, Τρα­πεζούντας, Εφέσου και οι πρέσβεις της Γεωργίας αντιστάθηκαν ολόψυχα στην παραχώρηση αυτή. Όμως ο βασιλιάς Ιωάν­νης προχώρησε θαρρετά στη λύση και των υπόλοιπων ζητημάτων, έχοντας πάντα συν­εργό πρόθυμο τον πατριάρχη Ιωσήφ, ο οποίος πέθανε βέβαια μετά από λίγο, αλλά προτού να πεθάνει δήλωσε ότι «πάντα άτινα νοεί και άτινα δογματίζει η εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, και αυτός εγώ νοώ και επί τούτοις εμέ συμπειθόμενον αφιερώνω». Αφού άφησε αυτή την ομολογία στα μελλο­θάνατα χείλια του πέθανε ο ιεράρχης εκεί­νος και κηδεύτηκε μεγαλοπρεπέστατα στην εκκλησία της Σάντα Μαρίας Νοβέλλας, όπου μέχρι σήμερα σώζεται ο τάφος του και η ει­κόνα πάνω στον τάφο, την οποία αμέσως διακρίνει ο Έλληνας περιηγητής απ' όλες τις υπόλοιπες εικόνες της εκκλησίας, για τους τελείως ιδιαίτερους ανατολικούς χαρακτή­ρες του προσώπου του.

Από τα άλλα κεφάλαια όσα συζητήθηκαν μετά το θάνατο του πατριάρχη, σχετικά με το ένζυμο και άζυμο, συμφώνησαν να ιερουργεί κάθε μια εκκλησία σύμφωνα με τη δική της συνήθεια, η μια με το άζυμο, η άλλη με το ένζυμο. Δε διαφώνησαν πολύ ούτε σχε­τικά με το καθαρτήριο ή πουργατόριο, αφού κι ο ίδιος ο Εφέσου είπε, σύμφωνα με το Συρόπουλο, ότι «ολίγην, ευρίσκω την μεταξύ ημών διαφοράν εν τω κεφαλαίω τούτω»· Για την εξουσία όμως του πάπα ξέσπασε φοβε­ρότατη φιλονικεία. Οι γύρω απ' τον πάπα απαιτούσαν να θεωρήσουν οι δικοί μας τον αρχιερέα της Ρώμης κατηγορηματικά σαν διάδοχο του Πέτρου και επίτροπο του Χρι­στού και σαν κριτή και κυβερνήτη της καθολι­κής εκκλησίας, δάσκαλο και ποιμένα της. Οι δικοί μας δεν αρνιούνταν αυτό, αλλ' επέμε­ναν να προστεθεί στην ομολογία εκείνη η φράση κατά τους κανόνας και τα πρακτικά των συνόδων, και ακόμα σωζόμενων των προνομίων και των δικαίων των πατριαρχών της Ανατολής. Εννοείται ότι αυτό δε σύμφερε τους Λατίνους κι από τότε δημιουργή­θηκαν ανάμεσα στις δυο μερίδες εναγώνιες αμφισβητήσεις, ώστε ο βασιλιάς επανειλημ­μένα απείλησε ότι θα φύγει. Ο Ιωάννης Πα­λαιολόγος, που φάνηκε τόσο εύκολος στο ζήτημα για την εκπόρευση του Αγίου πνεύ­ματος, επέμεινε πεισματικά στη διατήρηση των προνομίων της Ανατολικής εκκλησίας, γιατί αισθανόταν ότι ήταν αδύνατο να θυ­σιάσουν τα προνόμια αυτά οι αντιπρόσωποι της εκκλησίας εκείνης. Τότε κατάλαβαν και οι Λατίνοι την ανάγκη να υποσκύψουν σε κά­ποια μικρή παραχώρηση· να παραδεχτούν δηλαδή τους περιορισμούς που πρότειναν οι δικοί μας, αλλά αφού δώσουν στον πάπα τόσο υπερβολικά δικαιώματα, ώστε και οι ίδιοι εκείνοι οι περιορισμοί να φαίνονται ότι εξουδετερώνονται από την παντοδύναμη του εξουσία. Γι' αυτό στο τέλος αποφασί­στηκε από κοινού ότι ο ιερός αποστολικός θρόνος και ο πάπας της Ρώμης έχει το πρω­τείο σ' όλο τον κόσμο, ότι ο πάπας Ρώμης είναι ο διάδοχος του ηγεμόνα των αποστό­λων Πέτρου, ο αληθινός επίτροπος του Χρι­στού, η κεφαλή όλης της εκκλησίας, ο πατέ­ρας και δάσκαλος όλων των χριστιανών και σ' αυτόν μεταδόθηκε με τον άγιο Πέτρο από τον Κύριο η πλήρης εξουσία να είναι ποιμέ­νας, να κυβερνάει και να διοικεί την καθο­λική εκκλησία με τον τρόπο που αναφέρεται και στα πρακτικά των οικουμενικών συνόδων και στους ιερούς κανόνες. Ανανεώθηκε σύγχρονα η τάξη των λοιπών πατριαρχών που παραδόθηκε απ' τους κανόνες, σύμ­φωνα με την οποία ο πατριάρχης Κωνσταντι­νούπολης είναι δεύτερος μετά τον επίσκοπο της Ρώμης, και μετά απ' αυτόν έρχονται οι πατριάρχες Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, αφού τηρούνται όλα τους τα δίκαια και προνόμια.

Πέτυχαν άραγε με τον ορισμό αυτό οι Λα­τίνοι τη νίκη που με τόσο ζήλο επιδίωκαν; Βέβαια το πρώτο μέρος της δήλωσης ανακήρυττε τον πάπα απόλυτο κύριο όλης της εκ­κλησίας· αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι το δεύτερο μέρος της δήλωσης περιόριζε στην ουσία την απόλυτη εκείνη κυριότητα, γιατί για τον ακριβέστερο προσδιορισμό της, παράπεμπε στα πρακτικά των συνόδων και στους ιερούς κανόνες. Είναι αλήθεια ότι με το να προσθέτει η δήλωση μετά την απαρί­θμηση των υπερβολικών δικαιωμάτων του πάπα «καθ' ον τρόπον και τοις πρακτικοίς των συνόδων και εν τοις ιεροίς κανόσι δια­λαμβάνεται» φαινόταν να ομολογεί ότι οι σύνοδοι και οι κανόνες αναγνώριζαν την τέτοιας λογής κυριαρχία του πάπα. Επειδή όμως είναι αναμφισβήτητο ότι οι κανόνες και οι σύνοδοι ποτέ δεν αναγνώρισαν την κυ­ριαρχία αυτή, το ζήτημα έμεινε πάντα εξαρ­τημένο απ' την ερμηνεία των πρακτικών των συνόδων και των κανόνων, τουλάχιστο των πρακτικών των εφτά οικουμενικών συνόδων κάπων κανόνων που ίσχυαν στην Ανατολή, ερμηνεία που γίνονταν αβίαστα και δεν ήταν δυνατό να έρθει ποτέ σε υποστήριξη των υπερβολικών αξιώσεων του αρχιερέα της Ρώμης. Εκτός απ' αυτό η δήλωση ομολο­γούσε κατηγορηματικά την τήρηση όλων των προνομίων και δικαίων των άλλων πατριαρ­χών αλλά τα δίκαια και προνόμια αυτά, όπως ήταν στην Ανατολική Εκκλησία, δε συμβι­βάζονταν καθόλου με την απόλυτη κυριαρ­χία, που αξίωνε να πάρει σ' αυτή ο αρχιερέας της Ρώμης. Αυτή η δήλωση λοιπόν δεν έλυνε το ζήτημα˙ ήταν απλός συμβιβασμός των δυο μερίδων, του οποίου ολόκληρη η αξία εξαρ­τιόταν από την τέτοιας η άλλης λογής ερ­μηνεία και εφαρμογή του. Απ' την άλλη με­ριά όμως είναι βέβαιο ότι στα υπόλοιπα παραχωρήσαμε τα πάντα σχεδόν και εκτός απ' αυτό οι δικοί μας φοβούνταν μήπως ο βασιλιάς και κάποιοι απ' τους ιεράρχες, που βιάζονταν να πάρουν την προστασία και τη βοήθεια του πάπα, είχαν διάθεση να ερμηνέψουν και να εφαρμόσουν και το σχετικό με την εξουσία του επίσκοπου Ρώμης υπέρ αυ­τού και κατά της Ανατολικής Εκκλησίας. Απ' όλα αυτά εννοεί ο καθένας πως μερικοί απ' το πρώτο ξεκίνημα, και αργότερα όλοι σχεδόν, θεώρησαν το πράγμα σαν προδοσία και καταεπαναστάτησαν κατά της ενώσεως που θυσίαζε όχι μόνο τα δόγματα αλλά και την αυτονομία και την ανεξαρτησία της Ανατολικής Εκκλησίας.

Οπωσδήποτε ο όρος για την ένωση αφού γράφτηκε στο μισό μέρος της ίδιας μεμβρά­νης λατινικά, και στο άλλο μισό ελληνικά, υπογράφτηκε από τους δικούς μας στις 5 Ιουλίου 1439, όταν συγκεντρώθηκαν γι' αυτό το σκοπό στο ανάκτορο που κατοι­κούσε ο βασιλιάς, ο οποίος και πρώτος υπό­γραψε. Η θέση στην οποία επρόκειτο να υπογράψει ο πεθαμένος οικουμενικός πα­τριάρχης έμεινε κενή. Κατόπιν έρχονταν οι υπογραφές των τοποτηρητών των τριών άλ­λων πατριαρχών και ακόμη 14 αρχιεπισκόπων και 12 κατώτερων ιερωμένων, στις οποίες και αυτή του μεγάλου εκκλησιάρχη Σιλβέστρου Συρόπουλου. Ο μητροπολίτης Ηράκλειας νόμισε ότι θα ξεφύγει την υπογραφή προ­βάλλοντας αρρώστια, αλλά αναγκάστηκε να υπογράψει στο κρεββάτι του. Μια μόνο υπο­γραφή έλειψε μέχρι τέλος. Όταν ο πάπας αφού υπόγραψε τον όρο ρώτησε αν υπό­γραψε και ο Μάρκος ο Εφέσου, και άκουσε ότι όχι «λοιπόν, είπε, «εποιήσαμεν ουδέν». Μετά τον πάπα έβαλαν τις υπογραφές τους 8 καρδινάλιοι, 61 επίσκοποι και 46 άλλοι ιερω­μένοι, οι περισσότεροι ηγούμενοι. Και έγιναν τέσσερα όμοια αντίγραφα της συμφωνίας, απ' τα οποία ένα μέχρι σήμερα υπάρχει, το­ποθετημένο σε μια από τις αίθουσες της λαυρεντιανής βιβλιοθήκης στη Φλωρεντία, όπου ο Έλληνας πηγαίνοντας μπορεί να διαβάσει τα γραμμένα με το χέρι ονόματα των ανθρώπων εκείνων που δε δίστασαν ν' αναλάβουν τόσο φοβερή, και τόσο μάταιη ευθύνη.

Τα μετά τη σύνοδο

Μάρκος Εφέσου, Βησσαρίωνας, Γεννάδιος

   Μ' αυτό τον τρόπο έγινε η πολυθρύ­λητη αυτή ένωση. Ποιες άραγε υπήρξαν οι πρακτικές ωφέλειες, που ο βασιλιάς Ιωάν­νης Παλαιολόγος και οι γύρω του Έλληνες καρπώθηκαν από τη θυσία στην οποία μπή­καν; Πήραν τα έξοδα του γυρισμού τους και ακόμα 300 άντρες, των οποίων τη συντήρηση ανάλαβε ο πάπας για όλη τη ζωή, και δυο γαλέρες. Δεν αρνιόμαστε ότι αυτός υποσχέ­θηκε στο βασιλιά να δώσει 20 μεγάλα πολε­μικά πλοία για 6 μήνες ή 10 για ένα χρόνο, και να παρακινήσει όσο μπορούσε τους ηγε­μόνες της Ευρώπης να τρέξουν απ' τη στε­ριά σε βοήθεια της Κωνσταντινούπολης κατά των Τούρκων. Αλλά όλα αυτά ήταν απλές υποσχέσεις, για τις οποίες ομολογούμε ότι ο πάπας αγωνίστηκε, αλλά δεν μπόρεσε να εκπληρώσει ούτε στο ελάχιστο˙ ώστε άκουσμα ελεεινό ˙ όλη η άμεση αμοιβή που πήρε το ελληνικό έθνος για τη θυσία εκείνη των πα­τροπαράδοτων δογμάτων και δικαιωμάτων του περιορίστηκε στη βοήθεια 300 αντρών και 2 γαλέρων. Ποια η απορία λοιπόν ότι, όταν ο βασιλιάς και οι γύρω του μετά από δίχρονη και παραπέρα απουσία γύρισαν την 1 Φεβρουαρίου 1440 στην Κωνσταντινού­πολη, οι πιο πολλοί μετάνιωσαν γι' αυτά που έγιναν και άρχισαν να καταριούνται δημόσια τη διαγραφή τους; «Οι δε αρχιερείς ευθέως από των τριηρών αποβάντες» λέει ο Δούκας, «και οι της Κωνσταντινουπόλεως κατά το σύνηθες ησπάζοντο αυτούς, ερωτώντες πως τα υμέτερα; πως τα της συνόδου; ει άρα ετύχομεν την νικώσαν; Οι δε απεκρίνοντο˙ Πεπράκαμεν την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασέβεια την ευσέβειαν, προδόντες την καθαράν θυσίαν, αζυμίται γεγόναμεν. Ταύτα και άλλα αισχρότερα και ρερυπασμενα λόγια. Και ταύτα τίνες; οι υπογράψαντες εν τω όρω, ο Ηράκλειας Αντώνιος και οι πάντες. Ει γαρ τις προς αυτούς ήρετο˙ και διατί υπεγράφετε, έλεγον φοβούμενοι τους Φράγκους. Και πάλιν ερωτώντες αυτούς ει εβασάνισαν οι Φράγκοι τινά, ει εμαστίγωσαν, ει εις φυ­λακήν έβαλον. Ουχί Αλλά πως; Η δεξιά αύτη υπέγραψεν, έλεγον, κοπήτω˙ η γλώττα ωμολόγησεν εκριζούσθω. Ουκ άλλο τι είχον λέ­γειν και γαρ ήσαν τινές των αρχιερέων εν τω υπογράφειν λέγοντες˙ ουχ υπογράφομεν εάν μη το ικανόν ημίν της προς οδόν παράσχητε. Οι δε έδιδον, και εβάπτετο κάλαμος. Υπέρ αριθμόν γαρ ήσαν τα δαπανηθέντα εις αυτούς νομίσματα και τα εν χερσί μετρηθέντα εκάστου των πατέρων. Είτα μεταμεληθέντες ουδέ τα αργύρια μετέστρεψαν».

Στην εικόνα αυτή του Δούκα υπάρχει βέ­βαια κάποια υπερβολή. Θησαυρούς πολλούς δεν είχε ο πάπας στη διάθεσή του, ενώ διαρ­κούσε η σύνοδος αυτή. Ξέρουμε πόσο φτηνό ήταν το φαγητό που ορίστηκε να δίνεται και στον ίδιο το βασιλιά και στον ίδιο τον πα­τριάρχη και ξέρουμε ακόμα ότι, όταν τέ­λειωσε η σύνοδος, απ' το φαγητό αυτό κα­θυστερούνταν πέντε ολόκληροι μήνες· ώστε το πιθανότερο είναι ότι πολλοί απ' τους δι­κούς μας αρνήθηκαν να υπογράψουν προ­τού να τους δοθούν αυτά που τους χρω­στούσαν και απ' αυτό ίσως βγήκε η φήμη ότι δωροδοκήθηκαν, φήμη που αναφέρεται κι απ' το Συρόπουλο. Γενικά οι αντιπρόσωποι της Ανατολικής Εκκλησίας διαιρέθηκαν στη σύνοδο στη Φλωρεντία σε δυο αντίθετα στρατόπεδα, απ' τα οποία το ένα δε δεχόταν κανένα συμβιβασμό και το άλλο είχε διάθεση να υποκύψει σε κάποιες παραχωρήσεις με την ελπίδα να πετύχει την ποθούμενη βοή­θεια κατά των Οσμανιδών. Στο πρώτο ήταν αρχηγός ο Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος ούτε υπόγραψε καθόλου τον τόμο, και ο Ηράκλειας Αντώνιος, ο οποίος θέλησε επίσης ν' αποφύγει την υπογραφή, τελικά όμως, όπως είδαμε, υπόγραψε. Στο άλλο στρατόπεδο ήταν αρχηγοί, εκτός από το βα­σιλιά Ιωάννη, ο Νικαίας Βησσαρίωνας, ο Κιοβίας Ισίδωρος και ο Γεώργιος Σχολάριος. Αλλά από τους τρεις αυτούς άντρες πρέπει να διακρίνουμε πάλι τους δυο πρώτους απ' τον τελευταίο. Ο Βησσαρίωνας που καταγό­ταν απ' την Τραπεζούντα υπήρξε ένας από τους λογιότερους άντρες των χρόνων εκεί­νων. Και ο Ισίδωρος που καταγόταν απ' την Πελοπόννησο ξεχώρισε αργότερα στην τε­λευταία πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Και οι δυο όμως, αν και έβλεπαν ξεκάθαρα ότι δε γινόταν απ' τη Δύση σπουδαία προσ­πάθεια για τη σωτηρία του χριστιανισμού της Ανατολής, επέμεναν σχεδόν στη θυσία της δικής μας εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας, πήραν απ' τον πάπα το καρδιναλικό αξίωμα και αφού ανακηρύχτηκαν μάλιστα ο ένας μετά τον άλλο χωρίς ουσιαστική εξουσία πα­τριάρχες της Κωνσταντινούπολης πέθαναν στην Ιταλία.

Πόσο ελάχιστα ελληνικά βγή­καν τα αισθήματα και τα φρονήματα ιδιαί­τερα του Βησσαρίωνα δηλώνεται εξαιρετικά απ' την επιστολή που έγραψε το 1465 από τη Ρώμη, υπογράφοντας «Καρδινάλις και πα­τριάρχης Κωνσταντινουπόλεως» στον παι­δαγωγό των παιδιών του δεσπότη Θωμά, που κατάφυγε τότε στην Αγκώνα. Η επιστολή αυτή της οποίας το κείμενο περισώθηκε στο χρονικό του Γεώργιου Φραντζή, είναι για πολλούς λόγους αξιομνημόνευτη και πρώτα γιατί είναι πιθανότατα γραμμένη στην κοινή ομιλούμενη τότε στην Κωνσταντινούπολη από λόγιους άντρες, γι' αυτό και τη συστή­νουμε για μελέτη σε καθέναν που ασχολείται με την ιστορία της γλώσσας. Αλλά μαζί με τ' άλλα η επιστολή αυτή είναι άξια για μνήμη, γιατί με δυνατή φωνή κηρύττει πόσο ο Βησ­σαρίωνας έβγαλε κάθε αίσθημα ελληνισμού. «Είναι γαρ χρεία, λέγει, να ζώσι τα παιδία λατινικώς˙ με τον μακαρίτην τον αυθέντην τον πάτερα τους εσυντύχαμεν περί τούτου, και εκείνος εβούλετο να τα ενδύση και να ποιήση να ζουν φράγκικα παντελώς, ήγουν να ακολουθώσι την εκκλησίαν κατά πάντα ωσάν Λατίνοι και ουχί αλλέως, να ενδύωνται λατινικώς, να μάθουν να γονατίζουν τους υπερέχοντας, και πάπαν και καρδιναλίους και τους άλλους αυθέντας... Όταν συμβαί­νουν εις εκκλησίαν λατινικήν, ας γονατίζουν και ας εύχονται ώσπερ οι Λατίνοι», και άλλα πολλά τέτοια. Πόσο διαφορετική υπήρξε η διαγωγή του Γεώργιου Σχολάριου. Και ο Σχολάριος στην αρχή πίστευε ότι η σωτηρία του κράτους από μόνη της ήταν αρκετός λό­γος για την ένωση. Αλλά όταν πείστηκε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί ή δε θέλει ν' αποκρούσει τους Τούρκους, δε δίστασε να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της εκκλησίας μας, και αφού έγινε σε στιγμή κρισιμότατη πατριάρ­χης Κωνσταντινούπολης, αναδείχτηκε θερ­μός υπερασπιστής των δικαιωμάτων της εκ­κλησίας αυτής, γιατί ο Πίχλερ απόδειξε λαμ­πρά, ότι το σύγγραμμα που αποδιδόταν στον άντρα εκείνο, με το οποίο δικαιολογούνται τα διάφορα κεφάλαια του τόμου της ένωσης που υπογράφτηκε στη Φλωρεντία, δεν είναι έργο δικό του, αλλά μάλλον του Βησσα­ρίωνα.

Αλλά ούτε ο βασιλιάς Ιωάννης τόλμησε μετά το γυρισμό του να δημοσιεύσει επίσημα τον τόμο της ένωσης. Αφού ανακήρυξε αντί για τον Ιωσήφ οικουμενικό πατριάρχη τον προηγούμενο μητροπολίτη της Κυζίκου Μη­τροφάνη, αγωνιζόταν μ' αυτόν και με τα όρ­γανά του να κάνει παραδεκτούς στην Ανα­τολή τους όρους που υπογράφτηκαν. Μά­ταια όμως αγωνιζόταν. Οι τρεις πατριάρχες Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύ­μων και ο μητροπολίτης Καισαρείας, έκδοσαν στο χρόνο 1443 συνοδική επιστολή, με την οποία καταδίκασαν τη «ληστρική» συν­οδό στη Φλωρεντία, και είπαν το Μητροφάνη «μητραλοίαν και αιρετικόν» καθαίρεσαν και σε περίπτωση παρακοής αφώρισαν αυτούς που χειροτονήθηκαν απ' αυτόν και έδωσαν την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών στο μη­τροπολίτη Καισαρείας. Μ' άλλη επιστολή απείλησαν αφορισμό κατά του ίδιου του αυ­τοκράτορα, αν επιμείνει να προστατεύει το Μητροφάνη και να πηγαίνει με το μέρος των Λατίνων. Και απ' αυτούς τους πλησιέστατους συγγενείς του μερικοί διαφωνούσαν μ' αυ­τόν σχετικά μ' αυτό το ζήτημα, και ιδιαίτερα ο αδερφός του Δημήτριος, ο οποίος είχε φύγει μ' αυτόν στη Φερράρα και στη Φλωρεν­τία, ήταν όμως αρχηγός, από τότε που γύ­ρισε, των δυσαρεστημένων και κάλεσε μάλι­στα σε βοήθειά του τους Οσμανίδες, οι οποίοι όμως τότε χρειάστηκε να στρέψουν αλλού ολόκληρη την προσοχή τους.

 

 

Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

Κ.Παπαρρηγόπουλου – Καρολίδη – Αναστασιάδη (Εκδόσεις Αγγελάκη)

kountouriotis

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη δέχτηκε με μεγάλη χαρά την είδηση της συνομολόγησης του δανείου

ΤΑ «ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ»

1824-25

Δημήτρη Φωτιάδη 

 

martis mak

-Ο Γέροντας Παΐσιος μου είχε πει ότι «οι κόποι σου δεν θα πάνε χαμένοι! Θα βρεθούν τίμιοι άνθρωποι, που θα αξιοποιήσουν και θα δικαιώσουν τον αγώνα σου» για τη Μακεδονία!

-Δηλαδή θα έχουμε θετικό αποτέλεσμα;
-Βεβαίως!

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΤΗΣ – Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ
ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ
ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΙ ΤΟΥ ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΙΑΝΟ

Ο μεγάλος των Μακεδόνων έφυγε στις 12 Νοεμβρίου 2013, σε ηλικία 98 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο για την Μακεδονία, στην οποία είχε αφιερώσει τη ζωή του!
Νέος, πολέμησε τον Χιτλερισμό στην Μάχη των Μακεδονικών Οχυρών μας το 1941, ενώ αργότερα πήρε μέρος στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν και του Ρίμινι στην Ιταλία!

patsifiko

Ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑΤΣΙΦΙΚΟ

 

   Αφορμή ή μάλλον πρόφαση για τη νέα εκστρατεία έδωσε η ληστεία του σπιτιού του Πορτογάλου Ιουδαίου Πατσιφίκου, που έγινε το Πάσχα τού 1847. Ο Ιουδαίος ισχυριζό­ταν ότι ήταν Άγγλος υπήκοος και ο Πάλ­μερστον συμφωνούσε μαζί του σ' αυτό. Ο Ιουδαίος υποστηριζόταν από την αγγλική πρεσβεία και ζητούσε από την ελληνική κυ­βέρνηση για αποζημίωση το φανταστικό ποσό των 887 χιλ. δραχμών, σύμφωνα με τον μεγάλο κατάλογο των ζημιών που είχε πα­ρουσιάσει στον πρεσβευτή ο ίδιος. Στον «κατάλογο» αυτό, εκτός από τ' άλλα, περιλαμ­βανόταν κι ένα γαμήλιο κρεββάτι (litnuptial) του φτωχού Ιουδαίου που είχε αξία 150 λί­ρες στερλίνες (4290 χρυσές δραχμές των χρόνων εκείνων).   Επίσης ένα μαγκάλι με στρώματα (bassinoire) 120 χιλ. δρχ. δυο σου­ρωτήρια αξίας 402 χιλ. δρχ. και μια βιβλιοθήκη με τόμους που άξιζε 240 χιλ. δρχ.

Αποδομώντας ένα-ένα τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, οι πρώην διπλωμάτες προειδοποιούν για ολέθριες συνέπεις και ζητούν να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα επί του κεφαλαιώδους σημασίας εθνικού αυτού θέματος

Τις ολέθριες συνέπειες που θα υπάρξουν για τη χώρα μας εάν ψηφιστεί τελικά η «λεόντεια» και «ετεροβαρής» Συμφωνία των Πρεσπών επισημαίνει σε ανοιχτή επιστολή του προς τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο «Διπλωματικός Κύκλος Συνταξιούχων Πρέσβεων».

Αποδομώντας όλα τα επιχειρήματα της κυβέρνησης περί των υποτιθέμενων οφελών της Συμφωνίας, δεκαοκτώ πρώην πρέσβεις που υπογράφουν την επιστολή υπογραμμίζουν ότι, πέραν της διαστρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας που επιχειρείται, θα δημιουργηθούν προβλήματα σε πολλαπλά επίπεδα και θα προκύψουν προστριβές και αποσταθεροποίηση.

Ακολουθεί η επιστολή του «Διπλωματικού Κύκλου Συνταξιούχων Πρέσβεων»

«Αξιότιμοι Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

Οι κάτωθι υπογράφοντες Πρέσβεις ε.τ. εκφράζουμε την ανησυχία μας και τον έντονο προβληματισμό μας για την υπογραφείσα στις Πρέσπες την 17η Ιουνίου 2018 συμφωνία μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδος και της Π.Γ.Δ.Μ. παρουσία των Πρωθυπουργών των δύο χωρών.

Η συμφωνία αυτή, όπως πιστεύουμε, αποτελεί πλήρη αποδοχή- και κατά συνέπεια δική μας υποχώρηση- των απαιτήσεων της σκοπιανής πλευράς, η οποία ήδη από της σύστασης του ομόσπονδου κρατιδίου των Σκοπίων μέσα στα πλαίσια της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, αλλά και σήμερα το προκύψαν μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας νέο κρατικό μόρφωμα της Π.Γ.Δ.Μ εξακολουθεί να εκδηλώνει "αλυτρωτικές" τάσεις κατά της χώρας μας, ενώ ταυτόχρονα δεν φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την επεκτατική πολιτική του Τίτο περί "Ενοποιήσεως όλου του μακεδο-νικού χώρου συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής ιστορικής Μακε-δονίας".

Φοβούμεθα ότι ούτε η νέα ονομασία που συμφωνήθηκε στις Πρέσπες, ούτε οι τροποποιήσεις των σχετικών με τον "αλυτρωτισμό" διατάξεων του σκοπιανού συντάγματος θα μπορέσουν να ανακόψουν τις ε-πεκτατικές βλέψεις των "πολιτών της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακε-δονίας" και ιδιαίτερα της νέας γενιάς, η οποία γαλουχήθηκε με το όνειρο επέκτασης της χώρας τους στην κατ’ αυτούς "Μακεδονία του Αιγαίου".

Οι πολίτες της χώρας αυτής αρνούνται να δεχθούν την ιστορική αλή-θεια, ότι η περιοχή των Σκοπίων ήταν τμήμα της Αρχαίας Δαρδανίας, ως τούτο επιβεβαιώνεται από αδιάσειστα αρχαιολογικά, εθνολογικά, γλωσσικά και άλλα στοιχεία.

Ενδεικτικά παραθέτουμε περικοπή από το έργο (Περιηγηματικόν Πικτά-κιον εκδοθέν στο Αμστερνταμ το 1706) του νεοέλληνα διανοητή που δι-ακρίθηκε στον Ευρωπαϊκό χώρο Αναστασίου Μιχαήλ, όπου υπογραμμίζει ότι "με τη Μοισία (σημερινή Σερβία) προσομορούσιν (συνορεύουν) οι Δαρδανικοί Σκούποι (δηλ. τα σημερινά Σκόπια)".

Πέραν όμως της διαστρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας, που επιχει-ρείται με την συμφωνία των Πρεσπών, η τελευταία θα δημιουργήσει σειρά προβλημάτων σε πολλαπλά επίπεδα και θα αποτελέσει αιτία προστριβών και αποσταθεροποίησης. Διότι αναγνωρίζεται, εντελώς ε-σφαλμένα, "η μακεδονική γλώσσα" και "ταυτότητα", ήτοι τα κυριότερα συστατικά στοιχεία για την δημιουργία μιας εθνικής οντότητας. Οι σχε-τικές διατάξεις της συμφωνίας των Πρεσπών παρέχουν το νομικό πλέον κάλυμμα για να συνεχίσει η σκοπιανή πλευρά την "αλυτρωτική" της πο-λιτική με άλλα πιο ισχυρά από τα μέχρι τώρα μέσα και μία πιο έντονη ρητορική προβολή τους. Οι δηλώσεις, άλλωστε, του Πρωθυπουργού της Π.Γ.Δ.Μ . στις Πρέσπες, πριν καν στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας, όπου διαχώρισε τους Έλληνες από τους "Μα-κεδόνες", ως και εκείνες παρόμοιας φύσης άλλων αξιωματούχων του κράτους αυτού, δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας ως προς τις προ-θέσεις των βορείων γειτόνων μας.

Έχοντας αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό καθ’όλη την διάρκεια της θητείας μας στη διπλωματική υπηρεσία και γνωρίζοντας τις τακτικές, μεθόδους, υστεροβουλίες και αρνητικές έναντι της χώρας μας διαθέσεις των βορείων γειτόνων μας, θεωρούμε χρέος μας να επισημάνουμε, όπως έπραξε και ο διακεκριμένος Έλληνας πατριώτης Μίκης Θεοδωράκης, τις "ολέθριες συνέπειες" που θα επιφέρει η συμφωνία των Πρεσπών.

Η εν λόγω συμφωνία θα αποτελέσει το εφαλτήριο για τη συνέχιση της "αλυτρωτικής" πολιτικής από τους βόρειους γείτονες μας, αναπρο-σαρμοσμένης στα νέα δεδομένα που τους παραχωρούνται (γλώσσα, ταυτότητα, εθνική υπόσταση) και θα ενσπείρει σύγχυση ως προς την ελληνικότητα της ιστορικής ελληνικής Μακεδονίας. Είναι δε εξωπραγ-ματικό να πιστεύεται, ότι ο πολίτης μιας τρίτης χώρας (π.χ. Αφρικής, Λατινικής Αμερικής κλπ) θα ενδιαφερθεί να ανατρέξει στην παραπάνω συμφωνία για να πληροφορηθεί ότι η "μακεδονική γλώσσα της Βορείου Μακεδονίας" είναι σλαβική και "ουδεμία σχέση έχει με την γλώσσα του Μεγάλου Αλεξάνδρου".

Ομοίως δεν θα πρέπει να θεωρείται λήξαν το θέμα του "αλυτρωτι-σμού" με την τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του σκοπιανού συ-ντάγματος, διότι οι διατάξεις αυτές είναι πλέον περιττές, εφόσον η σκοπιανή πλευρά με την συμφωνία των Πρεσπών -μια διεθνή συνθήκη- πήρε ό,τι μέχρι τώρα επεδίωκε.

Πέραν των ανωτέρω η εν λόγω συμφωνία, ως διαφαίνεται από τις μέχρι τώρα αντιδράσεις, τόσο στο εσωτερικό όσο και στην διασπορά, τείνει να επιφέρει διχασμό στην ελληνική κοινωνία. Συναφώς, με λύπη διαπιστώνουμε ότι χαρακτηρίζονται από ορισμένους κύκλους ως "α-κραίοι" οι αντιτιθέμενοι στην συμφωνία αυτή.

Δεν πρέπει όμως αυτοί οι κύκλοι, αλλά και οι ξένοι, να λησμονούν ότι οι Έλληνες απέδειξαν το 1940 – 1941 ότι μπορούν να συσπειρωθούν "α-κραία" και αποτελεσματικά, όταν η χώρα απειλείται από ξένο επεκτατι-σμό φασιστικό ή άλλον

Έχοντας υπ’όψη την ανωτέρω διαμορφωθείσα κατάσταση, ως και την πολύχρονη πείρα μας στον χειρισμό και εξέλιξη του εθνικού αυτού θέ-ματος συντασσόμαστε και εμείς με την έκκληση της Εταιρείας Μακεδο-νικών Σπουδών και

1. Διακηρύσσουμε την αντίθεσή μας στην ετεροβαρή, λεόντεια συμ-φωνία των Πρεσπών που βλάπτει τα εθνικά μας συμφέροντα.

2. Καλούμε τους εκπροσώπους του έθνους να μη συμβάλουν στην αποδοχή της συμφωνίας αυτής.

3. Καλούμε την Κυβέρνηση να εξετάσει την δυνατότητα – είμαστε πεπεισμένοι ότι τούτο επιθυμεί η πλειοψηφία του ελληνικού λαού— δημοψηφίσματος επί του κεφαλαιώδους σημασίας εθνικού αυτού θέ-ματος.

Με ιδιαίτερη τιμή
Τα Μέλη του Διπλωματικού Κύκλου

Αιλιανός Κωνσταντίνος,
Αλιάγας Σπύρος,
Βάσσης Κωνσταντίνος,
Γεννηματάς Ιωάννης,
Δεναξάς Ευάγγελος,
Δοκιανός Σπύρος,
Δρακουλαράκος Ιωάννης,
Θεοδωρακόπουλος Αθανάσιος,
Κοραντής Ιωάννης,
Μεγαλοκονόμος Μάνος,
Νομικός Αντώνιος,
Παπαδόπουλος Ιωάννης,
Παπασλιώτης Απόστολος,
Πολίτης Κωνσταντίνος,
Σταματίου Εμμανουήλ,
Στοφορόπουλος Θέμος,
Φραγκούλης Ευάγγελος,
Χισκάκης Μιλτιάδης.»

 

Αναδημοσίευση: https://www.impantokratoros.gr/BFDA6E33.el.aspx?fbclid=IwAR2zlqzUVf228XBCdk0du0zj4HhA1CtzRZPjjPv1qHgcrXgDCBpEYAxedsA