«ΔΕΥΤΕ ΚΑΙ ΑΝΑΒΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΚΥΡΙΟΥ»

(Ης. 2, 3)

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη

(1940-2009)

«Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ». Δεν πλασθήκαμε για τα βάθη του κακού, αλλά για τα ύψη των αρετών. Δεν πλασθήκαμε για τα σκότη της αβύσσου, αλλά για την φωτοχυσία του Θαβώρ. Ελάτε λοιπόν ν’ ανεβούμε.

 

   Ο μεγαλόπνοος και μεγαλόφωνος προφήτης Ησαΐας αντίκρυσε πολλά μυστήρια της Καινής Διαθήκης, παρ’ όλο που έζησε οκτώ αιώνες προ Χριστού. Τα είδε με το προφητικό του βλέμμα και συγχρόνως τα εκήρυξε με γλώσσα μεγαλειώδη. Ανάμεσα στις άλλες του δράσεις πε­ριλαμβάνεται και το όρος του Κυρίου, δηλαδή η Σιών, η Ιερουσαλήμ με τον ναό του Θεού. Παραδόξως όμως το είδε πολύ υψηλό, πανύψηλο, «υπεράνω των βουνών». Και κατά φυσική συνέπεια είδε και τον ναό «επ’ άκρων των ορέων». Έθνη πολλά, είπε, θα ξεκινούν από παντού και θα κατευθύνωνται προς αυτό. Και οι λόγοι των ευσεβών θα είναι προτρεπτικοί προς ανάβασι:

«Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του θεού Ιακώβ».

Βέβαια εδώ πρόκειται για έναν συμβολισμό. «Όρος Κυρίου» είναι η Εκκλησία του Χριστού. Ακλόνητη σαν τα όρη. Στερεωμένη γερά σαν τα ασάλευτα βουνά. Υψηλή. Με ύψος πνευματικό. Και η ζωή η χριστια­νική μοιάζει με ορειβασία. «Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου». Ελάτε ν' ανεβούμε στο Ιερό όρος. Δεν θα ήταν παράξενο να λέγαμε πως οι πραγματικοί Χριστιανοί αποτελούν ορειβατικό σύλλογο.

Τα ύψη πάντα ελκύουν. Ωραίες είναι οι αναβάσεις στα ψηλά βου­νά. Πιο σπουδαίες όμως είναι οι αναβάσεις σε πνευματικές κορυφογραμμές. Υπέροχα νοιώθει οποίος έφθασε στην κορυφή της Πίνδου ή του Όλυμπου ή πολύ περισσότερο των Άλπεων ή των Ιμαλαΐων. Το μάτι του αντικρύζει πλατύ και μεγάλο τον κόσμο. Πρωτόγνωρα αισθήματα κυκλοφορούν μέσα του. Πιο υπέροχα όμως νοιώθει οποίος κατέκτησε πνευματικές κορυφές και το μάτι του είδε να πλαταίνουν οι ορίζοντες του πνεύματος. Ανέκφραστα είναι τα βιώματά του· γι’ αυτό και προτρέπει τον καθένα να λαχταρήση τα ύψη. «Τα άνω ζητήτε…Τα άνω φρονείτε» (Κολασ. 3, 1-2) φωνάζει ο ‘Απόστολος Παύλος, ο μεγάλος αυτός «ορειβάτης».

Βέβαια δεν είναι εύκολο ο καθένας ν’ ανεβή στην κορυφή του βουνού. Είναι εύκολο όμως να κοιτάζη προς αυτή και σιγά - σιγά ν' ανεβαίνη. Κι αν δεν μπορή να φθάση σ’ αυτήν, ας φθάση λίγο παρακάτω, ας φθάση ως την μέση, ας φθάση και πιο κάτω. Έχουμε κι εδώ στην ανοδική πορεία διαβαθμίσεις, όπως αντίστοιχα έχουμε και στην καθο­δική.

Ας παρουσιάσουμε αυτή την αλήθεια μ’ ένα χτυπητό παράδει­γμα: Κάποιος απαίσιος και αθυρόστομος άνθρωπος βρίζει άσχημα και ελεεινά πέντε ανθρώπους, χωρίς να του φταίνε τίποτα. Οι αντιδράσεις τους: Ο πρώτος τον βρίζει παρόμοια, και μετά από ώρες τον σκέπτεται και θυμάται κι άλλες ύβρεις με τις οποίες θα μπορούσε να τον είχε πε­ριλούσει. Ο δεύτερος αντιδρά πιο ήπια. Διαμαρτύρεται και ζητάει εξηγήσεις για το υβρεολόγιο. Ο τρίτος δεν μιλάει καθόλου, συγκρατεί τον εαυτό του· ωστόσο μέσα του έχει λύπη και αναταραχή. Ο τέταρτος δεν μιλάει, και επί πλέον αισθάνεται ήρεμος εσωτερικά. Ο πέμπτος ομοίως δεν μιλάει, νοιώθει ήρεμος ψυχικά, ωστόσο αισθάνεται κάποια λύπη, διότι ο συνάνθρωπος που τον έβρισε διέπραξε αμάρτημα. Ο πρώτος βρίσκεται σε επίπεδο αμαρτωλότητος, ενώ ο πέμπτος σε επίπεδο αγιότητος. Οι υπόλοιποι τρεις σε ενδιάμεσες καταστάσεις.

Για πνευματικά επίπεδα ομιλεί η παραβολή του σπορέως, όταν λέη ότι άλλο χωράφι καρποφόρησε τριάντα κι άλλο εξήντα κι άλλο εκατό (Μάρκ. 4, 8). Το εκατό φυσικά υπονοεί την τελειότητα.

Εκείνος που έφθασε στο τριάντα μοιάζει με μια νύχτα καθαρή με αστροφεγγιά. Το εξήντα αντιστοιχεί με μια νύχτα που λάμπει η πανσέ­ληνος. Και το εκατό αντιστοιχεί με μια ηλιόλουστη ημέρα. Ωραίος είναι ο ουρανός όταν λάμπουν σ' αυτόν τα άστρα. Πιο ωραίος όμως, όταν σκορπάη λάμψεις το ασημένιο φεγγάρι. Και πιο φωτεινός και όμορφος, όταν στα γαλάζια πλάτη του φεγγοβολάη ο ήλιος.

Χαρακτηριστικός είναι και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου. Παίρνει το παράδειγμα από τον σωματικό οργανισμό. Άλλοι έχουν ασθενικά στομάχια και πρέπει να τρέφωνται με γάλα, άλλοι έχουν κα­λύτερα και χρησιμοποιούν λάχανα και άλλοι διαθέτουν γερά στομάχια και μπορούν να τρώνε κρέας. «Σάς μίλησα σαν νήπια εν Χριστώ, σάς επότισα γάλα, όχι στερεά τροφή» (Α' Κορ. 3, 2). «Ο ένας πιστεύει ότι μπορεί να τρώη όλα τα φαγητά· ο άλλος ασθενεί στην πίστι και τρώει λάχανα» (Ρωμ. 14, 2). «Οποίος τρέφεται με γάλα δεν έχει πείρα από την διδασκαλία της δικαιοσύνης, διότι είναι νήπιος· η στερεά τροφή εί­ναι για τους τελείους που με την συνήθεια και την άσκησι έχουν γυμνα­σμένες τις αισθήσεις τους να διακρίνουν το καλό και το κακό» (Ρωμ. 5, 13-14).

Οποίος βρίσκεται σε κατώτερο πνευματικό επίπεδο, μοιάζει κατά τον Απόστολο Παύλο με νήπιο. Οποίος έφθασε στην τελειότητα μοιά­ζει με άνδρα. Κάποιες παρόμοιες έννοιες συναντούμε και στον Από­στολο Πέτρο. «Να ποθήσετε σαν νεογέννητα βρέφη το λογικό άδολο γάλα, για να αυξηθήτε με αυτό (και να φθάσετε) στην σωτηρία» (Α' Πέ­τρου 2, 2). Η αύξησις του σώματος εξεικονίζει την πνευματική αύξησι.

Η έννοια της αυξήσεως τονίζεται και στις ευχές του Βαπτίσματος: «Να φυλάξη την δωρεά του Αγίου Πνεύματος και να αυξήση την παρα­καταθήκη της Χάριτος...».

Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για τρία στάδια των πνευματικών αναβάσεων, της καθάρσεως, του φωτισμού και της τελειώσεως. Το τελευταίο ονομάζεται και «της μυστικής ενώσεως». Ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος, πνευματικό ανάστημα του μεγά­λου μυστικού της Ορθοδοξίας Συμεών του νέου Θεολόγου, σημειώνει: «Τρεις τάξεις υπάρχουν σ’ αυτούς που προοδεύουν στο ανέβασμα προς την τελειότητα, η καθαρτική, η φωτιστική και η μυστική που είναι και τελειοποιός. Η μία είναι των αρχαρίων, η άλλη των μεσαίων και η άλλη των τελείων».

Στην πρώτη τάξι, την καθαρτική, γίνονται αγώνες για να καθαρίση η ψυχή από τα πάθη. Μοιάζει σαν να βγάζης από ένα χωράφι, τα ζιζάνια, τα αγριόχορτα και τ' αγκάθια. Αγκάθια εννοούμε την φιλαργυρία, τον θυμό, τον εγωϊσμό, την ματαιοδοξία, την ζηλοτυπία, την μνησικακία, το μίσος, την κατάκρισι, την νωθρότητα, την μελαγχολία, την δειλία την γκρίνια, την περιέργεια, την πλεονεξία, την κοιλιοδουλεία, την φιληδονία κτλ.

Όπως μια νοικοκυρά με το σύρμα τρίβει την κατσαρόλα για να φύγουν οι σκουριές και οι μαυρίλες, έτσι ακριβώς ενεργεί και ο πνευ­ματικός αγωνιστής. Και σιγά - σιγά το σκεύος καθαρίζεται και λάμπει.

Τα διάφορα πάθη αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο και νοιώθει σαν φυλακισμένος. Καθώς τα καταπολεμεί και τα εξασθενίζει, είναι σαν να ανοίγη τις πόρτες της φυλακής. Σχετικώς ο Δαυίδ αναφωνούσε στον Θεό, «εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου» (Ψαλμ. 141, 8).

Υπάρχουν κάποιοι επιστήμονες - τεχνικοί που ονομάζονται συν­τηρητές εικόνων. Αυτοί καταφέρνουν και αποκαλύπτουν την ομορφιά κάποιας εικόνας, η οποία με το χρόνο, με τις σκόνες, με τους καπνούς και τόσα άλλα κατάντησε μαυρισμένη και αγνώριστη. Κάτι τέτοιο επιτελείται και στον άνθρωπο που αγωνίζεται για την πνευματική κάθαρσι. Όταν στην θέσι του θυμού έρθη η πραότητα και στην θέσι της ζηλοτυ­πίας η αγάπη, και στην θέσι του εγωϊσμού η ταπείνωσις, είναι σαν να αποκτά η μαυρισμένη εικόνα την πρώτη λάμψι της.

Η δευτέρα τάξις είναι η φωτιστική. Κατ’ αυτήν το σκοτάδι των παθών έχει απομακρυνθή και το φως των αρετών λάμπει αισθητά. Προηγουμένως τα διάφορα πάθη δημιουργούσαν θλίψεις και αναταραχές στην ψυχή. Προηγουμένως αν κάποιος σου έκανε κακό, προσπα­θούσες να φανής ανεξίκακος, αλλά το κατώρθωνες με ψυχικό πόνο, «εν ττικρία και οδύνη ψυχής». Τώρα όμως βρίσκεσαι μέσα στην ανεξικακία ανώδυνα. Τώρα στα μήκη και στα πλάτη του ψυχικού σου κόσμου επικρατεί ηρεμία. Προηγουμένως όταν σε επαινούσαν ένοιωθες μεγάλη χαρά, και όταν σε κατηγορούσαν λύπη. Τώρα αντιμετωπίζεις ήρεμα και τις δύο περιπτώσεις, με απάθεια· ούτε οι έπαινοι σε σπρώχνουν προς τα ύψη ούτε οι κατηγορίες προς τα βάθη.

Αυτή η ψυχική γαλήνη έχει καλές επιπτώσεις στο νου. Ο νους μπορεί τώρα και διακρίνη ορθώς. Μοιάζει το πράγμα με το κοίταγμα στην κοίτη του ποταμού. Όταν τα νερά του είναι αναταραγμένα και ορμητικά, δεν μπορείς να διακρίνης τι υπάρχει στην κοίτη. Όταν ηρεμήση, η κατάστασις αλλάζει. Κατανοεί πράγματα, που δεν μπορούσε προη­γουμένως να καταλάβη. Παρατηρώντας τα διάφορα δημιουργήματα, άνθη, δένδρα, έντομα, πτηνά, ουράνια σώματα, ανακύκλησι εποχών κλπ. νοιώθει πολύ αισθητά την σοφία του Δημιουργού. Πιο καθαρά ξε­χωρίζει και την πνευματική κατάστασι των συνανθρώπων του. Μπορεί να διακρίνη αν ένας άνθρωπος που τον πλησιάζει έχει αγαθές ή πονη­ρές διαθέσεις. Αλλά και τον εαυτό του τον αξιολογεί πιο σωστά. Ανα­καλύπτει και πτυχές που προηγουμένως αγνοούσε. Η αυτογνωσία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο.

Σ’ αυτή την κατάστασι ο άνθρωπος επιδιώκει κάποιες ήσυχες ώ­ρες για να αυτοσυγκεντρώνεται, να σκέπτεται τα μεγαλεία του Θεού, να μελετά πνευματικά βιβλία, να διαβάζη τους υπέροχους ψαλμούς του Δαβίδ. Σ’ αυτά τα πράγματα συναντά τώρα την χαρά. Και νοιώθει ότι βρίσκεται στον προθάλαμο της χαράς. Ο Θεός κατά καιρούς του δεί­χνει και κάποια πνευματικά σημεία, του κάνει κάποιες στιγμιαίες επισκέψεις που τον γεμίζουν απερίγραπτη αγαλλίασι. Πρόκειται για την λεγόμενη «προκαταρκτική χάρι». Να το πούμε με μια εικόνα. Του πετάει ο Θεός κάποιες θαυμάσιες σε γεύσι σοκολάτες για να τον γλυκάνη, αλλά και για να του βάλη στο μυαλό ότι κάπου υπάρχουν ολόκληρες αποθήκες από τέτοιες σοκολάτες. Έτσι καταλαβαίνει ο πνευματικός αγωνιστής ότι είναι σαν αρραβωνιασμένος και ότι αυτό δεν θεωρείται κάτι ωλοκληρωμένο και ότι πρέπει να ακολουθήση ο γάμος.

Σ' αυτό το στάδιο, το φωτιστικό, κυριαρχεί μέσα του κάποιο απαλό φως. Αυτό το φως επηρεάζει όλη του την ύπαρξι· μεταβάλλει και την κατάστασι του ύπνου. Και τα όνειρά του τώρα είναι καθαρά και φωτει­νά. Προηγουμένως που αιχμαλωτιζόταν στο πάθος του θυμού έβλεπε και στον ύπνο του τσακωμούς και καυγάδες. Τώρα δεν συναντά κάτι τέτοιο. Όλα έχουν την σφραγίδα της ειρήνης. Προηγουμένως που έρρεπε προς τα σαρκικά πάθη έβλεπε ανήθικα όνειρα. Τώρα όλα είναι αγνά και καθαρά. Προηγουμένως που δεσμευόταν από την φιλαργυρία, έβλεπε πως του έπεφτε το πρώτο λαχείο και γινόταν πλούσιος ή έβλε­πε ότι κάποιοι επιχείρησαν να τον ληστέψουν και να τον κάνουν πτωχό. Τώρα έχει απαλλαγή από αυτά.

Στον προοιμιακό ψαλμό του Εσπερινού σημειώνονται και τα εξής:

«Έθεσες σκοτάδι και έγινε νύχτα. Κατ' αυτήν θα γυρίζουν όλα τα θη­ρία του δάσους. Νεαρά λιοντάρια θα ωρύωνται ζητώντας από τον Θεό ν' αρπάξουν τροφή. Ανέτειλε ο ήλιος και μαζεύθηκαν και θα κοιμηθούν στις φωλιές τους» (103, 20-22). Αυτή η τελευταία φράσις, «ανέτειλεν ο ήλιος και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται» αποδίδει πολύ πετυχημένα την φωτιστική κατάστασι. Ο ήλιος των αρετων, ο ήλιος της θείας χάριτος φωτίζει τις ψυχικές περιοχές και διώχνει τα άγρια θηρία των παθών.

Η φωτιστική τάξις ονομάζεται και «πρώτη απάθεια». Εχουν υποχωρήσει τα πάθη, έχουν αποκοιμηθή, αλλά δεν έχουν πεθάνει. Αν εί­χαν θανατωθή, θα μιλούσαμε για «δευτέρα απάθεια». Χρειάζεται προ­σοχή και επαγρύπνησις, ώστε και ο ήλιος να λάμπη μέσα μας και τα θη­ρία να κοιμώνται. Αν απροσεκτήσουμε και κάνουμε τον ήλιο της θείας χάριτος να υποχωρήση, τα θηρία είναι έτοιμα να εμφανισθούν με ά­γριες και αρπακτικές διαθέσεις.

«Όταν το ακάθαρτο πνεύμα», λέει ο Κύριος, «βγη από τον άν­θρωπο, περνά από ξερούς και άνυδρους τόπους και ζητεί ανάπαυσι, αλλά δεν την βρίσκει. Τότε λέει, «ας γυρίσω στο σπίτι μου από όπου έφυ­γα». Και όταν έρθη, το βρίσκει αδειανό και σκουπισμένο και στολισμέ­νο. Τότε πηγαίνει και παίρνει μαζί του άλλα επτά πνεύματα, πονηρότερα από αυτό, και μπαίνουν να κατοικήσουν εκεί και τότε η τελευταία κατάστασις του ανθρώπου γίνεται χειρότερη από την πρώτη» (Ματθ. 12, 43-45). Παρόμοια εκφράζεται και ο Απόστολος: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέξη μήπως πέση» (Α' Κορ. 9, 12).

Ανάμεσα στους συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου υπήρχε και ο Δημάς. «Σε χαιρετά ο Επαφράς ο φυλακισμένος μαζί μου για τον Χρι­στό Ιησού, και επίσης ο Μάρκος, ο Αρίσταρχος, ο Δημάς, ο Λουκάς, οι συνεργάτες μου» (Φιλημ. 24). «Σάς χαιρετά ο Λουκάς ο Ιατρός ο αγαπητός και ο Δημάς» (Κολασ. 4, 14). Για να συνεργάζεται με τον Από­στολο σε τόσο υψηλό έργο, οπωσδήποτε βρισκόταν σε κάποιο πνευ­ματικό ύψος. Δεν πρόσεξε όμως, κυριεύθηκε από το πνεύμα της φιλαυτίας, φοβήθηκε μήπως τον κλείσουν φυλακή όπως και τον Παύλο —είχε προηγηθή η πρώτη φυλάκισίς του στην Ρώμη— και παραδόθηκε στην κοσμική ζωή. «Φρόντισε να έρθης σε μένα γρήγορα», γράφει ο Από­στολος στον Τιμόθεο, «διότι ο Δημάς με εγκατέλειψε, επειδή αγάπησε τον παρόντα αιώνα και πήγε στην Θεσσαλονίκη» (Β' Τιμ. 4, 9).

Το τρίτο στάδιο είναι της τελειώσεως: «τάξις τελειοποιός» ή «τάξις μυστική» — εννοείται η μυστική ένωσις με τον Θεό. Τώρα πια δεν βρίσκεσαι στους πρόποδες ή στην μέση αλλά στην κορυφή του ό­ρους. Η θέα από εκεί απέραντη και μαγευτική. Η ειρήνη μέσα σου ανέκφραστη, «πάντα νουν υπερέχουσα» (Φιλ. 4, 7)· δηλαδή ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβη την ποιότητά της και το μέγεθός της.

Είναι πολύ μεγάλη η ειρήνη, διότι έχουν κατανικηθή εντελώς τα  πάθη, οι πηγές δηλαδή κάθε αναταραχής. Τώρα έχουμε οριστική απάθεια. Απάθεια με την έννοια που έχει η λέξις στα Πατερικά κείμενα. Δηλαδή πλήρη απαλλαγή από τις κακίες και τα πάθη. Η κατάκτησις της απάθειας ισοδυναμεί με την είσοδο στον παράδεισο. Στην Κλίμακα η απάθεια ονομάζεται «επίγειος ουρανός», παράδεισος στην γη. Η απάθεια είναι η πρώτη ανάστασις για την οποία ομιλεί η Καινή Διαθήκη. Τα πάθη αποτελούν πτώσι, κατρακύλισμα. Στα πάθη υπάρχει το σπέρμα του πνευματικού θανάτου. Στην απάθεια υπάρχει η ανάστασις. Γι’ αυτό αναφέρει η Κλίμακα, «τινές δε πάλιν απάθειαν είναι ορίζονται ανάστασιν ψυχής προ του σώματος». Σ’ αυτήν την κατάστασι ο νους κυριαρχεί επί των αισθήσεων. ΟΙ εμπαθείς λογισμοί που άλλοτε δεν άφηναν ήσυ­χη την επιφάνεια της θαλάσσης έχουν εξαφανισθή. Έχουμε «νοερά ησυχία των λογισμών». Ο νους κατά την έκφρασιν του μεγάλου θεο­λόγου και πνευματικού διδασκάλου Μαξίμου του Ομολογητού —7ος μ.Χ. αιών— κατέστη αμόλυντος και καθαρίστηκε εντελώς ακόμη και από την παραμικρή κατά φαντασία αμαρτωλή κίνησι — «και αυτής της ψιλής φαντασίας παντελής κάθαρσις».

Ένας που βασανίζεται από το πάθος της φιλαργυρίας θέλει όλο και να μαζεύη χρήματα. Ένας που έφθασε στην απάθεια είναι σε θέσι, αν το απαιτήση η περίστασις, να θυσιάση όλα του τα χρήματα και όλη του την περιουσία, ακόμη και την ίδια του την ζωή.

Ο εμπαθής άνθρωπος αλλιώς αισθάνεται ανάμεσα σε όμορφα νεαρά άτομα και αλλιώς σε άσχημα και ηλικιωμένα. Για τον απαθή δεν υπάρχει, πάλι κατά τον άγιο Μάξιμο, διαφορά «δικού σου και ξένου ή δικιάς σου και ξένης ή πιστού και άπιστου ή δούλου και ελευθέρου ή αρσενικού και θηλυκού... Όλους τους βλέπει όμοια και προς όλους συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο».

Ο απαθής δεν ενοχλείται αν ο διπλανός του τον υβρίση και τον κακολογήση. Η εσωτερική του χαρά δεν εξαρτάται από την ενδεχόμενη καλή ή κακή στάσι του άλλου, αλλά από την χάρι του Θεού, του απαθούς Θεού.

Ο Μ. Αντώνιος είχε ένα μαθητή, ονόματι Αμμωνά, που τον δια­δέχθηκε στην πνευματική καθοδήγησι των μοναχών του Πισπίρ —νοτιώτερα από το Κάϊρο— και που χειροτονήθηκε από τον Μ. Αθανάσιο επίσκοπος. Στις σχέσεις Μ. Αντωνίου και Αμμωνά αναφέρεται ένα ωραίο ανέκδοτο: Κάποτε ο άγιος Αντώνιος έβγαλε τον μαθητή του έξω από το κελλί και του έδειξε μία πέτρα. Του είπε να την υβρίση και να την χτυπήση. Το έκανε. Και του λέει ο Γέροντας, «μήπως έβγαλε φωνή η πέτρα; μήπως διαμαρτυρήθηκε;». «Όχι», αποκρίθηκε ο Αμμωνάς. Τότε ο Άγιος με την προφητική χάρι που είχε, παρετήρησε: «Και συ θα φθάσης σ’ αυτό το μέτρο». Δεν λάθεψε.

Όταν ο Αμμωνάς ασκήτευε στην Σκήτη, στην έρημο της Νιτρίας, αγωνιζόταν να υποτάξη το πάθος του θυμού, «δεόμενος του θεού νυκτός και ημέρας». Χρειάσθηκαν δεκατέσσερα χρόνια πάλη, ώσπου να το νικήση. Και γέμισε τόσο πολύ από αρετές, ώστε δεν εννοούσε τι θα  πη κακία και πάθος — «ως από πολλής αγαθότητος μηκέτι ειδέναι την κακίαν».

Για τους απαθείς ο Απόστολος είπε: «Όσοι είναι του Ιησού Χρι­στού έχουν σταυρώσει την σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες» (Γαλ. 5, 24). ΟΙ απαθείς για τον Θεολόγο είναι γυιοί του Θεού. «Οποίος έχει γεννηθή από τον Θεό, δεν κάνει αμαρτία, διότι σπέρμα αυτού μέ­νει μέσα του, δεν μπορεί να αμαρτάνη διότι έχει γεννηθή από τον Θεό» (Α' Ιωαν. 3, 9).

Η απουσία αμαρτίας και παθών γεμίζει την ύπαρξι χαρά. Στο στά­διο της τελειώσεως υπάρχει υπέρτατη ευτυχία. «Χαρά ανεκλάλητη και δεδοξασμένη» κατά την φράσι του Κορυφαίου (Α' Πέτρ. 1, 8)· χαρά πλήρης και ωλοκληρωμένη· χαρά «πεπληρωμένη» κατά τον λόγο του Κυρίου (Ιωάν. 16, 24)· χαρά αναφαίρετη — «και την χαρά σας κανείς δεν μπορεί να σάς την αφαιρέση» (Ιωάν. 16, 22).

Αυτή η χαρά και η ειρήνη επηρεάζει ανάλογα όλη την συμπεριφο­ρά, και κατά φυσικό λόγο προξενεί κάποιες εντυπώσεις στους πέριξ ανθρώπους. Όταν οι Απόστολοι Παύλος και Σίλας κλείσθηκαν στην φυ­λακή των Φιλίππων, με δεμένα τα πόδια σε ξύλο, αντί να βογγούν και να γογγύζουν υμνούσαν τον Θεό. «Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και έψαλλαν ύμνους στον Θεόν, και οι άλλοι φυλα­κισμένοι τους άκουαν» (Πράξ. 16, 25). «Πολύ περίεργοι φυλακισμένοι είναι τούτοι» θα έλεγαν οι άλλοι. «Αντί να κλαίνε την μοίρα τους, τρα­γουδάνε!».

Ο βασιλεύς Αγρίππας Ηρώδης, εγγονός του Μεγάλου Ηρώδη απεφάσισε να θανατώση τον Απόστολο Πέτρο. Τον έδεσε με αλυσίδα και τον έκλεισε στην φυλακή. Πλησίαζε η ημέρα που θα τον παρουσία­ζε στον λαό προτείνοντας τον θάνατό του. Την παραμονή αυτής της ημέρας, θα έπρεπε ο Πέτρος να διακατέχεται από αγωνία, και το βράδυ να μη τον κολλάη ύπνος. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβαινε. «Ο Πέτρος, δεμένος με δύο αλυσίδες, κοιμόταν μεταξύ δύο στρατιωτών» (Πράξ. 12,6). Οπωσδήποτε οι στρατιώτες θα έλεγαν: «Εδώ αύριο τον σκοτώ­νουνε! Που βρίσκει κουράγιο να κοιμάται ήρεμος»!

Σ’ αυτή την πνευματική κατάστασι, ο άνθρωπος γίνεται φλόγα αγάπης. Καίγεται η καρδιά του από αγάπη, για τον Θεό, για τους ανθρώπους, για τους καλούς, για τους κακούς, για τους φίλους, για τους εχθρούς, ακόμη και για τους δαίμονες! Τέτοια αγάπη είχε ο θεόπτης Μωυσής, όταν έλεγε προς τον Θεό για τους αμαρτήσαντες Ισραηλίτες- «αν μεν τους συγχωρήσης την αμαρτία, συγχώρησέ τους, ειδεμή εξάλειψε με κι εμένα από το βιβλίο σου» (Έξοδ. 32, 32). Τέτοια αγάπη είχε και ο Δαβίδ που έδωσε εντολή στους στρατηγούς του να μη φονεύσουν τον επαναστάτη γυιό του Αβεσσαλώμ. Αυτόν που είχε προβή σε απαίσιες και ακατανόμαστες σε βάρος του Δαβίδ πράξεις. «Λυπηθήτε για χάρι μου την ζωή του νεαρού Αβεσσαλώμ» (Β' Βασ. 18, 5). Τέτοια αγάπη είχε και ο Πρωτομάρτυς Στέφανος, όταν παρακαλούσε τον Θεό για τους φονευτές του. «Αφού γονάτισε έκραξε με μεγάλη φωνή: «Κύ­ριε, μη τους λογαριάσης την αμαρτία αυτή» (Πράξ. 7, 60). «Έκραξε με μεγάλη φωνή»! Μάλιστα, αυτό θα πη τελεία αγάπη.

Οποίος λοιπόν νοιώθει μέσα του ψυχρότητα για τους άλλους, ζή­λειες, αντιπάθειες, όταν δεν χαίρεται στην χαρά τους και δεν λυπάται στην λύπη τους, ας ξέρη πως βρίσκεται χαμηλά, πολύ χαμηλά σε σχέσι με την κορυφή του Ιερού βουνού.

Στην τάξι της τελειώσεως κατακτά κανείς τα ύψη της αγάπης. «Το όριο της αγάπης» γράφει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, «είναι να αυξάνη η φιλία σου προς αυτούς που σε βρίζουν». Οι άλλοι παίρνουν εχθρική θέσι απεναντί σου και συ φιλική· τόσο περισσότερο φιλική όσο εκείνοι εχθρική. Εκείνοι σε ανεβάζουν στον σταυρό κι εσύ λες, «Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23, 34).

Όταν ένας άνθρωπος είναι γεμάτος ειρήνη, γεμάτος χαρά και γε­μάτος αγάπη, τότε η ψυχή του λάμπει, κι αυτό αντιφεγγίζει στο πρόσω­πό του. Τι ωραία μας περιγράφει ο Μέγας Αθανάσιος την ζωή του Με­γάλου Αντωνίου. Μεταξύ άλλων σημειώνει: «Όταν ήταν ο Αντώνιος μαζί με τους άλλους μοναχούς, και κάποιος που δεν τον γνώριζε ήθελε να τον δη, μόλις πλησίαζε προς το μέρος του περνούσε τους άλλους μοναχούς και κατευθυνόταν προς τον Μέγα Αντώνιο, ωσάν να τον τραβούσε το πρόσωπό του —«ως υπό των όψεων αυτού ελκόμενος».

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ανθρώπων της «τελειοποιού τάξεως», που το πρόσωπό τους περιλούσθηκε με δόξα θεϊκή. Όταν τον άγιο Στέφανο τον κάθισαν οι Ιουδαίοι υπόδικο στο συνέδριο και άρχι­σαν να του εκτοξεύουν τις ψευδείς κατηγορίες, «ατένισαν σ’ αυτόν όλοι όσοι ήταν στο συνέδριο και είδαν το πρόσωπό του σαν πρόσωπο αγγέλου» (Πράξ. 6, 15). Σχολιάζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «αγγελικάς απέλαμπεν αυγάς», σκορπούσε γύρω του λάμψεις αγγελικές. Και ο Μωϋσής την δεύτερη φορά που κατέβηκε από το όρος Σινά έλαμπε στο πρόσωπο. «Ήταν η όψις του χρώματος του προσώπου του γεμάτη δόξα» (Έξοδ. 34, 29).

Αυτά όλα γίνονται κατά το πρότυπο του Χριστού, που στην μεταμόρφωσί του στο όρος Θαβώρ «έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο και τα ενδύματά του έγιναν λευκά σαν το φως» (Ματθ. 17, 2).

Γενικά μπορούμε να πούμε, ότι η «τελειοποιός τάξις» έχει σαν πρότυπο τον Χριστό. Ο Απόστολος σημειώνει· «... μέχρις ότου φθάσουμε όλοι στην ενότητα της πίστεως και της βαθειάς γνώσεως του Υιού του Θεού, σε άνδρα τέλειο, στο μέτρο του τελείου αναστήματος του Χριστού» (Εφεσ. 4, 13). «Εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Μέτρο της τελειότητος ο Χριστός.

Σ' αυτό το πνευματικό ύψος ο άνθρωπος γίνεται αληθινός θεολό­γος. Το μυαλό του διεισδύει στα μυστήρια που είναι κρυμμένα στην Παλαιό και Καινή Διαθήκη. Μπορεί να αναπτύσση ευχερώς θεολογικά θέματα, έστω κι' αν υστερή πολύ από πλευράς μορφώσεως. Ας μη ξεχνούμε ότι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν ένας ψαράς της Γαλιλαίας. Θα αναφερθώ σε κάτι προσωπικό. Πολλές φορές εδιάβασα στην Γραφή το περιστατικό με τον πόλεμο των Ισραηλιτών προς τους Αμαληκίτες. Εκεί αναφέρεται: «Όταν ανύψωνε ο Μωυσής τα χέρια, νικού­σε ο Ισραήλ, και όταν τα κατέβαζε νικούσε ο Αμαλήκ». (Έξοδ. 17, 11). Το τι ακριβώς συνέβαινε με την στάσι του σώματος του Μωϋση, και ιδιαίτερα με το άνοιγμα των χεριών του, δεν το είχα καταλάβει σε βά­θος. Και το κατενόησα συζητώντας μ' έναν άγιο άνθρωπο, ο οποίος από πλευράς κοσμικής μορφώσεως ήταν στο πιο χαμηλό σημείο. Ούτε το Δημοτικό δεν είχε τελειώσει.

Σωστά τα λέει ο όσιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: «Θα θεολογήσης θεολογικά ζητήματα της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, και όλες τις θεολογίες που ήδη ελέχθηκαν και γράφθηκαν θα τις κατανοήσης ορθά και θα γίνης σαν μουσικό όργανο που αναδίδει ωραίους μελωδι­κούς ήχους και φθόγγους, ανώτερους από κάθε μουσική».

Πολύ παραστατικά εκφράζεται και ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: «Νους που καθορίσθηκε από κάθε λάσπη γίνεται ουρανός γεμάτος αστέρια, δηλαδή λαμπρές και φωτεινότατες σκέψεις· και λάμπει σ’ αυτόν ο ήλιος της δικαιοσύνης και σκορπίζει στον κόσμο λαμπρές ακτίνες θεολογίας».

Ο κάθε Χριστιανός σαν μέλος της στρατευομένης Εκκλησίας έ­χει ορατούς και αοράτους εχθρούς. Οι εχθροί αυτοί συνηθίζουν να κα­ταστρώνουν δόλια σχέδια εναντίον του. Και είναι ως επί το πλείστον τόσο καμουφλαρισμένα που κανένας δεν μπορεί να τα διακρίνη. Όσοι όμως έφθασαν στο στάδιο της τελειώσεως τα παίρνουν είδησι και προφυλάττουν όσους κινδυνεύουν.

Τώρα μου έρχεται στο νου κάποια Ιστορία με τον προφήτη Ελισσαίο. Γινόταν τότε πόλεμος μεταξύ Συρίας και Ισραήλ. Ο Συριακός στρατός πολλές φορές έστηνε κάπου ενέδρα στους Ισραηλίτες. Κανέ­νας δεν το γνώριζε αυτό, μόνο ο Ελισσαίος που είχε φθάσει στην τελείωσι. Και ειδοποιούσε γι’ αυτό τον βασιλέα του Ισραήλ: «Πρόσεχε! Μη περάσης από το τάδε μέρος, διότι εκεί είναι κρυμμένος ο στρατός των Σύρων». «Εκεί Συρία κέκρυπται» (Δ' Βασ. 6, 9). Η καθαρότης του νου και η προσευχή δίνει την ικανότητα να βλέπουμε που κρύβονται οι δόλοι των δαιμόνων.

Σε πολύ αδρές γραμμές περιγράψαμε τα στάδια της πνευματικής ανόδου. Εκείνο που έχουμε να τονίσουμε τώρα είναι η συμβολή του θείου παράγοντος. Όλη αυτή η ανοδική πορεία μέχρι την κορυφή του όρους του Κυρίου είναι αδιανόητη χωρίς την ενεργό συμπαράστασι και βοήθεια του Θεού. Τα άγρια θηρία των παθών δεν εξουδετερώνονται μόνο με την ανθρώπινη προσπάθεια. Πως σώθηκε ο προφήτης Δανιήλ από τα πεινασμένα λιοντάρια. Με δική του δύναμι; Ασφαλώς όχι. Η Γραφή λέει: «Και έκλεισεν ο Θεός τα στόματα των λεόντων, και ου παρηνώχλησαν τω Δανιήλ» (Δαν. 6, 18).

Η θεϊκή δύναμις, η θεϊκή ενέργεια, η θεία χάρις πρέπει, να μας βοηθήση με την άμεση παρουσία της. Πως όμως θα την εφελκύσουμε; Ένα πρώτο μέσο είναι η προσευχή. Χωρίς προσευχή δεν έρχεται μέσα μας η εξ ύψους δύναμις.

Ρίχνοντας ένα βλέμμα στον χώρο της Ιεράς Ιστορίας διακρίνουμε πολυάριθμες επιβλητικές μορφές, Πατριάρχες Προφήτες, Αποστό­λους Διδασκάλους της Εκκλησίας. Απ’ όλη αυτή την χορεία ξεχωρί­ζουμε δύο. Πρόκειται για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον προ­φήτη Ηλία. Αυτοί ξεχωρίσθηκαν από τον Θεό για κάποια μεγάλη αποστολή. Ο πρώτος άνοιξε τον δρόμο για την Α' Παρουσία του Χριστού και ο δεύτερος, ο προφήτης Ηλίας, θα μας προετοιμάση για την Β' Πα­ρουσία. Σχετικώς προλέγει και ο προφήτης Μαλαχίας: «Ιδού εγώ θα αποστείλω σε σάς τον Ηλία τον Θεσβίτη προτού να έλθη η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής κλπ.» (4, 4) Ημέρα Κυρίου μεγάλη και επιφανής είναι ασφαλώς η Β' Παρουσία. Και ο Ίδιος ο Κύριος διεκήρυξε μετά την μεταμόρφωσί του στο Θαβώρ, «Ηλίας μεν έρχεται πρώτον και αποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. 17, 11).

ΟΙ δύο αυτοί Ιεροί άνδρες έφθασαν στο στάδιο της τελειώσεως. Ανέβηκαν στις πιο ψηλές κορυφές. Απέκτησαν μεγάλη πνευματική δύναμι, γι’ αυτό και τους ανατέθηκε τόσο μεγάλη αποστολή. Και οι δύο μας στέλνουν κάποιο μήνυμα. Όχι με λόγια, αλλά με την ζωή τους. Και οι δύο αποσύρονταν σε ήσυχες ερημικές περιοχές, ο ένας στις ερημιές της Ιουδαίας και ο άλλος στα σπήλαια του όρους Καρμήλου και καλ­λιεργούσαν την προσευχή. Λες και ολόκληρη η ζωή τους έγινε μια προσευχή.

Είναι απαραίτητο λοιπόν ο καθένας μας να ξεκλέβη κάποιο χρόνο και να βρίσκη ένα ήσυχο μέρος για να αφοσιώνεται στην προσευχή. Δεν θα ήταν τολμηρό να προτείναμε: να σηκώνεται τα μεσάνυχτα μέσα στην νυκτερινή ησυχία και να εργάζεται μισή ή μία ώρα την προσευχή. Όπως έκανε και ο Δαβίδ: «Τα μεσάνυχτα σηκωνόμουν», έλεγε, «για να δοξολογήσω τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλμ. 118, 62). Θυμά­μαι ένα ευλογημένο ηλικιωμένο Ιερέα που έλεγε απλά και χαριτωμένα, «όσο αξίζουν επτά προσευχές της ημέρας, αξίζει μία νυχτερινή προσευχή».

Διαβάζοντας προσεκτικά το βιβλίο του προφήτου Δανιήλ διαπι­στώνουμε ότι όλη η σοφία του και ο κατά Θεόν φωτισμός του ωφειλόταν στην καλλιέργεια της νυκτερινής προσευχής. Και ωρισμένες φορές αυτές τις Ιερές ώρες αντίκρυσε οράματα κοσμοϊστορικής σημασίας ή εξήγησε όνειρα και οράματα βασιλέων που κανείς άλλος δεν μπορού­σε. Παραθέτουμε αποσπασματικά κάποιες φράσεις από το βιβλίο του: «Τότε τω Δανιήλ εν οράματι της νυκτός το μυστήριον απεκαλύφθη...» (2,19). «Εγώ Δανιήλ εθεώρουν εν οράματί μου της νυκτός, και Ιδού οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού προσέβαλον εις την θάλασ­σαν την μεγάλην...» (7, 2). «Εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών έφθασε...» (7, 13).

Για ν’ αποκαταστήσουμε την θεϊκή δύναμι που θα μας ανεβάση πνευματικά χρειάζεται προσευχή. Ο Απόστολος Παύλος που ανυψώθηκε μέχρι τρίτου ουρανού μας συνιστά εντατικοποίησι στο θέμα της προσευχής. Στην προς Ρωμαίους επιστολή υπάρχει η φράσις, «τη προσευχή προσκαρτερούντες» (12, 12). «Προσκαρτερώ» σημαίνει εγκαρτερώ, επιμένω καρτερικά. Επιμονή λοιπόν και εγκαρτέρησις στην προσευχή. Και στην Α' προς Θεσσαλονικείς επιστολή συνιστά το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (5, 17). Να προσευχώμαστε δηλαδή συ­νεχώς και ακαταπαύστως, χωρίς διακοπές και χωρίς διαλείμματα. Αν αφήσουμε χωρίς προσευχή το νου μας, μπορεί εκείνη την ώρα να σπείρη ο εχθρός κάποια ζιζάνια. Όταν καίη ακατάπαυστα η φωτιά της προ­σευχής, τα κουνούπια και οι μυΐγες του διαβόλου δεν πλησιάζουν, γιατί ξέρουν πως θα καούν. Και όταν η προσευχή είναι πολύ δυνατή, ολόκληρος ο ψυχικός μας κόσμος γίνεται πυρός φλόγα. Αυτό μαρτυρεί και η πείρα των προσευχομένων οσίων της Εκκλησίας μας. Η Κλίμακα στον λόγο περί προσευχής σημειώνει: «Μερικοί όταν εξέρχωνται από την προσευχή, είναι σαν να εξέρχωνται από φλογισμένο καμίνι».

Το σπουδαίο με την προσευχή είναι ότι όχι μόνο μας βοηθεί στην άνοδο προς τον Θεό, αλλά μας δείχνει και σε ποιο σημείο της ανόδου βρισκόμαστε. Αυτό στην Κλίμακα διατυπώνεται ως εξής: «Προσευχή έστιν... έσοπτρον προκοπής, μέτρων εμφάνεια». Η προσευχή δηλαδή είναι καθρέπτης που σου δείχνει τι πρόοδο έκανες, η προσευχή φανε­ρώνει σε ποια πνευματικά μέτρα βρίσκεσαι. Όταν κανείς διώχνη με ευκολία τις προσβολές του εχθρού στην ώρα της προσευχής, σημαίνει ότι έχει κάπως προοδεύσει. Όταν προσεύχεται απερίσπαστα χωρίς να χάνη τα νοήματα και χωρίς να φεύγη ο νους του, σημαίνει ότι προχώρησε περισσότερο. Όταν αισθάνεται έντονα την παρουσία της Χάριτος μέσα του και νοιώθη ανέκφραστα σκιρτήματα και πρωτοφανείς συγκινήσεις, σημαίνει ότι έχει ανεβή ψηλά.

Με την εγκαρτέρησι στην προσευχή και την συνεχή μνήμη και επίκλησι του Χριστού μπορεί να νοιώση ο άνθρωπος μέσα του αισθητά την χάρι του Αγίου Πνεύματος. Μπορεί να αισθανθή στο στήθος να έχη ανάψει κάποια φωτιά που καίει χωρίς να καίη. Πρόκειται για την χάρι του Αγίου Πνεύματος που έλαβε την ημέρα που βαπτίσθηκε. Αυτό υπογραμμίζει κι ένας μεγάλος διδάσκαλος της προσευχής, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, αυτός που έμαθε στις αρχές του 14ου αιώνος στους μοναχούς του Αγίου Όρους την λεγομένη νοερά προσευχή, όταν λέη· «προσευχή έστι βαπτίσματος φανέρωσις».

Σε πολλά Πατερικά κείμενα βλέπουμε να γίνεται λόγος για την μυ­στική αυτή φωτιά, που την ονομάζουν «καρδιακή θέρμη» ή «εγκάρδιον πυρ». «θεία θέρμη», «θερμότητα της χάριτος» «νοητόν πυρ», «υπερουράνιον πυρ» «θείον και άϋλον πυρ». Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης την ονομάζει»θέρμην υπερφυσικήν εκ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος». Πρόκειται για εκείνο ακριβώς που αισθάνονταν στην καρδιά τους οι δύο μαθηταί που μαζί με τον Αναστάντα Χριστό βάδιζαν προς Εμμαούς. Τι είπαν; «Η καρδιά μας δεν έκαιγε μέσα μας καθώς μας μιλού­σε στον δρόμο και μας ερμήνευε τις Γραφές»; (Λουκ. 24, 32).

Υπάρχει όμως και ανώτερη πνευματική κατάστασις. Σ' αυτήν η χάρις του Αγίου Πνεύματος κατά την ώρα της προσευχής εμφανίζεται σαν θεϊκό φως, σαν ουράνιο άϋλο φως.

Παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, που μνημονεύθηκε πιο πάνω: «Η προσευχή στους αρχαρίους είναι σαν ευφρόσυνη φωτιά που αναδίδεται από την καρδιά, ενώ στους τελείους φως που σκορπίζει ευωδία».

Μεγάλη λοιπόν υπόθεσις η προσευχή. Ανάλογα με την πνευματι­κή κατάστασι που δημιουργεί μέσα σου, δείχνει σε ποιο σκαλοπάτι βρίσκεσαι.

Κι όταν κανείς δεν επιθυμή να προσεύχεται η προσεύχεται ελάχιστα κι αυτό με το ζόρι, δείχνει την πνευματική του φτώχεια και δυσ­τυχία, για να μη πούμε τον πνευματικό του μαρασμό και θάνατο.

Για την ορειβασία στο όρος του Κυρίου, εκτός από την προσευχή υπάρχουν και άλλα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε. Ας τα δού­με κι αυτά.

Ο Κύριος είπε: «Εγώ είμαι η κληματαριά η αληθινή... Καθώς το κλαδί της κληματαριάς δεν μπορεί να φέρη καρπό μόνο του, αν δεν μείνη στην κληματαριά, έτσι και σεις εάν δεν μείνετε ενωμένοι με μένα» (Ιωάν. 15: 1,4). Από την κληματαριά προχωρούν οι ζωογόνοι χυμοί στα κλωνάρια και τα καθιστούν καρποφόρα. Χυμοί αδιόρατοι, μυστικοί. Αυτοί οι μυστικοί χυμοί εξεικονίζουν την μυστική χάρι που προσφέρουν τα μυστήρια της Εκκλησίας, το βάπτισμα, το χρίσμα, η εξομολόγησις, η θεία Ευχαριστία κτλ.

Στην Α' προς Κορινθίους επιστολή οι Απόστολοι χαρακτηρίζονται ως «οικονόμοι μυστηρίων Θεού» (4, 1). Οικονόμοι σημαίνει διαχειρι­στές. Στην προς Τίτο επιστολή οι πρεσβύτεροι της Εκκλησίας ονομάζονται «οικονόμοι Θεού». «Πρέπει ο επίσκοπος να είναι ακατηγόρητος σαν οικονόμος του Θεού...» (1, 7). Έφ’ όσον λοιπόν την μυστική χάρι του Θεού την βρίσκουμε κοντά στους κληρικούς που τελούν τα μυστήρια και διαχειρίζονται τα πλούτη του οίκου του Θεού, και έφ’ ό­σον είναι απαραίτητη στην ανάβασι η ενίσχυσις από την μυστική αυτή χάρι, συμπεραίνουμε ότι καθίσταται αδύνατη η ανοδική μας πορεία χω­ρίς την βοήθεια των ποιμένων της Εκκλησίας.

Για ν’ ανεβή κάποιος στα ύψη, πρέπει να είναι ζωντανός. Ο νε­κρός δεν το κάτι τέτοιο. Για τα πνευματικά ύψη απαιτείται να εί­ναι ο άνθρωπος ζωντανός πνευματικά. Και αυτή η ζωή εξασφαλίζεται από κάποια τροφή. Πως να ζήση κανείς, αν δεν τρέφεται; Και η τροφή αυτή υπάρχει στην «τράπεζα του Κυρίου» (Α' Κορ. 10, 21). Ο Κύριος  το είπε κατηγορηματικά: «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς» (Ιωάν. 6, 53). Αυτό θα πη να τρέφωνται τα κλωνάρια από την κληματαριά με ζωτικούς χυμούς.

Τροφή πνευματική υπάρχει και στην μελέτη της Γραφής. Κάτω από τις λέξεις και τις έννοιες της Αγίας Γραφής κρύβεται φοβερή πνευ­ματική δύναμι, που αν την μεταφέρουμε στην ψυχή μας ενισχυόμαστε αφάνταστα για την άνοδό μας στα ύψη. «Δεν είναι τα λόγια μου σαν φωτιά που φλογίζει, λέγει ο Κύριος, και δεν είναι σαν τσεκούρι που σπάζει βράχους;» (Ιερμ. 23, 29). Τα λόγια της Γραφής είναι λόγια Θεού, και τα λόγια του Θεού μπορούν να φτιάξουν το σύμπαν, να το κα­ταστρέψουν και να το ξαναφτιάξουν. «Αυτός είπε, και δημιουργήθηκαν (τα πάντα)» (Ψαλμ. 148, 5). «Να, όλα τα κάνω καινούργια» (Αποκ. 21, 5).

Για να μπορέση κανείς ν’ ανεβή στο όρος του Κυρίου, χρειάζεται θέλησις και ζήλος. Πρέπει ν’ αγαπήση τα ύψη. Σ’ αυτό βοηθεί η συνα­ναστροφή με ανθρώπους που είναι ήδη ανεβασμένοι εκεί. Ένας που συναναστρέφεται με ορειβάτες, οπωσδήποτε θα ζηλέψη κάπως κι’ αυτός το ανέβασμα στις κορυφές των βουνών.

Υπάρχουν και ωρισμένα βιβλία, γραμμένα από αετούς του Πνεύ­ματος, όπου καταγράφονται υψηλές πτήσεις. Περιγράφονται και κάποια πνευματικά βιώματα που κηρύττουν πως άπ' αυτήν την ζωή μπορεί κα­νείς να γευθή τον παράδεισο. Στις ομιλίες λ.χ. του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου συναντούμε τέτοιες μαρτυρίες:

«Όσοι έχουν ένοικο της ψυχής τους τον Χριστό και οδηγούνται από το Πνεύμα, μερικές φορές είναι σαν να βρίσκωνται σε βασιλικό δείπνο, και ευφραίνονται και αγάλλονται με αγαλλίασι και ευφροσύνη απερίγραπτη. Άλλοτε είναι σαν τη νύφη που αναπαύεται με τον νυμφίο με θεϊκή ανάπαυσι. Άλλοτε γίνονται σαν ασώματοι άγγελοι. Παρ’ όλο που έχουν σώμα νοιώθουν τόσο απαλά και ανάλαφρα. Άλλοτε μοιά­ζουν σαν να γλεντούν με μεθυστικό ποτό. Μεθούν με Άγιο Πνεύμα σε μέθη θεϊκή και σε μυστήρια πνευματικά. Άλλοτε είναι σαν να βρίσκωνται σε κλάματα και θρήνους για το ανθρώπινο γένος. Προσεύχονται για όλο τον Αδάμ και καίγονται για όλη την ανθρωπότητα, λαμβάνοντας πένθος και κλάματα από την αγάπη του Πνεύματος. Άλλοτε με υπερβολική χαρά ανάβουν από το Πνεύμα και καίγονται στην αγάπη, ώστε αν ήταν δυνατό κάθε άνθρωπο να τον βάλουν στα σπλάγχνα τους, χωρίς να κάνουν διάκρισι κακού και καλού. Άλλοτε καταλαμβάνονται από το ταπεινό φρόνημα του Πνεύματος και κατεβαίνουν κάτω από κάθε άν­θρωπο, θεωρώντας τον εαυτό τους πιο τελευταίο και πιο μικρό απ’ ό­λους... Άλλοτε μοιάζουν με ρωμαλέο άνδρα που φόρεσε βασιλική πα­νοπλία και κατέβηκε να πολεμήση τους εχθρούς και τους αντιμετώπισε επιτυχώς με νίκη... Άλλοτε η ψυχή αναπαύεται με υπερβολική ησυχία και γαλήνη και ειρήνη, νοιώθωντας απερίγραπτη πνευματική ηδονή και ανάπαυσι και ευεξία. Άλλοτε αποκτά από τη θεία χάρι μία σύνεσι και σοφία απερίγραπτη και μία γνώσι πνευματική ανεξερεύνητη, πράγμα που δεν μπορεί να περιγράψη ανθρώπινη γλώσσα. Και άλλοτε γίνεται σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Με τέτοιους ποικίλους τρόπους η Χάρις επισκέπτεται την ψυχή και ενεργεί σ’ αυτήν· και με τέτοιους πολ­λούς τρόπους την οδηγεί» (ομιλ. 18η).

«Άλλοτε η Χάρις κάνει ώστε να νοιώθη ειρήνη όλος ο εσωτερικός κόσμος και η καρδιά, ώστε η ψυχή από την πολλή χαρά να φαίνεται σαν άκακο παιδί. Τότε ο άνθρωπος δεν κατακρίνει κανένα είτε ειδωλολάτρη είτε Εβραίο είτε αμαρτωλό είτε κοσμικό, αλλά μέσα του έχει κα­θαρό μάτι και μ' αυτό όλους τους βλέπει καθαρούς και νοιώθει χαρά για όλον τον κόσμο και όλους θέλει να τους προσκυνή και να τους αγαπά, ειδωλολάτρες, Εβραίους.

»Άλλοτε αισθάνεται σαν εκείνον που φόρεσε κάτι σαν ένδυμα φωτεινό, τέτοιο που δεν βρίσκεται σ’ αυτόν τον κόσμο και δεν μπο­ρούν να το κατασκευάσουν ανθρώπινα χέρια (σαν τα ενδύματα του Κυρίου επάνω στο όρος όπου ανέβηκε ο Κύριος με τον Ιωάννη και τον Πέτρο και τα έκανε να αστράφτουν), και φορώντας το, να νοιώθη κατάπληξι και θαυμασμό.

«Άλλοτε ξεθαρρεύει στον Υιό του Θεού σαν υιός βασιλέως στον πατέρα του, και εισέρχεται μέσα στο παλάτι σε πολλά διαμερίσματα, και όσο προχωρεί του ανοίγονται καινούργια· σαν να λέμε ότι μπήκε σε εκατό δωμάτια του παλατιού και του ανοίχθηκαν και άλλα εκατό. Και γί­νεται πλούσιος και όσο πλουτίζει, πάλι του δείχνονται άλλα πιο και­νούργια θαυμαστά πράγματα. Και νοιώθει ότι του εμπιστεύεται ο ουράνιος Βασιλεύς σαν σε γυιό του και κληρονόμο πράγματα που δεν λέ­γονται από άνθρωπο και δεν διαρθρώνονται με γλώσσα ανθρώπινη.

»Άλλοτε νοιώθει ότι ένα θεϊκό φως φωτίζει την καρδιά του, που ανοίγει πιο μέσα και πιο βαθειά και φανερώνεται καινούργιο φως που προηγουμένως κρυβόταν, με αποτέλεσμα να καταπίνεται ο άνθρωπος από εκείνη την γλυκύτητα και θεωρία και τα απόκρυφα μυστήρια, ώστε εκείνες τις ώρες να αισθάνεται ότι ελευθερώθηκε κι έφθασε στην τε­λειότητα, ότι έγινε καθαρός και ελεύθερος από την αμαρτία» (ομιλ. 8η).

Ω, τι θαυμάσια βιώματα! Με πόσο πλούσιο μισθό αμείβεται ο πνευματικός αγώνας! Πράγματι «δεν ανέβηκαν σε σκέψι και καρδιά ανθρώπου όσα ετοίμασε ο Θεός σ’ όσους τον αγαπούν» (Α' Κορ. 2, 9).

Πολλές φορές που επισκέφθηκα το Άγιον Όρος και συναναστράφηκα αγωνιστές μοναχούς έμαθα για αρκετές πνευματικές εμπειρίες τους. Θα χρειαζόταν ειδικό βιβλίο να τις καταγράψω. Αλλά το 1979 εκδόθηκε στην Θεσσαλονίκη βιβλίο άγνωστου Αγιορείτου ασκητού, όπου συναντά κανείς άφθονα ιερά βιώματα. Ο τίτλος του, «Νηπτική Θεωρία». Βιβλίο με πλούσια καταγραφή πνευματικών πτήσεων.

Εκεί αναφέρεται ότι, όποιος προσεύχεται «αδιαλείπτως» προς τον Χριστό, φθάνει στο σημείο να δη μέσα στον εαυτό του και να ζήση προσωπικά και να κατανοήση με ανερμήνευτο τρόπο όσα είναι γραμμέ­να στην Αγία Γραφή και δεν μπόρεσαν να μας τα παραδώσουν γραπτά οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, διότι επρόκειτο για ζητήματα δυσνόητα και υψηλά. Επίσης φθάνει στο σημείο να δη σαν σε καθρέπτη με θεϊκή αποκάλυψι την ωραιότητα και την θεϊκή ευγένεια της ψυχής του. Επί­σης, ο Χριστός που «αδιαλείπτως» μελετάται με την νοερά προσευχή του αποκαλύπτει με μυστικό τρόπο τον επουράνιο Πατέρα. Επίσης συμβαίνει κάποτε να νοιώση ότι τον ευλογεί από τον ουρανό το χέρι του Χριστού και εισέρχεται μέσα στην ύπαρξί του η ουρανία αυτή ευλογία. «Χύνεται (η ευλογία αυτή) αόρατα πάνω στην ψυχή του τόσο ή­συχα - ήσυχα, σαν το χιόνι που πέφτει από τα ύψη του αθέρα όταν δεν φυσά καθόλου αέρας. Με την διαφορά ότι το χιόνι, παρ’ όλο που πέ­φτει ήσυχα - ήσυχα είναι ψυχρότατο, ενώ η ευλογία που πέφτει από το άγιο χέρι του Χριστού είναι μεν λευκότατη σαν το χιόνι και περισσότε­ρο από αυτό («θα γίνω πιο λευκός από το χιόνι» λέει η Γραφή), όχι ό­μως ψυχρότατη. Αντίθετα είναι γεμάτη παρηγοριά, γλυκύτατη, χαριέστατη και ψυχοθερμότατη με αποτέλεσμα να ενδυναμώση υπερβολικά την ψυχή στην υπηρεσία και στο θέλημα του Χριστού. «Θα προχωρούν από δύναμι σε δύναμι» λέει ο Ψαλμός. Έτσι και η ψυχή θα προχωρή από δύναμι πνευματική σε δύναμι πνευματική».

Υπάρχουν περιπτώσεις, σύμφωνα με την «Νηπτική Θεωρία», που ο Θεός δείχνει στον αγωνιστή του πνεύματος και κάποιο όραμα. Βέβαια συνιστάται έντονα η προσοχή να γίνεται διάκρισις, γιατί και εκ της πλά­νης προέρχονται πολλές φορές οράματα. Αλλά η ύπαρξις κίβδηλων νο­μισμάτων δεν μπορεί να θέση σε ανυπαρξία τα γνήσια νομίσματα.

Ο ανώνυμος συγγραφεύς του βιβλίου αυτού αναφέρει πάρα πολ­λά για την νοερά προσευχή, με ζωηρό λόγο και πρωτότυπες εικόνες. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα κάποτε είδε ένα θεσπέσιο όραμα: Πετούσαν γύρω του περιστέρια κάτασπρα σαν το χιόνι, αναρίθμητα σαν την άμμο της θάλασσας. Άπλωνε το χέρι του κι έπιανε λίγα όσα πετούσαν κοντά του. Λυπόταν που δεν μπορούσε να πιάση περισσότερα. Μερικά πετούσαν κοντά ολόγυρά του, αλλά μόλις πήγαινε να τα πιάση υψώνονταν και απομακρύνονταν. Πιο πέρα υπήρχε ένα ποτάμι που φαινόταν ό­τι έβγαινε από το κέντρο της γης κι έτρεχε αργά, γαλήνια και μεγα­λόπρεπα. Μερικά από τα περιστέρια πετούσαν και χτυπούσαν επάνω στα νερά τα φτερά τους σαν να έκαναν χαρούμενα παιγνίδια.

Όπως του δόθηκε η εξήγησις αργότερα με άλλο όραμα, τα πο­λυάριθμα περιστέρια συμβόλιζαν νοήματα περί νοεράς προσευχής. Ό­σα έγραψε στο βιβλίο εικονίζονταν από όσα έπιασε με τα χέρια του. Ο ποταμός συμβόλιζε την κατάνυξι που αναβρύει από τις θεοφιλείς καρ­διές. Τα παιγνιδίσματα των περιστεριών στα νερά φανέρωναν την χαρά της χάριτος στην κατανυκτική καρδιά.

Για την χάρι της κατανύξεως σημειώνει αλλού ο ίδιος συγγραφεύς: «Άλλοτε χύνονται κρουνηδόν τα δάκρυα και βρέχεται όχι μόνο το πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά και τα φορέματά του και το έδαφος. Άλλοτε πάλι βρέχονται από τα δάκρυα μόνο τα μάτια. Και άλλοτε δροσίζεται εσωτερικά η διάνοια και η καρδιά, όπως δροσίζεται τις ανοιξιάτικες νύχτες η γη από την δροσιά του ουρανού». Και η ποικιλόμορφη αυτή κατάνυξις ανανεώνεται με «την θεωρία του νοός». Δηλαδή «όντας ο νους από την κατάνυξι καθαρώτατος, λαμπικαρώτατος και υψηλότατος, εκτείνεται στα ουράνια κάλλη, στα άφθαρτα δημιουργήματα, στα νοητά τάγματα, στην δοξολογία του Θεού, στην προσκύνησι του Κτί­στου, στον θαυμασμό των έργων του, στην έκπληξι της μεγαλοσύνης του και στο ακατανόητο της θεότητος. Αυτά μελετώντας με κάποια ζωηρότητα ο καθαρώτατος και αθόλωτος νους γλυκαίνεται άρρητα και απερίγραπτα. Και η γλυκύτητα αυτή ανανεώνει την κατάνυξι στην καρ­διά και χύνουν τα μάτια δάκρυα, όχι λιγώτερα από τα πρώτα... Με το χύσιμο των δακρύων φεύγει η αναισθησία της ψυχής... χάνεται η αμέλεια, διαλύεται η ολιγοπιστία της καρδιάς και γίνεται η διάνοια καθαρή σαν τον ουρανό μετά την κατάπαυσι της βροχής».

Το δόσιμο στην προσευχή και στην κατάνυξι οδηγεί στην απόκτησι της σοφίας. «Αναβρύουν — σημειώνει ο ίδιος συγγραφεύς— από την καρδιά οι ποταμοί του ζώντος ύδατος, δηλαδή τα πνευματικά νοήματα και οι χείμαρροι της αγίας σοφίας... Γεννάται και αναβρύει λόγος διδα­κτικός, λόγος σωτήριος, λόγος καρπερός, λόγος σοφός, λόγος άγιος, λόγος αγαθός... Και η γλώσσα δεν προφθάνει να παρουσιάση τα νοή­ματα που γεννά η καρδιά».

Ας μελετούμε λοιπόν αυτά τα υπέροχα βιβλία που περιγράφουν, να το πούμε έτσι, το ανέβασμα του Μωυσή στην αγία κορυφή του Σινά, το αντίκρυσμα της θείας δόξης.

Ας μελετούμε τους βίους των Πατέρων, των μαρτύρων, των ασκητών. Όλα αυτά τα κείμενα είναι εγχειρίδια ορειβατικής τέχνης. Όλες αυτές οι μορφές είναι αετοί πνευματικοί. Ας τους ζηλέ­ψουμε με ζήλο επαινετό. Όλοι τους μας παροτρύνουν να φύγουμε από τις σκοτεινές περιοχές και να πάμε στις φωτεινές· ν’ αφήσουμε πίσω μας τους τόπους της δυσωδίας και ν’ ανεβούμε σε τόπους ευωδιαστούς· ν’ αφήσουμε την αμαρτωλή και ειδωλολατρική Αίγυπτο και να πορευθούμε σαν τον Μωυσή στο όρος Σινά.

Όλοι τους μας λένε με το στόμα του οσίου Ιωάννου, συγγραφέως της Κλίμακος: «Αναβαίνετε, αναβαίνετε αδελφοί, αναβάσεις προθύμως εν καρδία τιθέμενοι». Και ερωτούν με το στόμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ποιος ξεκινώντας την καρποφορία από τα τριάντα, προχώρησε στα εξήντα και τερμάτισε στα εκατό; Ας ενεργή έτσι, ώστε να προχωρή και να γίνεται μεγάλος σαν τον Ισαάκ και να πορεύεται από δύναμι σε δύναμι, τραγουδώντας τις ωδές των Ανα­βαθμών και αποφασίζοντας στην καρδιά του αναβάσεις» (Λόγος 26ος). Ας αποκριθούμε κι εμείς και ας πούμε αποφασιστικά: «Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ». Δεν πλασθήκαμε για τα βάθη του κακού, αλλά για τα ύψη των αρετών. Δεν πλασθήκαμε για τα σκότη της αβύσσου, αλλά για την φωτοχυσία του Θαβώρ. Ελάτε λοιπόν ν’ ανεβούμε.

«Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου».

 Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ