v.ipiros 2

ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΗ Β.ΗΠΕΙΡΟΣ 

ΡΕΝΕ ΠΥΩ

 

Τα νέα από την Ήπειρο είναι από μέρα σε μέρα πιο ανησυχητικά. Πριν από ένα μήνα, τη στιγμή που άρχιζε η εκκένωση από τον ελληνικό στρατό των επαρχιών που έχουν καταδικασθεί να γίνουν αλβανικές, γράφαμε ακριβώς εδώ: «Εάν δεν συμβεί κάποια μεταστροφή των Μεγάλων Δυνά­μεων και δεν δοθούν σοβαρές εγγυήσεις, ο αγώνας θα αρχί­σει και το πένθος θα εξαπλωθεί ακόμα μια φορά πάνω σ' αυτή την ελληνική Αλσατία-Λωρραίνη».

Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν δεχθεί στις 22 Φεβρουα­ρίου ένα εμπεριστατωμένο υπόμνημα του υπουργικού συμ­βουλίου της Αθήνας που επισήμαινε τους κινδύνους από τη χωρίς εγγυήσεις εκκένωση, λόγω της απόλυτης απόφασης των Ηπειρωτών να υπερασπιστούν τις ελευθερίες τους μέχρι το θάνατο˙ όμως ως τις 7 Απριλίου, τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, δεν είχαν απαντήσει στο υπόμνη­μα του κ. Στρέιτ, υπουργού των Εξωτερικών της Ελλάδας, ούτε είχαν μπορέσει να βρουν μεταξύ τους λύση γι' αυτό το πολύ σοβαρό και οδυνηρό πρόβλημα. Τα γεγονότα, χάρη στην αναποφασιστικότητα ή την αδιαφορία της Ευρώπης, έχουν πάρει την τροπή που ήταν εύκολο να προβλέψει κανείς.

Οι ηπειρωτικοί «Ιεροί Λόχοι» έχουν απωθήσει, μετά από σφοδρές και αιματηρές μάχες, τις αλβανικές ομάδες και τους ουλαμούς των Αλβανών χωροφυλάκων που διοικούνται από Ολλανδούς αξιωματικούς. Τα στρατεύματα αυτά απαι­τούσαν να καταλάβουν τα εδάφη που το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας είχε ενσωματώσει στην Αλβανία. Οι «Ιεροί Λόχοι», αφού κατέλαβαν οχυρές θέσεις βορείως του Αργυ­ροκάστρου, για να εμποδίσουν κάθε απόπειρα από αυτή την πλευρά, στράφηκαν προς την Πρεμετή, έπειτα στο Λεσκο­βίκι και από εκεί, μέσα από τον μακρύ και ελικοειδή ορεινό δρόμο που κατεβαίνει στην πεδιάδα της Κορυτσάς, έφτασαν στην Μπρορούβα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στο χάρτη που συνοδεύει αυτές τις σημειώσεις, θα δει πως, εκτός από τη βορειοανατολική περιοχή, την περιοχή της Κορυτσάς και της Μοσχόπολης, το υπόλοιπο του ηπειρωτικού εδάφους βρίσκεται στα χέρια των πατριωτών της Ηπείρου.

 Αν συναινέσει κανείς να θυμηθεί πως εδώ κι ένα χρόνο ο ιταλι­κός τύπος αμιλλώνταν να επαναλαμβάνει πως ο Διάδοχος της Ελλάδας διασχίζοντας την Ήπειρο επευφημούνταν από εγκάθετους σταλμένους από την Αθήνα, και πως οι Αλβανοί του Αργυροκάστρου, του Δελβίνου, του Λεσκοβικίου, της Πρεμετής, της Κορυτσάς κλπ. περίμεναν με ανυπομονησία την ώρα της ένωσής τους με την «αλβανική πατρίδα», μπο­ρεί να αναλογιστεί το λάθος που έκαναν οι Μεγάλες Δυνά­μεις, οι οποίες αφέθηκαν να εντυπωσιαστούν από αυτό το επικερδές ψέμα και θαυμάζουν τη νέα χάραξη της μεθορια­κής γραμμής που προτείνεται από την Ιταλία αντί να υιοθε­τήσουν τη χάραξη που είχε υποβάλει η Ελλάδα στη Διά­σκεψη του Λονδίνου από το Μάρτιο του 1913, και η οποία πολύ θεμιτά δεν διεκδικούσε παρά τα εδάφη όπου το ελληνι­κό στοιχείο ήταν η συντριπτική πλειονότητα.

Οι «Ιεροί Λόχοι» βαδίζουν προς την Κορυτσά όπου ο πληθυσμός έχει ήδη επαναστατήσει κατά της τυραννίας της αλβανικής εξουσίας. Οι μάχες των τελευταίων εβδομάδων δεν έχουν σταθεί παρά το προανάκρουσμα ενός αγώνα που προαναγγέλλεται πως θα είναι λυσσώδης. Η κυβέρνηση του Δυρραχίου, ή καλύτερα ο Εσσάτ-πασάς που είναι η ψυχή της, απέσπασε τελικά από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Βηδ ένα διά­ταγμα γενικής επιστράτευσης εναντίον των Ηπειρωτών. Επειδή η Αλβανία δεν έχει καθόλου τακτικό στρατό, πρό­κειται ασφαλώς να ρίξουν ορδές ορεινών εναντίον των «Ιερών Λόχων», οι οποίοι έχουν υπέρ τους την οργάνωση και τα στελέχη, όμως είναι δυνατό να υπερκερασθούν αριθ­μητικά. Η αλβανική εκστρατεία, είναι αλήθεια, δεν έχει ακό­μα ξεκινήσει, όμως —και αυτό ακριβώς επιβαρύνει την κατάσταση— έχει την υποστήριξη της Αυστρίας και της Ιταλίας που ανακοινώνουν ανοιχτά πως θα προμηθεύσουν η μία τα κανόνια και η άλλη τα απαραίτητα όπλα. Τελικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις, επιτρέποντας, την περασμένη εβδομά­δα, στις αυστροΐταλικές τράπεζες να δώσουν στην αλβανική κυβέρνηση μια προκαταβολή δέκα εκατομμυρίων φράγκων σε λογαριασμό του διεθνούς δανείου των 75 εκατομμυρίων, προμηθεύουν συνειδητά στον Εσσάτ-πασά την κινητήρια δύναμη του πολέμου.

Ποιος είναι ο σκοπός του στρατηγού αυτού, το φευγαλέο βλέμμα του οποίου ανησυχούσε τον Γουσταύο Μπαμπέν κατά την τελευταία του διαμονή στο Δυρράχιο; Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως δέχτηκε τον πρίγκιπα Βηδ, που επέβαλε η Ευρώπη, μονάχα με την υστεροβουλία να τον ρίξει σε κάποια περιπέτεια που θα του στοίχιζε το στέμμα του;

Ομολογώ όμως πως η τύχη του πριγκιπικού οίκου της Αλβανίας με απασχολεί λιγότερο από την τύχη των ηπει­ρωτικών πληθυσμών που θυσιάζουν τη ζωή τους για την υπεράσπιση της εθνικότητάς τους και της ελευθερίας τους. Κοιτώντας τις θαυμαστές φωτογραφίες, που ο κ. Φρεντ Μπουασονά έδρεψε το περασμένο καλοκαίρι και πρόκειται να δημοσιεύσει σε ένα λεύκωμα, το «Ήπειρος, κοιτίδα των Ελλήνων», με εισαγωγή του πιστού του συντρόφου στο ταξίδι κ. Ντανιέλ Μπο-Μποβί, ξαναείδα αυτή τη χώρα, μέσα στη χαρά, τότε, της απελευθέρωσης, να ακτινοβολεί μια και ήταν η πρώτη άνοιξη που η ελληνική σημαία κυμά­τιζε επιτέλους στα χωριά της.

v.ipiros

Να το Δελβινάκι, η πιο μεγά­λη συγκέντρωση Ελλήνων στην επαρχία του Πωγωνίου, την εθνικά καθαρότερη ίσως από όλες τις επαρχίες της Ηπείρου. Και όμως η επαρχία αυτή έχει επιδικαστεί στην Αλβανία. Ξαναβλέπω εκείνο το πρωινό του περυσινού Μαΐου που, πάνω στο δρόμο, χωριάτες και χωριάτισσες με περίμεναν κάτω από δύο αψίδες θριάμβου όπου η επιγραφή: «Ζήτω η Ελλάδα!» κρεμόταν από τη φυλλωσιά. Ένας λεβέντης γερο-παπάς, ίσως εκείνος που έκανε περίπατο στο μοναστή­ρι στο μέσο φωτογραφημένων από τον κ. Μπουασονά γυναι­κών, μου διάβασε έναν λόγο γεμάτο συγκινητικό πατριωτι­σμό, ο δάσκαλος έβγαλε έναν άλλο παρόμοιο λόγο, έπειτα ήταν η σειρά άλλου παπά, έπειτα ενός αντιπροσώπου κάποιου χωριού, που δεν μπορούσα να το επισκεφθώ, και το πλήθος χειροκροτούσε μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού και πετούσε λουλούδια στο αμάξι μου και εκατοντάδες ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν μέσα στην αύρα. Δύσμοιροι άνθρωποι! Με τι καρδιά τραγουδούσαν το περυσινό Πάσχα:

Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου

καί ευλόγησον την κληρονομίαν σου

Νίκας τοις βασιλεύσι

κατά βαρβάρων δωρούμενος.

Είχαν την πεποίθηση πως η Ευρώπη δεν θα είχε ποτέ το θάρρος να τους χωρίσει από την πατρίδα τους: την Ελλά­δα.

Για όποιον έχει επισκεφθεί την Ήπειρο, το τερατούρ­γημα του χωρισμού φαινόταν απίστευτο. Αποφασίστηκε παρ' όλ' αυτά. Όταν, στην Κορυτσά, ο στρατηγός Παπούλας υποχρεώθηκε την 1η Μαρτίου να ανακοινώσει στον πληθυσμό ότι ο στρατός έμελλε να φύγει και να ξαναδώσει την πόλη στους Αλβανούς, ακολούθησαν σπαρακτικές σκη­νές: μέσα στα σχολεία όλοι οι μαθητές, ασφυκτικά στρι­μωγμένοι, τραγουδούσαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο και αρνού­νταν να εγκαταλείψουν την τάξη τους, ολόκληρος ο πληθυ­σμός είχε φορέσει πένθος και στους δρόμους οι άνθρωποι έκλαιγαν. Το Δελβινάκι δεν έχει γνωρίσει ακόμα αυτές τις μαύρες ώρες. Οι Αλβανοί δεν έχουν μπορέσει να φτάσουν μέχρις εκεί, αλλά η αγωνία κυριεύει τις καρδιές.

Ποιος ποι­ητής, ποιος συγγραφέας Έλληνας θα διηγηθεί, σαν τον δικό μας Ντοντέ που έγραψε το Τελευταίο μάθημα στο χωριό της Αλσατίας, τη συγκινητική αγωνία των δύσμοιρων ανθρώπων της Ηπείρου;

ΡΕΝΕ ΠΥΩ

 

Από το εκπληκτικό βιβλίο:

Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος

(Οδοιπορικό 1913 - Απελευθέρωση - Αυτονομία)

Πρόλογος - Σχόλια - Χρονικό: Αχ. Γ. Λαζάρου

Μετάφραση: Α. Αχ. Λαζάρου