ierarxes 1

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ

ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Ἤγουν, περί κρίσεως καί πυραμίδος ἐπουρανίου.*

 

«… Χρι­στός στό Εὐ­αγ­γέ­λιο ὑ­πο­δει­κνύ­ει ὡς λύ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος ὄ­χι τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά τήν πλή­ρη ἀν­τι­στρο­φή της. Ὁ Κύ­ριος δέν ἀρ­νεῖ­ται τήν ἀ­νι­σό­τη­τα καί τήν ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν ἀρ­νεῖ­ται τή συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά ἀ­να­τρέ­πον­τας τήν πυ­ρα­μί­δα αὐ­τή καί το­πο­θε­τῶν­τας τήν κο­ρυ­φή της πρός τά κά­τω μᾶς δι­δά­σκει τήν ἔ­σχα­τη καί ἀ­πό­λυ­τη τε­λει­ό­τη­τα…»

  «...Στήν ἀν­τι­στρο­φή τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας βρί­σκε­ται κα­τά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ λύ­ση ὄ­χι μό­νο τῆς ση­με­ρι­νῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν κοι­νω­νι­κῶν προ­βλη­μά­των. Θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χή αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­ό­τυ­πης κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῆς θε­ώ­ρη­σης εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή κά­θε μορ­φῆς δύ­να­μης ἀ­πό «ἐ­ξου­σί­α» πού κα­τα­πι­έ­ζει τόν ἄν­θρω­πο σέ «δι­α­κο­νί­α» πού τόν ὑ­πη­ρε­τεῖ...»

 

 «Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί,

συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν.

Ατοί γάρ τῇ Τριάδι, πέρ μν εί πρεσβεύουσιν»

 

 παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κή κρί­ση πού ταλαιπωρεῖ τά τελευταῖα χρό­νια τό σύ­νο­λο τῶν χω­ρῶν τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, γε­νι­κό­τε­ρα, ἀλ­λά καί τήν πα­τρί­δα μας, εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα τό πιό ἐ­πί­και­ρο θέ­μα τῶν ἡ­με­ρῶν μας. Αὐ­τή ἡ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κή κρί­ση μο­νο­πω­λεῖ κα­θη­με­ρι­νά τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν δη­μο­σι­ο­γρά­φων καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κεν­τρι­κή εἴ­δη­ση στά δελ­τί­α τῶν εἰ­δή­σε­ων καί στά πρω­το­σέ­λι­δα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων. Βα­σα­νί­ζει τή σκέ­ψη τῶν εἰ­δι­κῶν οἰ­κο­νο­μο­λό­γων καί τεχνοκρατῶν πού ἀναζητοῦν τήν ὁριστική της λύ­ση. Ἐ­ξω­θεῖ τίς ἐ­θνι­κές κυ­βερ­νή­σεις στή λή­ψη ἐ­πώ­δυ­νων μέ­τρων πού ἀνατρέπουν βί­αι­α τά οἰ­κο­νο­μι­κά κε­κτη­μέ­να καί τά ἐρ­γα­σια­κά δι­και­ώ­μα­τα τῶν λα­ῶν τους. Γε­μί­ζει μέ φό­βο καί ἀ­γω­νί­α τίς ψυ­χές τῶν ἁ­πλῶν ἀν­θρώ­πων. Δο­κι­μά­ζει ἀ­νάλ­γη­τα τά ὅ­ρια καί τίς ἀν­το­χές τῶν σύγ­χρο­νων κοι­νω­νι­ῶν. Παίρ­νον­τας, λοι­πόν, ἀ­φορ­μή ἀ­πό τή ση­με­ρι­νή ἑ­ορ­τή νο­μί­ζου­με, ὅτι θά ἄξιζε τόν κό­πο, νά ἐ­πι­χει­ρή­σου­με μί­α ἰ­δι­ό­τυ­πη προ­σέγ­γι­ση τοῦ ἐ­πί­και­ρου ζη­τή­μα­τος τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, ἐκ­φρα­στές τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πῆρ­ξαν οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες.

ἰ­δέ­α τῆς ἰ­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πό τά βα­θύ­τε­ρα καί ὀν­το­λο­γι­κά ἀ­νώ­τε­ρα αἰ­τή­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης. Τό ὅ­ρα­μα ἑ­νός κό­σμου ἀ­πό­λυ­της δι­και­ο­σύ­νης, ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης, εἰ­ρή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας πού θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν κοι­νω­νι­κή, πο­λι­τι­κή καί οἰ­κο­νο­μι­κή ἰ­σό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων ση­μά­δε­ψε ἀ­νε­ξί­τη­λα τήν πο­ρεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Χά­ριν αὐ­τοῦ του ὁ­ρά­μα­τος δι­α­τυ­πώ­θη­καν κα­τά τό πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων πολ­λές φι­λο­σο­φι­κές καί πο­λι­τι­κές θε­ω­ρί­ες, ξέ­σπα­σαν αἱ­μα­τη­ροί πό­λε­μοι καί ἐ­πα­να­στά­σεις, χύ­θη­καν πο­τά­μια δα­κρύ­ων, ἀν­θρώ­πι­νες ζω­ές θυ­σι­ά­στη­καν. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, ἡ πεί­ρα πού ἀ­πο­κτή­θη­κε ἀ­πο­δει­κνύ­ει μέ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο ὅ­τι πο­τέ καί που­θε­νά δέν ὑ­λο­ποι­ή­θη­κε τό ὅ­ρα­μα αὐ­τῆς τῆς ἰ­δα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ὅ­τι πο­τέ καί που­θε­νά δέν κα­τέ­στη δυ­να­τή ἡ πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῆς ἰ­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἡ φύ­ση ἐ­πι­βάλ­λει παν­τοῦ καί πάν­τα ὡς ἀ­πα­ρά­βα­το φυ­σι­κό νό­μο τήν ἀ­νι­σό­τη­τα τῶν ὄν­των, ὄ­χι μό­νο στήν κοι­νω­νι­κή μας ζωή,  ἀλ­λά καί σέ κά­θε μορ­φή ὕ­παρ­ξης τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου.

­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τῆς τῆς ὀ­δυ­νη­ρῆς καί ἄ­δι­κης γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι ἡ ἱ­ε­ραρ­χι­κή δι­αί­ρε­ση τῶν ἀν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νι­ῶν σέ ἀ­νώ­τε­ρα καί κα­τώ­τε­ρα ἐ­πί­πε­δα, ἡ ἐ­πι­βο­λή μί­ας ἱ­ε­ραρ­χι­κῆς τά­ξης πού, συ­νή­θως, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται «κοι­νω­νι­κή πυ­ρα­μί­δα». Ἔ­τσι, οἱ ἄν­θρω­ποι χω­ρί­ζον­ται σέ κοι­νω­νι­κές ὁ­μά­δες πού ἑ­νω­μέ­νες συγ­κρο­τοῦν τήν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά, ταυ­τό­χρο­να, δι­α­κρί­νον­ται με­τα­ξύ τους ὡς πρός τή θέ­ση τούς μέ­σα σέ μί­α εὐ­ρύ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή πυ­ρα­μί­δα. Οἱ πιό ἀ­δύ­να­τες κοι­νω­νι­κές ὁ­μά­δες εἶ­ναι πάν­τα οἱ πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καί βρί­σκον­ται στή βά­ση τῆς πυ­ρα­μί­δας. Οἱ ὁ­μά­δες αὐ­τές δέ­χον­ται τήν πί­ε­ση καί τό βάρος ὅ­λων τῶν ἄλ­λων ὁ­μά­δων πού βρί­σκον­ται σέ ἱ­ε­ραρ­χι­κά ἀ­νώ­τε­ρη θέ­ση, ἐ­νῶ οἱ ἴ­δι­ες δέν πι­έ­ζουν κα­μί­α ὁ­μά­δα. Ὅ­σο πο­ρεύ­ε­ται κα­νείς ἀ­πό τή βά­ση πρός τήν κο­ρυ­φή τῆς πυ­ρα­μί­δας δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι οἱ κοι­νω­νι­κές ὁ­μά­δες συρ­ρι­κνώ­νον­ται ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­ριθ­μη­τι­κά καί, ἀ­φε­νός μέν, δέ­χον­ται λι­γό­τε­ρη πί­ε­ση ἀ­πό τίς ἱ­ε­ραρ­χι­κά ἀ­νώ­τε­ρες ὁ­μά­δες, ἀ­φε­τέ­ρου δέ, πι­έ­ζουν οἱ ἴ­δι­ες ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τίς ἱ­ε­ραρ­χι­κά κα­τώ­τε­ρες σέ σχέ­ση μέ αὐ­τές. Στήν κο­ρυ­φή, τέ­λος, τῆς πυ­ρα­μί­δας συ­ναν­τᾶμε μί­α μι­κρή ἀ­ριθ­μη­τι­κά ὁ­μά­δα πού ἐ­νῶ στη­ρί­ζε­ται σέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες, ἀ­σκῶν­τας τούς πί­ε­ση, ἡ ἴ­δια δέν πι­έ­ζε­ται ἀ­πό που­θε­νά, ἀλ­λά λό­γῳ θέ­σε­ως καί ἰ­σχύ­ος ἐ­ξου­σιά­ζει τό σύ­νο­λο τῶν ὁ­μά­δων πού συγ­κρο­τοῦν τήν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α. Ἡ ὕ­παρ­ξη τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας –πα­ρά τήν πο­λυ­μορ­φί­α πού πα­ρου­σιά­ζει ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἐ­πο­χές καί τίς κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές ἀν­τι­λή­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων– ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­λι­κό καί πα­ναν­θρώ­πι­νο φαι­νό­με­νο καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει μέ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τρό­πο τήν ὀν­το­λο­γι­κά ἀ­να­πό­φευ­κτη ἀ­νι­σό­τη­τα πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες. Μᾶς ἀ­πο­δει­κνύ­ει, δη­λα­δή, ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι δέν θά εἶ­ναι πο­τέ ἴ­σοι, ἀλ­λά πάν­τα θά δι­α­κρί­νον­ται σέ δυ­να­τούς καί ἀ­δύ­να­τους, σέ πλού­σιους καί πτω­χούς, σέ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἤ λι­γό­τε­ρο ἔ­ξυ­πνους, σέ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἤ λι­γό­τε­ρο ἱ­κα­νούς. Ὅ­πως, φυ­σι­κά, θά δι­α­κρί­νον­ται πάν­το­τε σέ ψη­λούς καί κον­τούς, σέ ὄ­μορ­φους καί ἄ­σχη­μους, σέ χον­δρούς καί λι­γνούς, σέ καλ­λί­φω­νους καί πα­ρά­φω­νους.

Μ

προ­στά σέ αὐ­τό τό ὀ­δυ­νη­ρό ἀ­δι­έ­ξο­δο προ­βάλ­λουν, ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, δύ­ο πι­θα­νές λύ­σεις. Ἡ πρώ­τη εἶ­ναι ὁ συμ­βι­βα­σμός μέ τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί ἡ πα­ραί­τη­ση ἀ­πό τό αἴ­τη­μα τῆς ἰ­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ δεύ­τε­ρη εἶ­ναι ἡ με­τά­θε­ση τοῦ αἰ­τή­μα­τος τῆς ἰ­σό­τη­τας ἔ­ξω ἀ­πό τά ὅ­ρια τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ χρό­νου (ἡ πί­στη, δη­λα­δή, ὅ­τι σέ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, σέ κά­ποι­α ἄλ­λη ζω­ή, θά ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ ἰ­σό­τη­τα πού ἀ­δυ­να­τεῖ νά ἐ­πι­κρα­τή­σει στίς ἱ­στο­ρι­κές κοι­νω­νί­ες). Ἡ δι­δα­σκα­λί­α, ὅ­μως, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πορ­ρί­πτει καί τίς δύ­ο αὐ­τές λύ­σεις, ὑ­πο­δει­κνύ­ον­τας ἕ­ναν ἄλ­λο δρό­μο πρός ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ζη­τή­μα­τος. Κάτ΄ ἀρ­χήν, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν ἀρ­νεῖ­ται τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ἀ­νι­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων καί, ὡς ἐκ τού­του, δέν θε­ω­ρεῖ τήν ἰ­δέ­α τῆς ἰ­σό­τη­τας ὡς τήν ἐν­δει­κνυ­ό­με­νη ἀ­πάν­τη­ση στό αἴ­τη­μα τῆς οἰ­κο­δό­μη­σης ἑ­νός κό­σμου δι­και­ο­σύ­νης καί εὐ­τυ­χί­ας. Κα­τά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χή τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης εἶ­ναι ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, δη­λα­δή ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­πι­λέ­γει τήν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ κα­κοῦ, ἀ­κό­μα καί ὅ­ταν ἔ­χει πλή­ρη συ­νεί­δη­ση τοῦ λαν­θα­σμέ­νου καί ἀ­δι­έ­ξο­δου χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς του. Συ­νε­πῶς, γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ πραγ­μα­τι­κή αἰ­τί­α τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­δι­κί­ας καί, γενικότερα, ὅ­λων τῶν μορ­φῶν τοῦ «κοι­νω­νι­κοῦ κα­κοῦ» δέν βρί­σκε­ται στήν ἀ­νι­σό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά στήν κα­κή χρή­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Εἶ­ναι, ἄ­ρα­γε, πο­τέ δυ­να­τόν νά ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ δι­και­ο­σύ­νη καί ἡ εὐ­τυ­χί­α στίς ἱ­στο­ρι­κές κοι­νω­νί­ες ὅ­σο οἱ ἄν­θρω­ποι θά ἀ­σκοῦν τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους μέ ἀρ­νη­τι­κό τρό­πο; Ἡ πεί­ρα τῶν αἰ­ώ­νων ἐ­πι­βάλ­λει ἀ­μεί­λι­κτα μί­α καί μό­νη ἀ­πάν­τη­ση: ὄ­χι. Ὅ­σο θά ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι πο­νη­ροί καί κα­κο­προ­αί­ρε­τοι, φι­λάρ­γυ­ροι καί φι­λό­δο­ξοι, φί­λαρ­χοι καί ἐ­γω­ι­στές, δό­λιοι καί ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ὅ­σο, δη­λα­δή, οἱ ἄν­θρω­ποι θά κυ­ρι­αρ­χοῦν­ται ἀ­πό τά πά­θη τους ἡ κοι­νω­νι­κή ἀ­δι­κί­α καί δυ­στυ­χί­α θά ἀ­να­πα­ρά­γε­ται ἀ­έ­να­α καί κα­μιά πο­λι­τι­κή καί κοι­νω­νι­κή θε­ω­ρί­α, κα­νέ­να κόμ­μα καί κα­μί­α οἰ­κο­νο­μι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση, κα­νέ­νας πό­λε­μος καί κα­μί­α ἐ­πα­νά­στα­ση, δέν θά μπο­ρέ­σουν νά χα­ρί­σουν στήν πο­λύ­πα­θη ἀν­θρω­πό­τη­τα τήν πο­θού­με­νη δι­και­ο­σύ­νη καί εὐ­τυ­χί­α. Τί πρέ­πει, λοι­πόν, νά γί­νει; Μπο­ροῦν, τε­λι­κά, νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν τά πα­ναν­θρώ­πι­να αἰ­τή­μα­τα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης καί εὐ­τυ­χί­ας; Καί, ἄν ναί, μέ ποι­ό τρό­πο;

 Χρι­στός στό Εὐ­αγ­γέ­λιο ὑ­πο­δει­κνύ­ει ὡς λύ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος ὄ­χι τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά τήν πλή­ρη ἀν­τι­στρο­φή της. Ὁ Κύ­ριος δέν ἀρ­νεῖ­ται τήν ἀ­νι­σό­τη­τα καί τήν ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν ἀρ­νεῖ­ται τή συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά ἀ­να­τρέ­πον­τας τήν πυ­ρα­μί­δα αὐ­τή καί το­πο­θε­τῶν­τας τήν κο­ρυ­φή της πρός τά κά­τω μᾶς δι­δά­σκει τήν ἔ­σχα­τη καί ἀ­πό­λυ­τη τε­λει­ό­τη­τα. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός βρί­σκε­ται στήν κο­ρυ­φή αὐ­τῆς τῆς ἀν­τε­στραμ­μέ­νης πυ­ρα­μί­δας καί ἑ­κού­σια δέ­χε­ται ἐ­πά­νω Του τό βά­ρος ὅ­λης της ἀν­θρω­πό­τη­τας. Εἶ­ναι, κα­τά τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου, «…ὁ ἀ­μνός τοῦ Θε­οῦ, ὁ αἴ­ρων τήν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου…» (Ἰ­ω­άν­νου 1,29). Ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦν τό Χρι­στό πο­ρεύ­ον­ται –μέ­σα στά πλαί­σια τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης πυ­ρα­μί­δας– πρός Αὐ­τόν. Ὅ­σο, ὅ­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζουν πρός τό Χρι­στό, τό­σο λι­γο­στεύ­ουν οἱ ἄν­θρω­ποι πού βρί­σκον­ται δί­πλα τους καί τό­σο με­γα­λώ­νει ἡ πί­ε­ση πού δέ­χον­ται ἀ­πό τά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα πού βρί­σκον­ται πά­νω ἀ­πό αὐ­τούς. Ἔ­τσι, στό πο­σο­στό πού πλη­σιά­ζουν τό Χρι­στό στήν κο­ρυ­φή τῆς ἀν­τε­στραμ­μέ­νης πυ­ρα­μί­δας ἐ­ξο­μοι­ώ­νον­ται μέ Αὐ­τόν, ση­κώ­νον­τας τά βά­ρη τῶν ἀ­δελ­φῶν τους, κα­τά τό λό­γο τοῦ Ἀ­πό­στο­λου Παύ­λου: «…Ὄ­φει­λο­μεν ἠ­μεῖς οἱ δυ­να­τοί τά ἀ­σθε­νή­μα­τα τῶν ἀ­δυ­νά­των βα­στά­ζειν καί μή ἐ­αυ­τοῖς ἀ­ρέ­σκειν…» (Ρω­μαί­ους 15,1). Ὁ Κύ­ριος, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν ἀ­να­τρο­πή τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας καί στήν ἰ­δι­αί­τε­ρη θέ­ση Του στήν κο­ρυ­φή της, εἶ­πε γιά τόν Ἑ­αυ­τό Του: «…μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δείς ἔ­χει, ἴ­να τίς τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ θῆ ὑ­πέρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ…» (Ἰ­ω­άν­νου 15,13) καί «…ὁ Υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που οὐκ ἦλ­θε δι­α­κο­νη­θῆ­ναι, ἀλ­λά δι­α­κο­νῆ­σαι καί δοῦ­ναι τήν ψυ­χήν Αὐ­τοῦ λύ­τρον ἀν­τί πολ­λῶν…» (Ματ­θαί­ου 20,28). Ἔ­δω­σε, μά­λι­στα, ἐν­το­λή στούς μα­θη­τές Του νά ἀ­κο­λου­θή­σουν τό πα­ρά­δειγ­μά Του: «…οἱ ἄρ­χον­τες τῶν ἐ­θνῶν κα­τα­κυ­ρι­εύ­ου­σιν αὐ­τῶν καί οἱ με­γά­λοι κα­τε­ξου­σι­ά­ζου­σιν αὐ­τῶν. Οὔχ οὕ­τως ἔ­σται ἐν ὑ­μῖν ἀλ­λ’ ὅς ἐ­άν θέ­λη ἐν ὑ­μῖν μέ­γας γε­νέ­σθαι, ἔ­σται ὑ­μῶν δι­ά­κο­νος, καί  ὅς ἐάν θέλη ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶ­τος, ἔ­σται ὑ­μῶν δοῦ­λος…» (Ματ­θαί­ου 20,25-27).

Σ

έ αὐ­τήν, ἀ­κρι­βῶς, τήν ἀν­τι­στρο­φή τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας βρί­σκε­ται κα­τά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ λύ­ση ὄ­χι μό­νο τῆς ση­με­ρι­νῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν κοι­νω­νι­κῶν προ­βλη­μά­των. Θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χή αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­ό­τυ­πης κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῆς θε­ώ­ρη­σης εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή κά­θε μορ­φῆς δύ­να­μης ἀ­πό «ἐ­ξου­σί­α» πού κα­τα­πι­έ­ζει τόν ἄν­θρω­πο σέ «δι­α­κο­νί­α» πού τόν ὑ­πη­ρε­τεῖ. Μό­νο ἄν ἀ­σκή­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι μέ θε­τι­κό τρό­πο τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους, ὡς ἀ­γά­πη, κα­τά τό ὑ­πό­δειγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λες οἱ μορ­φές τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ κα­κοῦ θά ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν ἀ­πό τή ζω­ή μας. Μό­νο τό­τε ἡ δι­και­ο­σύ­νη καί ἡ εὐ­τυ­χί­α θά ἐ­πι­κρα­τή­σουν στίς ἱ­στο­ρι­κές κοι­νω­νί­ες. Μό­νο τό­τε ἡ ἀ­κό­ρε­στη ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν ἰ­σχυ­ρῶν γιά χρῆ­μα καί ἐ­ξου­σί­α θά ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ εἰ­ρη­νι­κά καί ἀ­ναί­μα­κτα ἀ­πό μί­α νέ­α οἰ­κο­νο­μι­κή καί πο­λι­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη πού θά θε­ω­ρεῖ κέρ­δος ὄ­χι τή συσ­σώ­ρευ­ση τοῦ πλού­του, ἀλ­λά τήν κα­λή του δι­α­χεί­ρι­ση μέ ὕ­ψι­στο κρι­τή­ριο τίς ἀ­νάγ­κες ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων. Μό­νο τό­τε θά ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν ἀ­πό τή ζω­ή μας ἡ πεί­να καί ἡ φτώ­χεια, ἡ ἀ­δι­κί­α καί ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, ἡ ἐ­ξα­θλί­ω­ση καί ὁ ἀ­ναλ­φα­βη­τι­σμός, τό ψέ­μα καί ὁ δό­λος, ὁ φό­βος τοῦ πο­λέ­μου καί, τε­λι­κά, ὁ ἴ­διος ὁ πό­λε­μος. Μό­νο τό­τε θά δη­μι­ουρ­γη­θοῦν νό­μοι καί θε­σμοί, δι­ε­θνεῖς ὀρ­γα­νι­σμοί καί δι­α­κρα­τι­κές συμ­μα­χί­ες, πού θά ὑ­πη­ρε­τοῦν ὄ­χι τό ἐ­γω­ι­στι­κό συμ­φέ­ρον τῶν ολί­γων, ἀλ­λά τό γε­νι­κό συμ­φέ­ρον τῶν πολ­λῶν.

Α

ὐ­τός εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν Ἁ­γί­ων Του. Αὐ­τό τό δρό­μο ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ σή­με­ρα ἑ­ορ­τα­ζό­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί αὐ­τό τό δρό­μο μᾶς δί­δα­ξαν μέ τό πο­λύ­πλευ­ρο ἔρ­γο τους ὡς ὁ­δό ἀ­πό­λυ­της τε­λει­ό­τη­τας. Καί οἱ Τρεῖς κα­τά­γον­ταν ἀ­πό ἀρ­χον­τι­κές καί πλού­σι­ες οἰ­κο­γέ­νει­ες. Ἀρ­νή­θη­καν, ὅ­μως, ἑ­κού­σια τόν πλοῦ­το καί ἀ­κο­λου­θών­τας τό πα­ρά­δειγ­μα καί τήν ἐν­το­λή τοῦ Χρι­στοῦ μοί­ρα­σαν τήν πε­ρι­ου­σί­α τους στούς πτω­χούς. Καί οἱ Τρεῖς δι­έ­θε­σαν ὅ­λες τίς ψυ­χο­σω­μα­τι­κές τους δυ­νά­μεις, ὅ­λες τίς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές τους γνώ­σεις, ὅ­λα τους τά τα­λέν­τα καί ὅ­λα τά πλού­σια χα­ρί­σμα­τά τους στήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ δι­α­κο­νί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Καί οἱ Τρεῖς ἔ­λεγ­ξαν μέ αὐ­στη­ρό­τα­τη γλώσ­σα τούς ἰ­σχυ­ρούς της ἐ­πο­χῆς τους. Ἄ­σκη­σαν, ἔ­τσι, δρι­μύ­τα­τη κρι­τι­κή στούς ἀ­νά­ξιους βα­σι­λιά­δες κα­τα­δι­κά­ζον­τας τήν ἰ­δι­ο­τε­λῆ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Κα­τήγ­γει­λαν δη­μό­σια τους δι­ε­φθαρ­μέ­νους πο­λι­τι­κούς καί θρη­σκευ­τι­κούς ἄρ­χον­τες γιά τήν προ­σω­πο­λη­ψί­α τους κα­τά τήν ἀ­πό­δο­ση τῆς δι­και­ο­σύ­νης καί γιά τόν πα­ρά­νο­μο χρη­μα­τι­σμό τους. Στη­λί­τευ­σαν ἀ­νε­λέ­η­τα τούς πλού­σιους γιά τήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του, ἀ­παι­τών­τας ἐ­πι­τα­κτι­κά τήν ἄ­σκη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης πού κα­τά τήν ἐν­το­λή τοῦ Χρι­στοῦ ὑ­πο­χρε­οῦν­ται νά ἐ­πι­δει­κνύ­ουν οἱ δυ­να­τοί πρός τούς ἀ­δύ­να­τους. Ἀ­γω­νί­στη­καν, τέ­λος, μέ ὅ­λες τους τίς δυ­νά­μεις γιά τήν ἔμ­πρα­κτη ἐ­φαρ­μο­γή τῆς ἀ­γά­πης στίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες καί μᾶς ἄ­φη­σαν ὡς πο­λύ­τι­μη πα­ρα­κα­τα­θή­κη, τό­σο τό προ­σω­πι­κό τους πα­ρά­δειγ­μα, ὅ­σο καί τή θε­ό­πνευ­στη δι­δα­σκα­λί­α τους. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­παί­τη­σε ἀ­πό τούς πλού­σιους της ἐ­πο­χῆς του νά μοι­ρά­σουν στούς πτω­χούς τά ἀ­γα­θά πού εἶ­χαν φυ­λαγ­μέ­να στίς ἀ­πο­θῆ­κες τους καί ὁ­πλι­σμέ­νος μέ τό κύ­ρος πού τοῦ προ­σέ­δι­δε τό προ­σω­πι­κό του πα­ρά­δειγ­μα τούς ἔ­πει­σε τε­λι­κά νά ἐ­νερ­γή­σουν κα­τά τίς ἐν­το­λές του. Ἔ­σω­σε, ἔ­τσι, κα­τά τό λι­μό τοῦ 367 μ.Χ. τούς πτω­χούς της Και­σά­ρειας χω­ρίς νά τούς δι­α­κρί­νει σέ χρι­στια­νούς, ἐ­θνι­κούς καί Ἑ­βραί­ους. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὡς ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος, πλέ­ον, Και­σα­ρεί­ας, μέ χρή­μα­τα πού συγ­κέν­τρω­σε ἀ­πό δω­ρε­ές πλου­σί­ων καί μέ τήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ ἐρ­γα­σί­α τῶν μο­να­χῶν ἔ­κτι­σε τήν πε­ρί­φη­μη Βα­σι­λειά­δα. Ἕ­να κοι­νω­φε­λές ἵ­δρυ­μα πού πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε νο­σο­κο­μεῖ­ο, πτω­χο­κο­μεῖ­ο, ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο καί σχο­λεῖ­ο γιά τά πτω­χά παι­διά.

Σ

τό δρό­μο τῆς ἔμ­πρα­κτης ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς ἀ­γά­πης βρί­σκε­ται, καί κα­τά τήν τα­πει­νή μας ἀ­πο­ψη, ἡ λύ­ση τῆς ση­με­ρι­νῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης πού εἴ­θε μέ τίς θε­ο­δε­κτές πρε­σβεῖες τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν νά ξε­πε­ρα­στεῖ τό συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τό γιά τό κα­λό ὅ­λου του κό­σμου καί, κυ­ρί­ως, γιά τό κα­λό της πα­τρί­δας καί τοῦ λα­οῦ μας.

 

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ

Θε­ο­λό­γος – Ἐκπαιδευτικός

Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 15/01/2011

 

 

Υ.Γ.  1) Το κείμενο εδράζεται στη διδασκαλία του μακαριστού γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (βλπ. «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ», Έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995, Μέρος Α΄ , Κεφ. ΙΔ΄, σελ. 312-316).

2) Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στο Καράτουλα Ηλείας την Παρασκευή 28  Ιανουαρίου 2011 κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών.

*  ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤHN ΠΡΩΤH ΟΜΙΛΙA ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΟΜΙΛΙΩΝ, ΠΟΥ ΣΚΟΠΟ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΝ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ", ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ