ierarxes 3

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ

ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Ἤγουν, περί ἀκτημοσύνης καί πτωχείας πλουτοποιοῦ.*

«…Ὁ πλοῦ­τος δέν εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του οὔ­τε κα­λός, οὔ­τε κα­κός. Γί­νε­ται, ὅ­μως, κα­λός ἤ κα­κός ἀ­νά­λο­γα μέ τόν τρό­πο πού τόν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἄν­θρω­πος. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­λός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς ἀ­γα­θό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τήν ἀ­γά­πη καί τή δι­και­ο­σύ­νη. Ἄν, πά­λι, ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­κός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς κοι­νω­νι­κό κα­κό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τό ἐ­γω­κεν­τρι­κό συμ­φέ­ρον καί τήν ἀ­δι­κί­α. Ὁ Χρι­στός δέν κα­τα­δι­κά­ζει τόν πλοῦ­το, ἀλ­λά τήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του ἀπό τόν ἄνθρωπο…».

...ἡ ἄρνηση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πλούτου ἀποτελεῖ μόνο τήν ἀφετηρία στόν ἀγώνα τῆς ἐξομοίωσης τοῦ ἀνθρώπου πρός τό ὑπόδειγμα τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ…πού στήν ἀσκητική γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηρίζεται, γενικά, ὡς «ἀκτημοσύνη». Ἡ πλήρης, ὅμως, ἔννοια τῆς χριστιανικῆς ἀκτημοσύνης ξεκινᾶ ἀπό τήν ἄρνηση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πλούτου καί τῆς ἰδιοποίησης τῶν ὑλικῶν κτήσεων, καί, σέ δεύτερη φάση, ἐπεκτείνεται στήν ἄρνηση τῆς ἰδιοποίησης τῶν διανοητικῶν καί τῶν καλλιτεχνικῶν κτήσεων, γιά νά καταλήξει, στήν τρίτη καί τελική της φάση, στήν ἄρνηση τῆς ἰδιοποίησης τοῦ ἀνθρώπινου σώματος...»

 «Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί,

συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν.

Ατοί γάρ τῇ Τριάδι, πέρ μν εί πρεσβεύουσιν»

 

Π

ρίν ἀ­πό δύ­ο χρό­νια, σάν σή­με­ρα, μέ­σα σέ αὐ­τό τό ναό προ­σπα­θή­σα­με νά προ­σεγ­γί­σου­με μέ βά­ση τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α τό ζή­τη­μα τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης. Προ­βάλ­α­με, τό­τε, τό πα­ρά­δειγ­μα καί τή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ἀλ­λά καί τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, ὡς τή μό­νη ὁ­δό πού μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γή­σει μέ ἀ­σφά­λεια τήν πα­τρί­δα μας καί, γε­νι­κό­τε­ρα, τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα στήν ὑ­πέρ­βα­ση τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης καί τήν κα­θο­λι­κή ἐ­πι­κρά­τη­ση τῶν με­γά­λων ἀ­γα­θῶν τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τῆς εἰ­ρή­νης καί τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

Τ

 ά πράγ­μα­τα θά ἦ­ταν, σί­γου­ρα, πο­λύ κα­λύ­τε­ρα, ἄν ἡ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κή κρί­ση πού μᾶς ἔ­δω­σε τήν ἀ­φορ­μή γιά τήν ἐκ­φώ­νη­ση ἐ­κεί­νης τῆς ὁ­μι­λί­ας ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιά πα­ρελ­θόν καί ἄν ἄλ­λα ζη­τή­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν τήν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα τῶν ἡ­με­ρῶν μας. Δυστυ­χῶς, ὅ­μως, τά γε­γο­νό­τα δέν ἐ­ξε­λί­χθη­καν ἔ­τσι. Ὁ φό­βος τῆς ἐν­δε­χό­με­νης ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κα­τάρ­ρευ­σης, ἡ ἐ­ξα­θλί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἀ­νέ­χεια καί τήν ἀ­νερ­γί­α, ἡ ἀ­γω­νί­α γιά τό μέλ­λον τῶν παι­δι­ῶν μας καί, φυ­σι­κά, ἡ ἀ­να­σφά­λεια πού ἐ­πι-κρα­τεῖ στίς ἀ­να­πτυγ­μέ­νες, κυ­ρί­ως, κοι­νω­νί­ες τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­α­τη­ροῦν τό θέ­μα τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης στό προ­σκή­νιο τῆς ἐ­πι­και­ρό­τη­τας, προ­σφέ­ρον­τάς του τήν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ πο­λι­τι­κοῦ, δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ καί κοι­νω­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος.

Π

 αίρ­νον­τας, λοι­πόν, καί πά­λι ἀ­φορ­μή ἀ­πό τό ἴ­διο ἐ­πί­και­ρο ζή­τη­μα, νο­μί­ζου­με πώς ἀ­ξί­ζει τόν κό­πο νά σχο­λι­ά­σου­με γιά μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά κά­ποι­ες πτυ­χές τῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου, βα­σι­κοί ἐκ­φρα­στές τῆς ὁ­ποί­ας, τό­σο σέ πρα­κτι­κό, ὅ­σο καί σέ θε­ω­ρη­τι­κό ἐ­πί­πε­δο, ὑ­πῆρ­ξαν οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ὁ ση­με­ρι­νός μας λό­γος δέν θά ἀ­σχο­λη­θεῖ μέ τό καί­ριο ζή­τη­μα τῆς ὑ­πέρ­βα­σης τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, ἀλ­λά μέ τό ζή­τη­μα τοῦ πλού­του καί τῆς ὀρ­θῆς δι­α­χεί­ρι­σης τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Καί μέ­σα σέ αὐ­τό τό πλαί­σιο θά προ­σπα­θή­σου­με νά ἀ­να­πτύ­ξου­με συ­νο­πτι­κά καί τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς «ἀ­κτη­μο­σύ­νης», γιά τήν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἐ­κτε­νής λό­γος στήν Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί, κυ­ρί­ως, στήν ἀ­σκη­τι­κή καί νη­πτι­κή της γραμ­μα­τεί­α.

 χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της ρι­ζο­σπα­στι­κή καί ἀ­να­τρε­πτι­κή. Δέν δι­στά­ζει νά ἀμ­φι­σβη­τή­σει πράγ­μα­τα αὐ­το­νό­η­τα γιά τήν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ καί νά ἔρ­θει σέ πλήρη ρή­ξη μέ ὄ­τι, συ­νή­θως, ὀ­νο­μά­ζου­με κοι­νή λο­γι­κή. Αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται, τό­σο στόν ὑ­περ­λό­γο χα­ρα­κτή­ρα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης, ὅ­σο καί στήν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀπό τή χριστιανική ἠθική μέ βά­ση τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή καί καρ­δια­κή τους ζω­ή, πού παραμένει πάντα κρυφή και ἀ­θέ­α­τη, καί ὄ­χι μέ βά­ση τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή καί φαι­νο­με­νι­κή ζω­ή τους, τήν ἄμεσα προ­σι­τή στίς αἰ­σθή­σεις μας καί τήν ἀντικειμενική πα­ρα­τή­ρη­ση.

Μ

 έ βά­ση αὐ­τή τή θε­με­λι­ώ­δη ἀρ­χή μπο­ροῦ­με, ἴ­σως, νά κα­τα­νο­ή­σου­με τίς θέ­σεις τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἠ­θι­κῆς γιά τό ζή­τη­μα τοῦ πλού­του καί τῆς ὀρ­θῆς χρή­σης του. Ἐ­νῶ, λοι­πόν, ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­γα­ποῦν τόν πλοῦ­το καί δι­α­κα­ῶς τόν ἐ­πι­θυ­μοῦν, ὁ Χρι­στός δέν συμ­με­ρί­ζε­ται αὐ­τή τήν ἀν­τί­λη­ψη. Ἀν­τί­θε­τα, Θε­άν­θρω­πος ὤν, ἐ­πι­λέ­γει ἑ­κού­σια τήν ὁ­δό τῆς πτω­χεί­ας καί αὐ­τή μᾶς προ­τεί­νει ὡς κα­νό­να ἀ­πό­λυ­της τε­λει­ό­τη­τας. Μι­λᾶ γιά τόν πλού­σιο μέ τήν ἀ­γά­πη καί τή συμ­πά­θεια πού ἁρ­μό­ζουν σέ ἕ­να πρό­σω­πο τρα­γι­κό καί δυ­στυ­χι­σμέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο, ἐ­νῶ νο­μί­ζει πώς κα­τέ­χει τά πάν­τα, δέν κα­τέ­χει, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τί­πο­τα. Θε­ω­ρεῖ τήν ἀ­γά­πη πρός τόν πλοῦ­το ὡς ἀ­πό­λυ­τα ἀ­συμ­βί­βα­στη μέ τήν ἀ­γά­πη πρός τό Θε­ό καί τό πρός τό συ­νάν­θρω­πο καί, τέ­λος, μᾶς προ­ει­δο­ποι­εῖ πώς ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τή μπο­ρεῖ νά γί­νει ἡ αἰ­τί­α τοῦ αἰ­ώ­νιου χω­ρι­σμοῦ μας ἀ­πό τό μό­νο ἀ­λη­θι­νό Πλοῦ­το, τό Θε­ό.

Γ

 ια­τί, ὅ­μως, ὁ Χρι­στός ἐμ­φα­νί­ζε­ται στά εὐ­αγ­γέ­λια τό­σο ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός ἀ­πέ­ναν­τι στό φαι­νό­με­νο τῆς συσ­σώ­ρευ­σης τοῦ πλού­του; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ ἐ­ρω­τή­μα­τος βρί­σκε­ται, ὅ­πως πάν­τα, μέ­σα στά εὐ­ρύ­τε­ρα ἑρ­μη­νευ­τι­κά πλαί­σια τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας Πα­ρά­δο­σης. Οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί, κυ­ρί­ως, ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος εἶ­ναι αὐ­τοί πού θά συγ­κε­φα­λαι­ώ­σουν τήν προ­γε­νέ­στε­ρη Πα­ρά­δο­ση, θά τήν ἀ­να­πτύ­ξουν, ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­νοι στίς ἀ­νάγ­κες τῆς ἐ­πο­χῆς τους, δη­μι­ουρ­γι­κά καί θά δι­α­τυ­πώ­σουν ὁ­ρι­στι­κά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γιά τό σύ­νο­λο τῶν προ­βλη­μά­των πού ἀ­φο­ροῦν στή συγ­κρό­τη­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου.

Σ

 τό ἐ­πί­κεν­τρο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους βρί­σκε­ται, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ θε­σμοῦ τῆς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας. Σύμ­φω­να μέ αὐ­τήν ὁ μό­νος πραγ­μα­τι­κός κύ­ριος καί ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κό­σμου καί ὅ­λων τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν εἶ­ναι ὁ Θε­ός πού δη­μι­ούρ­γη­σε τά πάν­τα ἀ­πό τό μη­δέν, ἐ­νῶ ὁ θε­σμός τῆς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά μί­α ἀ­πό τίς συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που καί τῆς εἰ­σό­δου τοῦ κα­κοῦ στή ζω­ή μας. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, λοι­πόν, ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι ἰ­δι­ο­κτή­της, ἀλ­λά «οἰ­κο­νό­μος», δη­λα­δή δι­α­χει­ρι­στής, τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν πού τοῦ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἡ πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ καί ὡς οἰ­κο­νό­μος εἶ­ναι ὑ­πό­λο­γος ἀ­πέ­ναν­τι στό Θε­ό γιά τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­σκεῖ τήν οἰ­κο­νο­μί­α του, γιά τόν τρό­πο, δη­λα­δή, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο δι­α­χει­ρί­ζε­ται τά λί­γα ἤ τά πολ­λά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά πού τοῦ ἐμ­πι­στεύ­θη­κε ὁ Θε­ός. Κα­λός οἰ­κο­νό­μος τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι αὐ­τός πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά τόν ἑ­αυ­τό του μό­νο ὅ­σα εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α γιά τήν ἐ­ξα­σφά­λι­ση τῆς ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς ἐ­πι­βί­ω­σής του καί προ­σφέ­ρει ἐ­λεύ­θε­ρα τό ὅ­ποι­ο μι­κρό ἤ με­γά­λο πε­ρίσ­σευ­μά τους σέ ὅ­σους τό στε­ροῦν­ται καί τό ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος δέν δι­α­χει­ρί­ζε­ται τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά μέ αὐ­τό τόν τρό­πο, ἀλ­λά ἐ­πι­θυ­μεῖ νά τά κα­τέ­χει μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί νά αὐ­ξά­νει ἀ­στα­μά­τη­τα τό πε­ρίσ­σευ­μά τους, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται σέ κα­κό οἰ­κο­νό­μο καί σφε­τε­ρι­στή τῶν πραγ­μά­των τοῦ Θε­οῦ. Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός μέ τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του κα­θί­στα­ται ὑπό­λο­γος ὄ­χι μό­νο ἀ­πέ­ναν­τι στό Θε­ό, ἀλ­λά καί ἀ­πέ­ναν­τι στούς συ­ναν­θρώ­πους του. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κός κλέ­πτης πού ἁρ­πά­ζει μέ δό­λο καί ἰ­δι­ο­τέ­λεια αὐ­τά πού δι­και­ω­μα­τι­κά ἀ­νή­κουν σέ ὅ­σους τά ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κός φο­νιάς ὅ­σων χά­νουν κά­τω ἀ­πό αὐ­τές τίς συν­θῆ­κες τή ζω­ή τους. Καί ὡς κλέ­πτης καί φο­νιάς θά κρι­θεῖ καί θά κα­τα­δι­κα­στεῖ ἀ­πό τό Θε­ό. Ὁ νό­μος τοῦ κρά­τους δί­νει, ἴ­σως, στόν ἄν­θρω­πο τό δικαί­ω­μα νά συσ­σω­ρεύ­ει τόν πλοῦ­το καί νά ἰ­δι­ο­ποι­εῖ­ται τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τό τό δι­καί­ω­μα καί, σέ τε­λι­κή ἀ­νά­λυ­ση, αὐ­τή ἡ θεί­α δι­και­ο­σύ­νη θά ἀ­ξι­ο­λο­γή­σει αἰ­ώ­νια τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σης τά ἔρ­γα ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων.

ξί­ζει, ἐ­πί­σης, νά ση­μει­ω­θεῖ πώς ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας φτά­νει μέ­χρι ἐ­δῶ. Ἀ­ναγ­γέλ­λει στόν ἄν­θρω­πο τήν ἀ­λή­θεια της καί ἀ­φή­νει τά ὑ­πό­λοι­πα στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει τή δυ­να­τό­τη­τα νά τήν ἀ­πο­δε­χθεῖ ἤ νά τήν ἀ­πορ­ρί­ψει καί σέ κα­νέ­ναν δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται τό δι­καί­ω­μα τῆς ἐ­πι­βο­λῆς τοῦ δι­καί­ου. Τό­σο αὐ­τός πού ζη­λεύ­ει τόν πλού­σιο καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἁρ­πά­ξει τά πλού­τη του γιά νά κα­τα­λά­βει τή θέ­ση του, ὅ­σο καί αὐ­τός πού μι­σεῖ τόν πλού­σιο καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἁρ­πά­ξει τά πλού­τη του στό ὄ­νο­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης, κι­νοῦν­ται ἔ­ξω ἀ­πό τά πλαί­σια τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας. Ὑ­πο­στη­ρί­ζουν, μά­λι­στα, ὁ­ρι­σμέ­νοι πώς στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό (δη­λα­δή, στήν ἄρ­νη­ση τῆς ἱ­ε­ρο­ποίη­σης τῆς βί­ας) βρί­σκε­ται ἡ ἀ­χίλ­λει­ος πτέρ­να τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἤ, ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρα, πώς ἐ­δῶ κρύ­βε­ται ἡ πρό­θε­σή της νά ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τόν πλοῦ­το καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σει, ἔ­τσι, τή δι­αι­ώ­νι­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­δι­κί­ας. Ὁ φό­βος τῆς κα­τά­χρη­σης τοῦ χρό­νου μᾶς ἀ­ναγ­κά­ζει νά μήν ἐ­πε­κτα­θοῦ­με στό σχο­λια­σμό αὐ­τοῦ τοῦ σπου­δαί­ου ζη­τή­μα­τος. Ἐλ­πί­ζου­με, ὅ­μως, ὅ­τι κά­πο­τε θά μᾶς δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α νά ποῦ­με λί­γα λό­για καί γιά αὐ­τό.

Μ

έ βά­ση, λοι­πόν, τήν ἐν λό­γῳ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν μπο­ροῦ­με νά ἑρ­μη­νεύ­σου­με ὀρ­θά τή στά­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μας ἀ­πέ­ναν­τι στόν πλοῦ­το. Ὁ πλοῦ­τος δέν εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του οὔ­τε κα­λός, οὔ­τε κα­κός. Γί­νε­ται, ὅ­μως, κα­λός ἤ κα­κός ἀ­νά­λο­γα μέ τόν τρό­πο πού τόν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἄν­θρω­πος. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­λός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς ἀ­γα­θό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τήν ἀ­γά­πη καί τή δι­και­ο­σύ­νη. Ἄν, πά­λι, ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­κός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς κοι­νω­νι­κό κα­κό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τό ἐ­γω­κεν­τρι­κό συμ­φέ­ρον καί τήν ἀ­δι­κί­α. Συ­νε­πῶς, ὁ Χρι­στός δέν κα­τα­δι­κά­ζει τόν πλοῦ­το, ἀλ­λά τήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο. Γιά τό Χρι­στό ἡ πραγ­μα­τι­κή πη­γή ὅ­λων τῶν μορ­φῶν τῆς ἀ­δι­κί­ας δέν βρί­σκε­ται στόν πλοῦ­το, ἀλ­λά στά πά­θη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας πού μέ τυ­ραν­νι­κή ἐ­ξου­σί­α ὠ­θοῦν τόν ἄν­θρω­πο στήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του. Καί ἐ­πει­δή, ἀ­κρι­βῶς, εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο τό νά ὑ­πο­κύ­ψει ὁ ἄν­θρω­πος στά πά­θη του καί νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τόν πλοῦ­το μέ κα­κό τρό­πο, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο τό νά νι­κή­σει τά πά­θη του καί νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τόν πλοῦ­το μέ κα­λό τρό­πο, ὁ Κύ­ριος λέ­ει: «…Ἀ­μήν λέ­γω ὑ­μίν· ὅ­τι δυ­σκό­λως πλού­σιος εἰ­σε­λεύ­σε­ται εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Πά­λιν δέ λέ­γω ὑ­μίν· εὐ­κο­πό­τε­ρον ἐ­στί κά­μη­λον διά τρυ­πή­μα­τος ρα­φί­δος δι­ελ­θεῖν ἤ πλού­σιον εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ εἰ­σελ­θεῖν…» (Μτθ. 19, 23-24). Ὅ­ταν, μά­λι­στα, οἱ μα­θη­τές Του κα­τα­λή­γουν στό λογικό συμ­πέ­ρα­σμα, πώς, ἄν ἔ­τσι ἔ­χουν τά πράγ­μα­τα, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά σω­θεῖ ὁ πλού­σιος, ὁ Κύ­ριος τούς ἐ­ξη­γεῖ, πώς ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ πλού­σιου εἶ­ναι, μέν, πο­λύ δύ­σκο­λη, ἀλ­λά ὄ­χι ἀ­δύ­να­τη, για­τί «…πα­ρά ἀν­θρώ­ποις τοῦ­το ἀ­δύ­να­τόν ἐ­στι, πα­ρά δέ Θε­ῶ πάν­τα δυ­να­τά ἐ­στι…» (Μτθ. 19, 26), ὑ­πο­νο­ών­τας πώς μέ τή βο­ή­θεια τῆς θεί­ας χά­ρι­τος εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ὑ­πάρ­ξουν –ἔ­στω καί  σπά­νια– ἄν­θρω­ποι πού θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν πλοῦ­το μέ σω­στό τρό­πο. Τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι ὑ­πῆρ­ξαν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, ἀ­φοῦ ὅ­λοι τους εἶ­χαν τε­ρά­στια πε­ρι­ου­σί­α πού τή μοί­ρα­σαν ἐ­λεύ­θε­ρα στούς πτω­χούς, ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σαν νά ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν στό Θε­ό.

Ε

 ἴ­δα­με, προ­η­γου­μέ­νως, πώς γιά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α ἡ πραγ­μα­τι­κή αἰ­τί­α τῆς ἀ­γά­πης τοῦ πλού­του βρί­σκε­ται στά πά­θη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας καί ἐ­νάν­τια σέ αὐ­τά πρέ­πει, κα­τά βά­ση, νά στρέ­φε­ται ὁ ἀ­γώ­νας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἄν δέν ξε­ρι­ζω­θεῖ ἀ­πό τήν καρ­διά τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ πό­θος τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἡ κοι­νω­νί­α μας ἀ­πό τά δει­νά πού συ­νε­πά­γε­ται ἡ κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του. Ἀξίζει, μά­λι­στα, να ἀναφέρουμε πῶς γιά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α τά πάθη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας δέν ἐ­ξου­σιά­ζουν τυ­ραν­νι­κά μό­νο τόν πλού­σιο, ἀλ­λά καί αὐ­τόν πού, ἐνῶ δέν κα­τέ­χει τόν πλοῦ­το, ἀπλά τόν ἐ­πι­θυ­μεῖ, εἴ­τε γιά νά τόν ἰ­δι­ο­ποι­η­θεῖ, εἴ­τε γιά νά τόν δι­α­χει­ρι­στεῖ, τά­χα, στό ὄ­νο­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης. Γι’ αὐ­τό καί, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ, του­λά­χι­στον, τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή καί καρ­δια­κή τους ζω­ή δέν ὑ­πάρ­χει με­τα­ξύ αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων κά­ποι­α εἰ­δο­ποι­ός ποι­ο­τι­κή δι­α­φο­ρά.

­ξί­ζει, τέ­λος, νά ση­μει­ώ­σου­με πώς ἡ ἄρ­νη­ση τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ πλού­του πού ἐκ­φρά­ζε­ται ὡς ἀ­γώ­νας ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τήν ἀ­φε­τη­ρί­α στόν ἀ­γώ­να τῆς ἐ­ξο­μοί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τό ὑ­πό­δειγ­μα τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι, κα­τ’ οὐ­σί­αν, ἔνα πρῶ­το βῆ­μα στήν πνευ­μα­τι­κή μας πο­ρεί­ας πρός τό Θε­ό πού στήν ἀ­σκη­τι­κή γραμ­μα­τεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, γε­νι­κά, ὡς «ἀ­κτη­μο­σύ­νη». Ἡ πλή­ρης, ὅ­μως, ἔν­νοι­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­κτη­μο­σύ­νης ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τήν ἄρ­νη­ση τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ πλού­του καί τῆς ἰ­δι­ο­ποί­η­σης τῶν ὑ­λι­κῶν κτή­σε­ων καί, σέ δεύ­τε­ρη φά­ση, ἐ­πε­κτεί­νε­ται στήν ἄρ­νη­ση τῆς ἰ­δι­ο­ποί­η­σης τῶν δι­α­νο­η­τι­κῶν καί τῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν κτή­σε­ων, γιά νά κα­τα­λή­ξει, στήν τρί­τη καί τε­λι­κή της φά­ση, στήν ἄρ­νη­ση τῆς ἰ­δι­ο­ποί­η­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Ὁ ἀ­λη­θι­νός, δη­λα­δή, χρι­στια­νός δέν ἀ­πο­τάσ­σε­ται μό­νο τίς ὑ­λι­κές κτή­σεις καί τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πλού­του, ἀλ­λά, σέ δεύ­τε­ρη φά­ση, καί τό πά­θος τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας πού ἐκ­δη­λώ­νε­ται, εἴ­τε ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α δι­ά­κρι­σης καί ὑ­πε­ρο­χῆς, εἴ­τε ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α ἐ­ξου­σι­α­στι­κῆς κα­τα­δυ­νά­στευ­σης, εἴ­τε, τό καί συ­νη­θέ­στε­ρο, ὡς ἁ­πλή ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δό­ξας. Ὁ ἀ­λη­θι­νός χρι­στια­νός δέν ἀ­πο­τάσ­σε­ται μό­νο τίς ὑ­λι­κές κτή­σεις καί τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πλού­του, ἀλ­λά, σέ τρί­τη φά­ση, καί ὅ­λες τίς ἐμ­πα­θεῖς ἐκ­δη­λώ­σεις τοῦ ὑ­λι­κοῦ ὑ­πο­στρώ­μα­τος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης πού μέ τόν ἕ­να ἤ μέ τόν ἄλ­λο τρό­πο ἐμ­πο­δί­ζουν τήν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Χρι­στοῦ καί τήν ἄ­σκη­ση τῆς τέ­λειας καί ἀ­πό­λυ­της ἀ­γά­πης, την ὁποία ὁ χρι­στια­νός ὀ­φεί­λει πρός τό Θε­ό καί πρός τό συ­νάν­θρω­πο.

Σ

 τήν ἔμ­πρα­κτη ἐ­φαρ­μο­γή τῆς ἀ­κτη­μο­σύ­νης βρί­σκε­ται, κα­τά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α, ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῶν δει­νῶν πού προ­ξε­νεῖ στή ζω­ή μας ἡ κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του. Αὐ­τή τήν ὁ­δό χά­ρα­ξε καί ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Χρι­στός καί αὐ­τή Μᾶς ὑ­πέ­δει­ξε ὡς ὁ­δό σω­τη­ρί­ας. Αὐ­τή τήν ὁ­δό ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ἅ­γιοι της Ἐκ­κλη­σί­ας Του καί αὐ­τή μᾶς προ­τεί­νουν μέ τή ζω­ή καί τό ἔρ­γο τους οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, οἱ θε­ο­δε­κτές πρε­σβεί­ες τῶν ὁ­ποί­ων εἴ­θε νά σκέ­πουν γιά πάν­τα τό γέ­νος μας καί νά εὐ­λο­γοῦν τά παι­δί­α μας. Ἀ­μήν.

 

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ

Θε­ο­λό­γος – Ἐκ­παι­δευ­τι­κός

Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 02/01/2013

 

Υ.Γ.  1) Η ανάπτυξη της χριστιανικής έννοιας της «ακτημοσύνης» εδράζεται στη διδασκαλία του μακαριστού γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (βλπ. «ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ», Έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1996, Μέρος Α΄, Κείμενο Ι. «Περί των βάσεων της oρθοδόξου ασκήσεως», Κεφ. Δ΄ «Αι μοναχικαί υποσχέσεις», παρ. 3 «Η ακτημοσύνη», σελ. 69-72).

2) Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στο Καράτουλα Ηλείας την Τετάρτη 30  Ιανουαρίου 2013 κατά τησχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών.

 

*  ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤHN ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙA ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΟΜΙΛΙΩΝ, ΠΟΥ ΣΚΟΠΟ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΝ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ", ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ