jonah

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΙΩΝΑΝ ΚΑΙ ΔΑΝΙΗΛ

ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ

 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ

Ευλόγησον Πάτερ

 

 ΦΑΙΔΡΑ σήμερον η πανήγυρις και λαμπρότερα σήμερον η συνάθροισις. Αλλά ποία είναι η αιτία; εγώ γνωρίζω ότι της νηστείας είναι το κατόρθωμα τούτο, όχι της παρούσης, αλλά της προσδοκώμενης νηστείας. Εκείνη κατά αλήθειαν, εκείνη μας εσυμμάζωξε προς τον Πατρικόν μας οίκον εκείνη και τους προτήτερον ραθυμούντας, τους επανήγαγε σήμερον προς τας μητρικάς αγκάλας. Αλλ' εάν μόνον όπου την περιμένομεν, μας έκαμε τοσαύτην σπουδήν, οπόταν έλθη και φανή πόσην θέλει αυξήσει την ευλάβειαν; Ούτω και μία πόλις όπου μέλλει να έλθη εις αυτήν άρχοντας φοβερός, πάσαν αμέλειαν ρίπτει άπ' αυτής, και έρχεται εις μεγάλην σπουδήν. Αλλά μη φοβείσθε ακούοντες όπου λέγω φοβερόν άρχοντα την νηστείαν, διότι δεν είναι εις ημάς φοβερή, αλλά εις τους δαίμονας˙ διότι εάν σεληνιάζεταί τις, δείξον μόνον εις αυτόν νηστείας πρόσωπον, και θέλεις ιδεί πως μένει ακίνητος και ξηρός, καθώς την πέτραν από τον φόβον του˙ και μάλιστα όταν ιδή την νηστείαν εσμιγμένην με την αδελφήν της την προσευχήν δια τούτο λέγει και ο Χριστός. «Τούτο το γένος εν ουδενί εξέρχεται, ει μη εν προσευχή και νηστεία». Οπόταν λοιπόν διώχνη ούτως τους πολεμίους της σωτηρίας ημών και είναι φοβερά εις τους εχθρούς της ζωής μας, πρέπει να την ποθούμεν και να αγαπώμεν, όχι να την φοβούμεθα˙ διότι εάν φοβούμεθα, την μέθην και την πολυφαγίαν πρέπει να φοβούμεθα, όχι την νηστείαν διότι η μεν μας δένει τας χείρας οπίσω, η μέθη, και μας παραδίδει εις τας χείρας των παθών και της τυραννίδος, ωσάν σκλάβους μιας δεσποίνης χαλεπής˙ η δε Νηστεία, εάν μας εύρη σκλαβωμένους και δεμένους, μας λύει από τα δεσμά και μας ευγάνει από την τυραννίδα, και μας φέρει εις την πρώτην ελευθερίαν.

 Οπόταν ουν και τους εχθρούς ημών πολεμή και μας ελευθερώνει από την δουλείαν και μας φέρει εις την ελευθερίαν, ποίαν άλλην απόδειξιν μεγαλύτερην ζητείς της φιλίας αυτής όπου έχει προς το γένος ημών; διότι τούτο είναι μεγάλης φιλίας απόδειξις. Θέλεις να μάθης πόσος στολισμός είναι εις τους ανθρώπους η νηστεία και πόση φύλαξις και ασφάλεια; πρόσεξε, παρακαλώ σε, το θαυμαστόν και μακάριον γένος των μοναχών, διότι αυτοί φεύγουν ταις σύγχυσες του κόσμου και τρέχουν προς τας κορυφάς των βουνών και κάμνουν τας καλύβας εις την ησυχίαν της ερημίας, ωσάν εις τινά λιμένα εύδιον. Ταύτην την νηστείαν έχουν σύνοικον και συγκοινωνόν εις όλην τους την ζωήν, δια τούτο τους κάμνει και από ανθρώπους Αγγέλους, και όχι μόνον εκείνους, αλλά και εν ταις πόλεσιν, όσους αν εύρη όπου την αγαπούν, τους ανεβάζει εις αυτό το ύψος της φιλοσοφίας Δια τούτο και ο Μωυσής και ο Ηλίας οι πύργοι των εν τη Παλαιά Διαθήκη Προφητών, εάν ήσαν λαμπροί και μεγάλοι, και από άλλα πολλά, και είχαν πολλήν παρρησίαν, όμως ότε ήθελον να πλησιάσουν προς τον Θεόν και να διαλεχθούν με αυτόν, όσον είναι άνθρωπου δυνατόν, προς την νηστείαν έδραμαν και δια των χειρών αυτής ανέβησαν προς αυτόν. Δια τούτο και ο Θεός εξ αρχής όπου έκαμε τον άνθρωπον, πάραυτα τον έθηκεν εις τας χείρας της νηστείας να τον βαστά και να έχη την φροντίδα της σωτηρίας αυτού, ώσπερ φιλόστοργος μήτηρ και αρίστη διδάσκαλος˙ διότι ειπών το: «Από παντός ξύλου του εν τω Παραδείσω βρώσει φαγείν, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε»˙ είδος νηστείας έθηκε. Εάν δε εις τον Παράδεισον ήτον αναγκαία η νηστεία, πόσω μάλλον έξω του Παραδείσου; εάν προ της πληγής ήτο χρήσιμον το φάρμακον, πόσω μάλλον μετά την πληγήν; εάν πριν να γενή ο πόλεμος των επιθυμιών, ήτον καλόν εις ημάς το όπλον τούτο της νηστείας, πολλώ μάλλον μετά την τοσαύτην μάχη ν των επιθυμιών και από των δαιμόνων.

Πολύ λοιπόν είναι αναγκαία η βοήθεια της νηστείας. Εάν ήθελεν ακούσει ο Αδάμ ταύτης της φωνής, δεν ήθελεν ακούσει της δευτέρας, ότι «Γη ει, και εις γην απελεύση». Άλλ' επειδή ταύτης παρήκουσε, δια τούτο θάνατος και λύπαις και φροντίδες, και ζωή χαλεπωτέρα παντός θανάτου, δια τούτο άκανθαι και τρίβολοι, δια τούτο πόνοι και ωδίνες. Είδες πως αγανακτεί ο Θεός όταν καταφρονήται η νηστεία; Μάθε και πως ευφραίνεται πάλιν όταν τιμάται˙ διότι καθώς όταν εκαταφρονήθη έδωκεν επιτίμιον του καταφρονήσαντος τον θάνατον, ούτω πάλιν όταν ετιμήθη ελευθέρωσεν από τον θάνατον. Δια τούτο θέλων ο Θεός να δείξη του πράγματος την δύναμιν, της έδωκεν εξουσίαν μετά την απόφασιν και το σύρσιμον προς τον θάνατον, να αρπάξη τους συρομένους από το μέσον του δρόμου και να τους φέρη προς την ζωήν˙ και όχι δύο ή τρεις ή δέκα ή είκοσιν, αλλά τον δήμον όλων των Νινευιτών και πόλιν μεγάλην και θαυμαστήν, ευρισκομένην κλίνουσαν την κεφαλήν εις αυτό το βάραθρον και μέλλουσαν να δεχθή την άνωθεν ερχομένην οργήν, ώσπερ να ήλθε τις δύναμις άνωθεν και την άρπαξεν από τας χείρας του δημίου και την έφερεν εις την ζωήν.

Άλλ' αν θέλετε, ας ακούσωμεν και την ιστορίαν.   «Εγένετο, λέγει, λόγος Κυρίου» προς Ιωνάν τον Προφήτην λέγων. Σήκω και ύπαγε εις Νινευί την πόλιν την μεγάλην. Ταχέως θέλει ο Θεός να τον φέρη εις συμπάθειαν από του μεγέθους της πόλεως,  προβλέπων την μέλλουσαν φυγήν. Άλλ' ας ακούσωμεν του κηρύγματος˙ ακόμη τρεις ημέραι και η Νινευί αφανίζεται. Και τίνος  ένεκεν προλέγεις τα δεινά όπου μέλλεις να κάμης; δια να μη τα κάμω, τα προλέγω˙ δια τούτο φοβερίζει και με την γέενναν, δια να μη φέρη την γέενναν. Ας μας φοβίσουν λέγει κάποιος σοφός, τα λόγια, να μη μας λυπήσουν τα πράγματα. Αλλά τίνος ένεκεν και την προθυμίαν των Νινευιτών εις ούτω στενόν εμάζωξε χρόνον; Δια να μάθης και την αρετήν των βαρβάρων εκείνων, ήγουν των Νινευίτών, πως εδυνήθησαν εις τρεις ημέρας να καταλύσουν τοσούτων αμαρτημάτων οργήν, και να θαυμάσης και του Θεού την φιλανθρωπίαν, όπου εδέχθη τριών ημερών μετάνοιαν υπέρ τοσούτων αμαρτημάτων, και να μη πέσης και συ εις απόγνωσιν, εάν εχης και μυρίας αμαρτίας˙ διότι καθώς ο αμελής και ολιγόψυχος, εάν λάβη και πολύν καιρόν εις μετάνοιαν ουδέν μέγα εργάζεται, δεν καταλλάσσει τον Θεόν εις τον εαυτόν του, δια την ραθυμίαν αυτού ούτω πάλιν ο πρόθυμος και καίων τω πνεύματι και μετά πολλής σπουδής αρχίζων την μετάνοιαν, δύναται και εις ολίγον καιρόν να αφανίση πολλών χρόνων αμαρτήματα.

 Δεν ηρνήθη τρείς φοραίς ο Πέτρος; ουχί το τρίτον μεθ˙ όρκου; ουχί μιας ευτελούς νέας λόγους εφοβήθη ; Τι λοιπόν; πολλούς χρόνους έκαμε να μετανοήση; όχι αλλ' εκείνην την νύκτα, και έπεσε και εσηκώθη˙ επήρε και την πληγήν και την ιατρείαν, και αρρώστησε και υγίανε. Πως και με τι τρόπον; κλαύσας και αποδυρόμενος, μάλλον δε ου κλαύσας απλώς, αλλά με σπουδήν πολλήν και ζέσιν˙ δια τούτο και ο Ευαγγελιστής δεν είπεν, ότι εκλαυσεν απλώς, άλλ' έκλαυσε πικρώς. Ποταπή ήτον η δύναμις των δακρύων εκείνων, δεν δύναται λόγος να την φανερώση.  Αλλ' η έκβασις των πραγμάτων την δείχνει φανεράν, διότι μετά το χαλεπόν εκείνο πτώμα (διότι από την άρνησιν δεν είναι μεγαλήτερον κακόν) μετά τοσούτον κακόν, πάλιν τον ανέβασεν εις την προτέραν τιμήν και του έδωκε την προστασίαν της Εκκλησίας πάσης της οικουμένης˙ και έδειξεν εις ημάς πλείονα των Αποστόλων απάντων έχοντα την αγάπην εις τον Δεσπότην, διότι λέγει˙ «Πέτρε, φιλείς με πλείω τούτων»˙ ταύτης κατ' αλήθειαν ουδεμία άλλη αρετή είναι ίση. Και ίνα μη λέγης, ότι τους Νινευίτας πρεπόντως τους εσυμπάθησεν, επειδή ήσαν άνθρωποι βάρβαροι και ανόητοι, διότι λέγει˙ «Δούλος, ο μη ειδώς το θέλημα του Κυρίου αυτού, και ποιήσας άξια πληγών, δαρήσεται ολίγα»: ίνα μη λέγης τούτο, έφερα και τον Πέτρον εις το μέσον, δούλον μάλιστα ηξεύροντα το θέλημα του Κυρίου αυτού, άλλ' όμως και ούτος έκαμε την μεγάλητερην αμαρτίαν, και ιδέ εις πόσον ύψος παρρησίας επανήλθε. Λοιπόν και συ μη απογινώσκεσαι δια τας αμαρτίας σου, διότι το χειρότερον της αμαρτίας είναι να στέκεται τις εις την αμαρτίαν, και το δεινότερον του πτώματος, όταν κείτεται πεσμένος. Τούτο θρηνεί και ο Παύλος και οδύρεται. Τούτο είναι άξιον πένθους˙ διότι λέγει˙ «Μήπως ελθόντα με προς υμάς, ταπεινώσει ο Θεός, και πενθήσω πολλούς, όχι των ημαρτηκότων απλώς, αλλά των μη μετανοησάντων, επί ασέλγεια και ακαθαρσία ην έπραξαν».

 Προς δε την μετάνοιαν, ποίος καιρός ήθελεν ευρέθη επιτηδειότερος από τον καιρόν της Νηστείας; Άλλ' ας έλθωμεν πάλιν επί την ιστορίαν. Ακούσας δε ταύτα τα λόγια ο Προφήτης, κατέβη εις Ιόππην να φύγη εις Θαρσείς, από το πρόσωπον Κυρίου. Πού φεύγεις, άνθρωπε; δεν ήκουσας τον άλλον Προφήτην λέγοντα˙ «Πού πορευθώ από του Πνεύματός σου, και από του προσώπου σου πού φύγω; Εις την γην; αλλά του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», εις τον αδην; «άλλ' εάν καταβώ, λέγει, εις τον άδην, με ευρίσκεις» εις τον ουρανόν; αλλά συ εκεί είσαι, εις την θάλασσαν; και εκεί, λέγει, με πιάνει η δεξιά σου»˙ το οποίον έπαθε και ούτος ο Προφήτης. Αλλά τοιαύτη είναι η αμαρτία και εις πολλήν ανοησίαν βάνει την ψυχήν μας, και καθώς οι μεθυσμένοι και σκοτισμένοι από τον οίνον περιπατούν ως φθάσουν, ή χάσμα είναι εμπρός, ή εγκρεμνός, ή ό,τι τύχη, καταπίπτουσιν αφύλάκτως˙ ούτω και οι ορμώντες προς την αμαρτίαν, και κρατημένοι από την επιθυμίαν της πράξεως, καθώς από μέθην κακήν, δεν εννοούν τι κάμνουν, δεν συλλογίζονται ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα. Από τον Δεσπότην φεύγεις, είπε μοι; λοιπόν ολίγον ανάμεινον, και θέλεις μάθει από αυτά τα πράγματα, ότι ουδέ εν θαλασσή της δούλης του Δεσπότου τας χείρας δύνασαι να φύγης˙ διότι ακόμη δεν εμβήκεν εις το καράβι ούτος, και εκείνη άρχισε τα κύματα και εσηκώνετο εις ύψος μέγα, και καθώς μία υπηρέτρια καλόγνωμος, να εύρη ένα συνυπηρέτην φευγάτον του αυθεντός της και κλέψαντα τίποτε, δεν τον αφίνει, αλλά κάμει πολλά βάσανα εκείνων όπου τον εδέχθησαν έως να τον πάρη˙ ούτω και η θάλασσα τότε, ευρούσα τον συνυπηρέτην αυτής και γνωρίσασα, πολλά βάσανα κάμνει των ναυτών˙ ταράσσεται, φωνάζει, σέρνουσα ουχί εις δικαστήριον, αλλά να τους καταπόντιση, φοβερίζουσα όλον το καράβι, εάν δεν δώσουν τον συνυπηρέτην της. Τι κάμνουν λοιπόν οι ναύται; όταν είδαν ταύτα τα κακά, έρριψαν, λέγει, όλον το φορτίον του καραβίου, αλλά το καράβι δεν ελάφρωνε, διότι το φορτίον όλον μέσα ήτον ακόμη˙ του Προφήτου το σώμα ήτον το βαρύ φορτίον, όχι από την του σώματος φύσιν, αλλά από της αμαρτίας το βάρος˙ διότι ουδένα πράγμα είναι τόσον βαρύ και κακοβάστακτον, όσον είναι η αμαρτία και η παρακοή. Δια τούτο και ο Προφήτης Ζαχαρίας μετά μολύβδου διετύπωσεν αυτήν, και ο Δαυίδ την φύσιν αυτής διαγραφών, έλεγεν˙ «Αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύθησαν έπ' εμέ». Ο δε Χριστός πάλιν έλεγε προς τους ζήσαντας εν αμαρτίαις˙ «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Αυτή και το πλοίον εβάρυνε τότε, και έμελλε να το βυθίση. Ο δε Ιωνάς εκάθευδε και ερογχάλιζε˙ βαρύς ο ύπνος, άλλ' ουκ ην ηδονής, αλλά λύπης και ραθυμίας, διότι οι αγνώμονες υπηρέται ταχέως γνωρίζουν το σφάλμα το οποίον και εκείνος έπαθε. Διότι μετά την πράξιν της αμαρτίας, τότε εγνώρισε το κακόν της αμαρτίας, διότι τοιαύτη είναι η αμαρτία, και άφ' ότου γενή και τελειωθή, τότε ανάπτει τους πόνους της ψυχής όπου την εγέννησεν, με άλλον τρόπον παρά την ιδικήν μας γέννησιν˙ διότι ημείς μεν όταν γεννηθώμεν παύομεν τους πόνους της μητρός, εκείνη δε άμα γεννηθή, τότε αυξάνει εις τους τεκόντας αυτήν λογισμούς τους πόνους. Τι ουν ο πρώτος του καραβίου προσήλθε και του λέγει˙ τι κάθεσαι; ανάστα, επικαλού τον Θεόν σου˙ ότι εγνώρισε, πως δεν είναι χειμών κατά την συνήθειαν, άλλ' ότι θεήλατος ήτον η πληγή, και έξω της άνθρωπίνης τέχνης˙ το κλυδώνιον και κάμμίαν βοήθειαν δεν έδιδαν του  κυβερνήτου τα χέρια˙ άλλον γαρ Κυβερνήτην μεγαλήτερον εχρειάζοντο τα γενόμενα, εκείνον όπου κυβερνά τον κόσμον όλον˙ δια τούτο και εκείνοι αφήκαν όλα, και κωπία και άρμενα και σχοινιά, και έβλεπον προς τον ουρανόν, και μόνον τον Θεόν παρεκάλουν. Και αφού δεν έγεινεν ουδέ ούτως καλωσύνη, έβαλον, λέγει, κλήρους και εφανέρωσεν ο κλήρος τον πταίστην. Άλλ' εκείνοι ουδέ τότε δεν τον επήραν να τον ρίψουν εις την θάλασσαν, αλλά με τοσούτον θόρυβον και τόσην ταραχήν, ώσπερ να ήχαν ησυχίαν πολλήν, ούτως έστησαν δικαστήριον εις το καράβι, και του έδωκαν καιρόν και τον επαρακαλούσαν να αποκριθή, και εξέτασαν πάντα μετ' ακριβείας ωσάν δικασταί. Και άκουσον αυτών.

Ποία είναι η εργασία σου ; που πορεύεσαι ; εκ ποίας χώρας και ποίου γένους ήσαι; και τι; Η θάλασσα μεν τον εκατηγόρησεν, ο κλήρος δε τον έλεγε και τον εμαρτύρησεν, αλλ' όμως ουδέ της θαλάσσης καταβοώσης, ουδέ του κλήρου καταμαρτυρούντος, ακόμη δεν τον απο-φασίζουν˙ αλλά καθώς εις δικαστήριον όπου να ήναι και οι κατήγοροι εκεί, και οι μάρτυρες να ελέγχουν τον κατηγορούμενον, δεν αποφασίζουν οι δικασταί πρότερον, έως όπου αυτός ο κατάδικος γενή κατήγορος της αμαρτίας του˙ ούτω λοιπόν και τότε οι ναύται, άνθρωποι βάρβαροι και ανόητοι, εμιμούντο την ευταξίαν των δικαστηρίων˙ και τι τόσος φόβος, τόσος κίνδυνος, τόση ταραχή, όπου της επανέβη της θαλάσσης, όπου δεν τους άφηνεν ούτε να αναπνεύσουν; Ούτως εταράττετο και ανακατώνετο θυμωμένη και καταβοώσα, και εσήκωνε πυκνά τα κύματα, ώστε όπου έχασαν το φορτίον των όλον από την ιδικήν του αφορμήν. Πόθεν λοιπόν έγεινεν η τοσαύτη πρόνοια ; Από της του Θεού οικονομίας˙ διότι ο Θεός εσυγχώρει να γίνονται ταύτα, παιδεύων τον Προφήτην με αυτά να ήναι φιλάνθρωπος και ήμερος,  φανερά βοών προς αυτόν και λέγων˙ Ω Προφήτα, μιμήσου τους ναύτας ανθρώπους ανοήτους˙ επειδή και ούτοι μεν ουδέ μιας ψυχής καταφρονούσιν, ουδέ ενός σώματος του ιδικού σου, συ δε τοσαύτην πόλιν, με τόσας μυριάδας ανθρώπους, την παρέδωκες κατά τον σκοπόν σου ; Και αυτοί μεν ευρήκαν εκείνον, όπου ήτον αφορμή να πάθουν τόσα κακά, και πάλιν δεν τολμούν να κάμουν, καθώς απεφάσισεν ο κλήρος˙ συ δε ενώ τίποτε δεν έχεις να εγκαλέσης τους Νινευίτας˙ και εσένα μεν σε επρόσταξα εγώ να τους επιστρέψης προς σωτηρίαν με το κήρυγμα και δεν υπήκουσες, ούτοι δε μηδενός ακούσαντες, αγωνίζονται να κάμουν κάθε είδους τρόπον να σε γλυτώσουν εσένα τον πταίστην˙ διότι και μετά την τιμωρίαν όπου έπαθαν από την θάλασσαν και μετά την απόδειξιν του κλήρου όπου τον εφανέρωσεν, ότι και αυτός κατηγορεί τον εαυτόν του και την φυγήν ωμολόγησεν, ουδέ τότε απεφάσισαν την απόκλειαν του Προφήτου, άλλ' ετεχνεύοντο και εβιάζοντο και έκαμναν κάθε τρόπον, και μετά την απόδειξιν, να μη τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Άλλ' η θάλασσα δεν τους άφινεν ουδέποτε˙ μάλλον δε ο Θεός δεν τους άφινεν, βουλόμενος ώσπερ δια των ναυτών, ούτω και δια του κήτους να σωφρονίση τον Προφήτην˙ διότι, όταν ήκουσαν, επάρατε με και ρίψατε με εις την θάλασσαν να παύση η τρικυμία, εβιάζοντο να εύγουν εις την γην, αλλά τα κύματα δεν τους άφιναν. Συ δε, καθώς ήκουσας τον Προφήτην φεύγοντα, άκουσον αυτού και εξομολογούμενον κάτωθεν της γαστρός του θηρίου, δια να μάθης ότι εκείνο μεν το έπαθεν ως άνθρωπος, τούτο δε το εδειξεν ως Προφήτης.

Λαβούσα λοιπόν η θάλασσα αυτόν, τον έβαλεν εις την κοιλίαν του κήτους, όπως εις την φυλακής φυλάττουσα τον φευγάτον σώον του αύθέντου της, και ούτε τα άγρια κύματα τον έπνιξαν, ούτε το θηρίον το αγριώτερον των κυμάτων τον διέφθειρεν, αλλά τον εφύλαξε και τον έφερεν εις την πόλιν, και υπήκουσε και η θάλασσα και το θηρίον παρά φύσιν, δια να τιμωρηθή υπό πάντων ο Προφήτης. Ελθών λοιπόν εις την πόλιν, ανέγνωσε την απόφασιν, ώσπερ Βασιλικήν Επιστολήν, φοβεράν και παιδευτικήν και βοά λέγων «Έτι τρεις ημέραι, και Νινευί   καταστραφήσεται».   Ηκουσαν ταύτα εκείνοι και δεν απίστησαν, δεν εκαταφρόνησαν, άλλ' ευθέως απάντων δραμόντων επί την νηστείαν, ανδρών, γυναικών, δεσποτών,  αρχόντων, αρχομένων, νέων, γερόντων, παιδίων, πρεσβυτέρων. Και ουδέ η φύσις των άλογων ζώων έμεινεν άμοιρος της τοιαύτης λειτουργίας˙ πανταχού σάκκος, πανταχού σποδός, πανταχού θρήνοι και μοιρολόγια διότι εχωρίσθη το μοσχάρι από την αγελάδαν, εδιώχθη το αρνίον από το βυζί, παιδίον βυζανιάρικον δεν ευρίσκετο εις ταις αγκάλαις της μητρός αυτού˙ και παρά πάντων ακούονται φωναίς παραπονετικαίς, μίαν την άλλην αντιβοώσα και αντικρούουσα˙ Τα τέκνα πεινώντα εζήτουν τας πηγάς του γάλακτος˙ αι μητέρες από τον φυσικόν πόνον κεντούμεναι, με ελεειναίς φωναίς έκραζον τα τέκνα, τα βρέφη, κατά τον όμοιον τρόπον λιμάζοντα, μεγάλω κλαυθώ εφώναζον και εκινδύνευον. Ο πρεσβύτης εθρήνει δια ταύτα και ανέσπα την πολιάν ο νεανίσκος και τρυφερός σφοδρότερον  επωδύρετο˙  ο πένης εστέναζεν, ο πλούσιος ελησμόνει την καλοπάθειαν, ηγάπα την κακοπάθειαν ως σώφρονα. Αυτός ο βασιλεύς την λαμπρότητα και την δόξαν την μετέβαλεν εις αισχύνην˙ εύγαλε τον στέφανον και έβαλε κόνιν εις την κεφαλήν του˙ έρριξε την αλουργίδα και ενδύθη σάκκον αφήκε τον θρόνον τον υψηλόν και μετέωρον και εκοιμάτο ελεεινώς επί της γης. Την μοναρχικήν και βασιλικήν ευπάθειαν καταλιπών, έγεινεν εις από τους πολλούς και συνεθρήνει με τον δήμον, και ούτως έσωσε την πόλιν εκ των κινδύνων. Και ήτον να ιδή τις πράγμα παράδοξον, να νικά ο σάκκος την αλουργίδα˙ εκείνο οπού δεν εδυνήθη η αλουργίς, εδυνήθη ο σάκκος˙ εκείνο όπου δεν έ τελείωσε το διάδημα, το εκατώρθωσεν η στάκτη. Βλέπεις πως δεν έλεγα ψεύματα, ότι όχι η νηστεία, άλλ’ εν μέθη και εν πολυφαγία την πόλιν διαμένουσαν διέσεισεν η ασωτία και έμελλε να την καταπόντιση, η δε νηστεία σαλευομένην την πόλιν και μέλλουσαν καταπίπτειν, ελευθέρωσε.

Με ταυτην την νηστείαν και ο Δανιήλ ειισελθών εις τον λάκκον των λεόντων, και καθήμενος εις το μέσον τους, ευγήκεν άπ' εκεί ωσάν να ήτον με πρόβατα ήμερα˙ αλλά και έβραζαν από τον θυμόν τους, και έβλεπαν φονικώς και η τράπεζα ήτον έμπροσθεν τους˙ αλλά δεν έγγιζον, όπου τα ηνάγκαζε και αυτή η φύσις το περισσότερον διότι άλλο δεν είναι αγριώτερον από εκείνα τα θηρία και από την πείναν˙ διότι επτά ημέρας είχον όπου δεν έφαγαν τίποτε, άλλ' όμως ευλαβούντο να εγγίξουν εις το εγκρατές σώμα του Προφήτου. Με ταύτην και οι τρεις Παίδες εισελθόντες εις την Βαβυλωνίαν κάμινον, και πολύν χρόνον μένοντες εις το πυρ, έχοντες τα σώματα, λαμπρότερα εφαίνοντο αυτού του πυρός τότε, όταν ευγήκαν εκ της καμίνου. Και αν ήτον πυρ, πως δεν εποίει τα του πυρός ; και εάν ήτον σώματα εκείνα τα σώματα, πως δεν επάθεναν τα σωματικά ; Πως ; ερώτησον την νηστείαν και αυτή σου αποκρίνεται, και αυτή σου λύει την απορίαν˙ των σωμάτων γαρ η φύσις επολέμα με την φύσιν του πυρός και ενικούσαν τα σώματα. Είδες παράδοξον πόλεμον ; είδες παράδοξον νίκην ; Θαύμασον την νηστείαν και υποδέξου την με ταις αγκάλαις ανοικταίς˙ διότι, οπόταν και εις τας καμίνους βοηθή και εις τους λάκκους των λεόντων φυλάττη, και τους δαίμονας αποδιώκη, και την απόφασιν του Θεού λυώνη και των παθών την μανίαν αφανίζη, και προς ελευθερίαν ημάς επανάγη, και κάμνη πολλήν γαλήνην εις τους λογισμούς ημών, πως δεν είναι μεγάλη παρανομία να την φοβούμεθα ημείς και να την φύγωμεν όπου έχει τόσα αγαθά εις τα χέρια της ; Αλλά λέγει τις διατί αχαμνίζει την ευρωστίαν του σώματος ; Αλλά σου λέγω και εγώ, όσον ο έξω άνθρωπος διαφθείρεται, τοσούτον ο έσω ανακαινουργώνεται από ημέραν εις ημέραν˙ μάλιστα δε, εάν θέλησης να καλοεξετάσης μετ' ακριβείας το πράγμα, θέλεις την εύρει αυτήν να ήναι και της υγείας μητέρα. Και εάν δεν πιστεύης τα ιδικά μου λόγια, ερώτησον τους μαθητάς των Ιατρών περί τούτου και αυτοί θέλουν σου το δείξη σαφέστερον, οι οποίοι την μεν εγκράτειαν καλούσι μητέρα της υγείας, τας δε ποδαλγίας και καρηβαρίας, και ολιγοζωίας, και τους υδρώπικας, και τα φλέγματα, και πρίσματα και άλλων μυρίων ασθενειών χυμούς, από της τρυφής και πολυφαγίας, λέγουν, ότι γεννώνται, όπως κακά αυλάκια από μίαν κακήν βρύσιν, και αφανίζουν και την υγείαν του σώματος και της ψυχής την χαράν.

Μη λοιπόν φοβούμεθα την νηστείαν όπου μας ελευθερώνει από τόσα κακά. Και δεν σας παρακινώ εις τούτο ούτω απλώς, άλλ' επειδή βλέπω πολλούς ανθρώπους ότι ως να θέλουν να παραδοθούν εις καμμίαν κακήν και αγρίαν γυναίκα, ούτω οκνούν και ανατριχιάζουν, και παραδίδονται σήμερον εις την μέθην και την πολυφαγίαν. Δια τούτο σας παραινώ δια να μην αφανίζεται η ωφέλεια, όπου μέλλει να λάβωμεν από την ερχομένην νηστείαν με την λαιμαργίαν και την μέθην˙ διότι και οι άνθρωποι όπου έχουν κακόν χυμόν, όταν θέλουν να πιουν πικρά ιατρικά, δια να καθαρισθούν, εάν φάγουν προτήτερα πολύ και χορτάσουν, και τότε πάρουν το ιατρικόν, την μεν πικρίαν του ιατρικού υπέμειναν, από δε την ωφέλειαν εξέπεσαν, διατί  έκαμαν δύσκολον τον πόλεμον του Ιατρικού προς την των διεφθαρμένων χυμών πικρίαν.

Δια τούτο προστάσσουν οι Ιατροί, να μη δειπνήσουν, δια να προλάβη η δύναμις των Ιατρικών τα περίσσευμα τα κακών χυμών προτήτερα. Ωσαύτως και επί της νηστείας, εάν εμπλησθής σήμερον και μεθύσης και αύριον δεχθής το Ιατρικόν, άχρηστον αυτό και ανώφελον το κάμνεις, και τον μεν κόπον υπομένεις, την δε ωφέλειαν δεν λαμβάνεις επειδή νικά την δύναμίν του η προτήτερη μέθη. Μη λοιπόν εμβούμεν με την μέθην εις την νηστείαν, μηδέ πάλιν από της νηστείας να ακουμβώμεν εις την μέθην, δια να μη γεννή αργότερα και να του δώση τις μίαν κλωτζιάν να πέση χειρότερα˙ το οποίον γίνεται και εις την ψυχήν μας, οπόταν και προτήτερα και ύστερα της νηστείας σκεπάζομεν την γενομένην νήψιν εκ της ασιτίας με το σύννεφον της μέθης. Διότι καθώς εκείνοι όπου μέλλουν να πολεμήσουν με κανένα θηρίον, αρματώνουν και ασφαλίζουν τον εαυτόν τους με άρματα πολλά και τότε μάχονται με εκείνο˙ ούτω πολλοί άνθρωποι όπου θέλουν να πολεμήσουν με το θηρίον την νηστείαν, ούτως αρματώνονται με την γαστριμαργίαν και στενοχωρούν τον εαυτόν τους, και σκοτώνονται και μετά πολλής παραφροσύνης περιμένουν το γαληνόν και ήμερον όμμα της νηστείας.

Και εάν ερωτήσω τινά, τίνος ένεκεν υπάγει εις το λουτρόν σήμερον ; λέγει, δια να υποδεχθώ την νηστείαν με το σώμα καθαρόν. Εάν δε ερωτήσω, διατί μεθάς σήμερον ; Πάλιν λέγει επειδή θέλω να έμβω εις την νηστείαν. Πως λοιπόν ; δεν είναι άτοπον, το σώμα μεν καθαρόν, την ψυχήν δε ακάθαρτον και μεθυσμένην έχειν να υποδεχθής την νηστείαν ; Ήθελα να ειπώ και άλλα περισσότερα δι' αυτήν, αλλά τοις φρονίμοις αρκούσι και ταύτα προς διόρθωσιν διόπερ είναι ανάγκη να καταπαύσω τον λόγον.

Επεί περ ημείς μεν συρίζομεν ωσάν τα παιδία των βοσκών με το μικρόν καλάμι υποκάτω εις τι δένδρον ήη λεύκαν, εις την σκιάν των Ιερών οίκων τούτων καθήμενοι˙ ούτος δε, ωσάν ένας άριστος μουσικός και μέγας τεχνίτης, αρμοσάμενος τη φωνή την χρυσήν κιθάραν εις την συμφωνίαν των κρουσμάτων, μεγάλον έκαμε θέατρον˙ και όχι μόνον με την συμφωνίαν των λόγων, αλλά και από των έργων, πολλήν κάμνει εις ημάς την ωφέλειαν. Τοιούτους διδασκάλους ζητεί και ο Χριστός˙ διότι λέγει˙ «Ο ποιήσας και διδάξας, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία, των ουρανών.

Γένοιτο και ημάς ευχαίς αυτού και των προέδρων απάντων, αξίους γενέσθαι της Βασιλείας των ουρανών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ' ου τω Πατρί δόξα, τιμή, κράτος, συν τω αγαθώ και αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις αιώνας των αιώνων. Αμήν.