Ὁ θάνατος τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

   Ἀφήσαμε νὰ δύσει στὴν κοινωνία μας ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ ἥλιος τῆς εὐσπλαγχνίας, τῆς ἀνιοτελοῦς θυσιαστικῆς ἀγάπης καὶ νυχτώσαμε στὴν οἰκονομικὴ κρίση. Φθάσαμε νὰ ζοῦμε μέσα σὲ ἕνα πυκνό, ἀδιαπέραστο σκοτάδι, ὅπου τὸ «φῶς τοῦ Χριστοῦ» ποὺ «φαίνει πᾶσι» ἔχει ἐξωστρακισθεῖ. Δὲν φαίνεται τίποτα στὸν ὁρίζοντα καὶ ἀκούγεται μόνο ἡ θρηνητικὴ κραυγή μας «ἀπωλέσαμε τὸ πᾶν», χάσαμε τὰ πάντα. Ποῦ εἶναι τὰ ἀποθηκευμένα μας ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν ἀπληστία μας καὶ τὸ φόβο πιθανῆς χρεοκοπίας μας; Ἐναγώνια τώρα παρακαλοῦμε γιὰ κάποιο ἔστω καὶ ἀμυδρὸ φῶς στὸ κατασκότεινο τοῦνελ ποὺ ἔχουμε εἰσέλθει. Ἡ ζωή μας ἔχει φτάσει στὸ μεταίχμιο ζωῆς καὶ θανάτου. Καὶ τὸ ἀπελπιστικό μας ἐρώτημα, ποὺ εἶναι διαχρονικὸ τῶν κοινωνιῶν ποὺ λησμόνησαν τὸν Παντοδύναμο, βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας: «Ἱνατί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν, ὑπερορᾷς ἐν εὐκαιρίαις, ἐν θλίψεσιν;» (Ψαλμ. 9, 22).  Γιατί μᾶς ἄφησες, Κύριε, στὰ χέρια τόσων «κυρίων» τῶν ἀνελέητων δανειστῶν, τῶν φιλάργυρων τραπεζιτῶν, τῶν ἀνοικονόμητων οἰκονομολόγων, τῶν ρυπαρῶν, ἰδιοτελῶν καὶ ψευδολόγων πολιτικῶν, τῶν ἄδικων κριτῶν, τῶν ὑποχθόνιων ἐκβιαστικῶν κυκλωμάτων βίας, ποὺ λυμαίνονται τὶς ἰδιοκτησίες τῶν λαῶν, τὶς περιουσίες μας κινητὲς καὶ ἀκίνητες, τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τοῦ «ἀπολλύοντος» (Ἀποκ. θ΄ 11), δηλαδὴ τοῦ δαίμονος, ποὺ δὲν εἶναι μόνον ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ «λεγεών» (Λουκ. η΄ 30) κατὰ τὴν Ἱερὴ Ἀποκάλυψη;

   Δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ νὰ λησμονοῦμε, ὅτι ὅσο πιὸ πυκνὸ εἶναι τὸ σκοτάδι γύρω μας, τόσο πιὸ πολὺ πλησιάζουμε πρὸς τὸ φῶς τῆς ἑπόμενης ἡμέρας. Καὶ μόνο ἡ συναίσθηση ὅτι λυπήσαμε τὸ Θεό μας μὲ τὸ ἔλλειμμα τῆς ἀγάπης μας μᾶς φέρνει κοντὰ στὴ φωτεινὴ διέξοδο τῆς νέας χρυσαυγῆς. Ἡ διέξοδος αὐτὴ ὑπάρχει βεβαία γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανό, αὐτὸν ποὺ συγκινεῖται καὶ ἐνθουσιάζεται ἀπὸ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μας. Τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, τοῦ ὁποίου οἱ κινήσεις πάντοτε συντείνουν στὴ συντριβὴ τοῦ κακοῦ. Τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ προσφορὰ στοὺς ἄλλους εἶναι φῶς καὶ ζωή. Χωρὶς ἀγάπη ζοῦμε στὸ σκοτάδι καὶ σ’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ζωή. Σκεφθήκατε ποτὲ νὰ σκοτεινιάσει ὁ ἥλιος! Τὸ πᾶν θὰ καταστραφεῖ. Ὁ ἥλιος εἶναι ἡ ζωή. Ποιὸ φυτὸ ζεῖ χωρὶς ἥλιο; Ἀλλὰ καὶ ποιὸς ζωντανὸς ὀργανισμὸς μπορεῖ νὰ ζήσει στὰ ἀπόλυτο σκοτάδι; Κανείς, ἀδελφοί μου! Ζωὴ καὶ φῶς εἶναι ἡ συμπόνοια στοὺς ἐμπερίστατους, ἡ συμπαράσταση στοὺς φτωχούς, ἡ Χριστιανικὴ ἀλλλεγγύη. Αὐτὴ μᾶς ὀμορφαίνει τὶς ἄχαρες ὧρες μας καὶ φωτίζει τὸ δρόμο μας πρὸς τὴν οὐράνια Βασιλεία.

Ὅλοι θέλουμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν κρίση, νὰ ζήσουμε στὸ φῶς τῆς νέας ἡμέρας, ὅπου ἡ κρίση θὰ ἔχει πεθάνει. Πῶς, ὅμως, αὐτὴ πεθαίνει; Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς. Μᾶς τὸ λέει ἐμφατικὰ ὁ Μέγας Βασίλειος. Μὲ τὴ «λιτὴ ἀφθονία», ὅπου μᾶς διδάσκει «τὴν λιτότητα καὶ τὸ ἐν πᾶσιν εὐτελὲς καὶ ὀλιγοδάπανον». Οἱ ἐπιθυμίες νὰ ἀποκτήσουμε πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι καρφιὰ ποὺ μᾶς καρφώνουν στὴ γῆ καὶ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ πετάξουμε πρὸς τὸν οὐρανό. Τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, λέει εὔστοχα ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον. Καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀντιλαμβανόμαστε καὶ δὲν κατανοοῦμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἀπληστία τῶν ἐπιθυμιῶν μας ἐκπηγάζουν τὰ ἀναρίθμητα παθήματά μας. Μὲ τὴ λιτότητα ἐπιτυγχάνουμε οἰκονομία καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά μας κάνουμε καταθέσεις τῆς ὑλικῆς μας ἀγάπης στὰ ἄδεια χέρια «τῶν ἐπιδεομένων ἀδελφῶν μας». Οἱ καταθέσεις αὐτὲς ἐπιφέρουν θανατηφόρα πλήγματα στὸ ἄγχος τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ μᾶς ζωοποιοῦν μὲ τὸ ἀνατέλλον φῶς τῆς δικαιοσύνης στὴν κοινωνία μας, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Δύο προτροπὲς τοῦ Κυρίου μας εἶναι αὐτὲς ποὺ διαλύουν τὸ σκοτάδι τῆς κρίσεως καὶ ὁδηγοῦν στὸ φῶς τῆς ἐπιλύσεώς της. Μᾶς εἶπε ὁ Φωτοδότης Χριστός μας «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;» (Ματθ.στ΄ 26-27). Καὶ πάλιν: «Καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει». (Ματθ. στ΄ 28). Ἡ φύση μᾶς διδάσκει πῶς νὰ θανατώσουμε τὴν κρίση ποὺ μᾶς βασανίζει. Νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο ὀφείλουμε ἀκατάπαυστα νὰ θαυμάζουμε καὶ νὰ δοξολογοῦμε. Ὅλα τὰ πτηνὰ μὲ τὸ ἀνέμελο κελάδημά τους φανερώνουν τὴν ἀκατάπαυστη δοξολογική τους διάθεση, ἀφοῦ ἔχουν τροφέα, συντηρητὴ καὶ προνοητή τους τὸν Κύριο καὶ δὲν ἔχει θέση στὴ ζωή τους οἰκονομικὴ κρίση, ἄγχος καὶ ἀνελέητο κυνηγητό. Ὁ πολύχρωμος στολισμὸς πάλι τῶν λουλουδιῶν, ποὺ ἐμεῖς πολλὲς φορὲς ἠθελημένα παραβλέπουμε καὶ βάναυσα τὰ καταπατοῦμε, δηλώνει ἀπερίφραστα πὼς ὁ Κτίστης μας δὲν θὰ παύσει νὰ μᾶς ὀμορφαίνει μὲ τὰ κτίσματά Του, νὰ μᾶς εὐωδιάζει τὴ ζωὴ καὶ νὰ καταστολίζει τὴν ἐπίγεια πορεία μας. Ὁ οὐράνιος Τροφέας μας «κελεύει μὴ δεῖ φροντίζειν». Μᾶς λέει ὄχι στὴ βασανιστικὴ μέριμνα, ὄχι στὴν ὑστερικὴ κρίση, στὴν κουραστικὴ μεμψιμοιρία, στὴν ἀνυπόφορη γκρίνια, στὸ θανατηφόρο σκοτείνιασμα τοῦ προσώπου μας.

   Ἡ πολυπόθητη λύση στὴν κρίση μας, ἡ ἀναψυχή μας στὸ πυκνό, τὸ ἀδιαπέραστο ζοφερὸ σκοτάδι θὰ ἔλθει μὲ τὴ Χριστιανικὴ ὑπέρβαση, τὸ «πλήρωμα τοῦ νόμου» (Ῥωμ. ιγ΄ 10), τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀδιάκοπη δοξολογία τοῦ Κυρίου μας. Τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μας, τὰ δεόμενα χέρια, τὰ ροζιασμένα γόνατα καὶ ἡ ἐπιθυμία μας νὰ δοῦμε «τὸ φῶς τὸ ἀληθινό» θὰ κάμψουν τὴ φιλανθρωπία τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ μας. «Ἰδού, ἀδελφοί μου, καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2). Ἡ δική μας διαγωγὴ καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου μας θὰ θανατώσει τὴν κρίση καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ ἀναψυχή.