Print

ierarxes 4

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ

ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Ἤγουν, περὶ βίας καὶ πλάνης δαιμονικῆς.

 

«…Τ πο­νη­ρ πνε­μα, πο ­πο­τε­λε τ βα­σι­κ κ­φρα­ση το κα­κο, διτ­τς δι­α­στρέ­φει κα ν­τι­στρα­τεύ­ε­ται τν ν­το­λ το Χρι­στο, μ σκο­π ν πα­ρα­πλα­νή­σει τν ν­θρω­πο. Πρ­τα λοι­πν τν πεί­θει ­τι ­πι­κρά­τη­ση το ­γα­θο προ­ϋ­πο­θέ­τει τ δι­ά­κρι­ση τν ν­θρώ­πων σ «φί­λους» κα «­χθρούς». ­στε­ρα, ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τ ρ­γο τς πλά­νης, τν ­ναγ­κά­ζει ν ­πο­δε­χθε ς ­θι­κ ρ­θ κα ­ναγ­καί­α τ χρή­ση πο­νη­ρν κα δό­λι­ων μέ­σων γι τν ­περ­νί­κη­ση τν  «­χθρν» κα τν τε­λι­κ ­πι­κρά­τη­ση το ­γα­θο.…».

 

«…Ἂν τὸ κα­κὸ δὲν «νι­κη­θεῖ» πρῶ­τα σὲ αὐ­τὸν τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­να, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἡ ἀ­δι­κί­α ἀ­πὸ τὴ ζω­ή μας, ἀ­φοῦ, ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἀ­φαι­ρε­θεῖ βί­αι­α ὁ πλοῦ­τος ἀ­πὸ τὸν ἕ­να πλού­σιο, ὁ ἑ­πό­με­νος ποὺ θὰ τὸν ἰ­δι­ο­ποι­η­θεῖ ἢ θὰ κλη­θεῖ νὰ τὸν δι­α­χει­ρι­στεῖ στὸ ὄ­νο­μα τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ὅ­ποι­ος καὶ ἂν εἶ­ναι αὐ­τός, ἐ­φό­σον θὰ δι­α­κα­τέ­χε­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια πά­θη, θὰ κά­νει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ καὶ τὰ ἴ­δια λά­θη (ἴ­σως καὶ με­γα­λύ­τε­ρα), μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη ἀ­να­κύ­κλω­ση τῆς ἴ­διας ἀ­πο­τυ­χί­ας καὶ τὴ δι­αι­ώ­νι­ση, ἀν­τὶ γιὰ τὴν ἑ­ξά­λει­ψη, τῆς ἀ­δι­κί­ας…»


 «Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί,

συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν.

Ατοί γάρ τῇ Τριάδι, πέρ μν εί πρεσβεύουσιν»

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΥΤΗ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΚΛΕΚΤΟ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΜΟΥ κ.  ΚΟΡΔΑ ΘΕΟΔΩΡΟ

ΣΕ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΡΠΟΦΟΡΟΥ

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΣΗΜΕΙΟΝ ΕΞΟΔΙΟΝ.

Ε

ἶ­ναι πραγ­μα­τικὰ ἀ­να­τρε­πτι­κὸς καὶ αἰφ­νί­διος ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ἡ ἱ­στο­ρί­α καὶ ὁ ἀν­θρώ­πι­νος βί­ος. Ἡ τρε­πτό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξής μας πολὺ συχνὰ με­ταλ­λάσ­σει τὰ πάν­τα μὲ γρήγορους ρυθ­μούς, δι­α­ψεύ­δον­τας τὶς προ­βλέ­ψεις καὶ τὶς προσ­δο­κί­ες μας. Ὅ­σο ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη εἶ­ναι ἡ πο­ρεί­α τοῦ νε­ροῦ μέσα στὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο, τό­σο ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καί ἡ πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς μας.

Θ

ύ­μα αὐτῆς τῆς τρε­πτό­τη­τας τοῦ βί­ου εἴ­μα­στε, τρόπον τινά, καὶ ἐ­μεῖς. Τὴν πε­ρα­σμέ­νη χρο­νιὰ πα­ρου­σι­ά­σα­με τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν γιὰ τὸν πλοῦ­το, ἀ­να­πτύσ­σον­τας πα­ράλ­λη­λα καὶ τὴ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­κτη­μο­σύ­νης. Ἀ­να­φέ­ρα­με τό­τε πώς: «…ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας...ἀ­ναγ­γέλ­λει στν ἄν­θρω­πο τν ἀ­λή­θεια της, ἀ­φή­νον­τας τ ὑ­πό­λοι­πα στν ἐ­λευ­θε­ρί­α του...» κα «…σ κα­νέ­ναν δν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τ δι­καί­ω­μα τς ἐ­πι­βο­λῆς το δι­καί­ου…». Σχο­λι­ά­ζον­τας αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ στά­ση της, εἴ­πα­με ὅ­τι ὁ­ρι­σμέ­νοι ὑ­πο­στη­ρί­ζουν πώς «…στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τό βρί­σκε­ται ἡ ἀ­χίλ­λει­ος πτέρ­να τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἤ, ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρα, πὼς ἐ­δῶ κρύ­βε­ται ἡ πρό­θε­σή της νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τὸν πλοῦ­το καί νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ἔ­τσι τὴ δι­αι­ώ­νι­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­δι­κί­ας...». Προ­α­ναγ­γεί­λα­με μάλιστα ὅ­τι κάποια στιγμὴ θὰ ἀ­παν­τή­σου­με σὲ αὐ­τὴ τὴν κα­τη­γο­ρί­α, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ἔτσι ἔμ­με­σα στοὺς ἀκροατές μας τὸ θέ­μα τῆς σημερι­νῆς ὁ­μι­λί­ας.

Κ

αὶ ἐ­νῶ αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀρχικὴ πρό­θε­ση καὶ ὁ σχε­δια­σμός μας, ἡ τραγικὴ πο­ρεί­α τῶν πραγ­μά­των ἀ­νέ­τρε­ψε ἐν πολ­λοῖς τὶς ἀ­πο­φά­σεις μας. Οἱ πρό­σφα­τες δο­λο­φο­νί­ες τρι­ῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων σὲ δύ­ο ἐρ­γα­τι­κὲς συ­νοι­κί­ες τῆς Ἀ­θή­νας, τὸ Κε­ρα­τσί­νι καὶ τὸ Νέ­ο Ἡ­ρά­κλει­ο, ποὺ μὲ τὴν ἀ­γρι­ό­τη­τά τους συγ­κλό­νι­σαν τὸ πα­νελ­λή­νιο, κα­θὼς καί ἡ ἐ­πα­πει­λού­με­νη ἐ­πα­νά­λη­ψη ἀ­νά­λο­γων πε­ρι­στα­τι­κῶν, μᾶς ἀ­νάγ­κα­σαν νὰ μὴν πε­ρι­ο­ρί­σου­με τὸ κεν­τρι­κὸ θέ­μα τοῦ λό­γου μας, ποὺ εἶ­ναι ἡ κα­τα­δί­κη τῆς ἱ­ε­ρο­ποί­η­σης τῆς βί­ας, στὴ στε­νὴ οἰ­κο­νο­μι­κή του δι­ά­στα­ση, ἀλ­λὰ νὰ τὸ το­πο­θε­τή­σου­με σὲ ἕ­να εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νω­νι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ πλαί­σιο. Θὰ ἐ­πι­χει­ρή­σου­με λοι­πόν, τὸ κα­τὰ δύ­να­μιν, τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ ἐν λό­γῳ ζη­τή­μα­τος, γνω­ρί­ζον­τας πώς ἡ Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­χει πολ­λὰ νὰ προ­σφέ­ρει σὲ ὅ­σους ἀ­γα­ποῦν τὴν Ἀ­λή­θεια καί, κα­τὰ τὸ λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου, ἔ­χουν «...ὦ­τα ἀ­κού­ειν…» (Μτθ. 11,15). Σὲ αὐ­τοὺς ἄλ­λω­στε τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πευ­θύ­νεται, κυρίως, ὁ λό­γος μας.

Κ

α­τὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ ἀνθρωπολογία, τὸ κα­κὸ σὲ ὅ­λες ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τὶς μορ­φές του δὲν εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ καὶ συ­νε­πῶς δὲν ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὴ ὕ­παρ­ξη. Τὸ κα­κὸ ὑ­πάρ­χει μό­νο ὡς ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὸ κα­κὸ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι βι­ώ­νου­με ὀν­το­λο­γι­κά ὡς ἀ­που­σί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ, δη­λα­δή ὡς τὴ μερικὴ ἢ ὁλικὴ ἄρ­ση τῆς ζω­ο­ποι­οῦ Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­πως τὸ σκο­τά­δι μέ­σα στὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο δὲν ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὴ ὕ­παρ­ξη, ἀλ­λὰ ὁ­ρί­ζε­ται ὀν­το­λο­γι­κά ὡς ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἄρ­σης τοῦ φω­τός, ἔ­τσι καὶ στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ τὸ κα­κὸ δὲν ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὴ ὕ­παρ­ξη, εἶ­ναι «…μὴ ὄν…», καὶ ὁ­ρί­ζε­ται ὡς ἡ ζῶ­σα ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἄρ­σης τοῦ ἀ­γα­θοῦ. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν τὸ κα­κὸ δὲν ἔ­χει ἀ­λη­θι­νὴ ὕ­παρ­ξη, «ζεῖ» πάν­τα πα­ρα­σι­τι­κὰ δί­πλα στὸ ἀ­γα­θὸ καὶ γιὰ νὰ πε­τύ­χει τὸν ὅ­ποι­ο σκο­πό του εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νο νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ μί­α μορ­φὴ λο­γι­κῆς καὶ ἠ­θι­κῆς δι­καί­ω­σης. Ἔ­τσι τὸ κα­κὸ προσ­λαμ­βά­νει μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους τὸ ἔν­δυ­μα τοῦ ἀ­γα­θοῦ, μὲ ἀ­πώ­τε­ρο σκο­πὸ νὰ πα­ρα­πλα­νή­σει τὸν ἄν­θρω­πο, πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς του τὴν ὅ­ποι­α ὑ­πο­τι­θέ­με­νη θε­τι­κὴ πλευ­ρά του ὡς τὴν ὕ­ψι­στη καὶ ὑ­πέρ­τα­τη ἀ­ξί­α, ἡ πραγ­μά­τω­ση τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι τά­χα τό­σο σπου­δαί­α καὶ ση­μαν­τι­κή, ὥ­στε γιὰ τὴν ὑ­λο­ποί­η­ση καὶ ἐ­πι­τυ­χί­α της εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὰ ὅ­λα τὰ μέ­σα. Τὸ κα­κὸ συ­νε­πῶς ἐ­νερ­γεῖ πάν­τα μὲ βα­σι­κὸ ὅ­πλο του τὴν ἀ­πά­τη, μὲ τὴν ἐ­πι­κά­λυ­ψη δη­λα­δὴ τοῦ ἀ­γα­θοῦ, ἐ­νῶ, κα­τὰ τὴν ἀν­τί­στρο­φη ἔν­νοι­α, τὸ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὸ δὲν χρει­ά­ζε­ται τὴ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ κα­κοῦ γιὰ τὴ δι­καί­ω­ση καὶ τὴν πραγ­μά­τω­σή του.

­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες ἡ δι­ά­κρι­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θοῦ ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ κα­θί­στα­ται συ­χνὰ δυ­σχε­ρής. Πό­τε ἆρα­γε μί­α ἠ­θι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὸ καὶ πό­τε ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸ ἀ­πα­τη­λὰ ἐν­δε­δυ­μέ­νο τὴ μορ­φὴ τοῦ ἀ­γα­θοῦ κα­κό; Στὸ κρί­σι­μο αὐ­τὸ ση­μεῖ­ο ἡ Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς ὑ­πο­δει­κνύ­ει τὸ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­θὸ καὶ ἀ­λάν­θα­στο κρι­τή­ριο δι­ά­κρι­σης, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῶν μέ­σων τὰ ὁ­ποῖ­α προ­τεί­νον­ται ὡς ἡ ὁ­δὸς πρὸς τὴν πραγ­μά­τω­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ. Κα­τὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α, ὅ­ταν προ­τεί­νον­ται δό­λια καὶ πο­νη­ρὰ μέ­σα γιὰ τὴν πραγ­μά­τω­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ, αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­ναν­τίρ­ρη­τη καὶ ἀ­σφα­λῆ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ὕ­που­λης πα­ρου­σί­ας τοῦ κα­κοῦ. Ὅ­που προ­βάλ­λον­ται καὶ ἱ­ε­ρο­ποι­οῦν­ται δό­λια καὶ πο­νη­ρὰ μέ­σα, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὸ ψέ­μα, ἡ ἀ­δι­κί­α, ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση καὶ κυ­ρί­ως ἡ βί­α, ἐκεῖ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­σε πραγ­μα­τι­κὰ τὴν ἐ­νέρ­γεια τῆς Χά­ρι­τος αἰσθάνεται ἐναργῶς τὴ ζο­φε­ρὴ ἐ­νέρ­γεια τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἀν­τι­δί­κου τῆς σω­τη­ρί­ας μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος «…ὡς λέ­ων ὠ­ρυ­ό­με­νος πε­ρι­πα­τεῖ ζη­τῶν τί­να κα­τα­πίῃ …» (Α΄ Πέτρ. 5,8). Στὸ ἐ­πί­πε­δο μάλιστα τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ὕ­παρ­ξης, ἀκόμη καὶ ὅ­ταν προ­σω­ρι­νὰ φαί­νε­ται πὼς τὸ ἀ­γα­θὸ ἐ­πι­κρα­τεῖ μὲ τὴ χρή­ση δό­λι­ων καὶ πο­νη­ρῶν μέ­σων, ἡ ἀν­τί­λη­ψη ὅ­τι τὸ κα­κὸ ὁ­δή­γη­σε στὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ ἢ ὅ­τι τὸ ἀ­γα­θὸ ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς χρή­σης τοῦ κα­κοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α ἕ­να πο­λὺ σο­βα­ρὸ ἠ­θι­κὸ σφάλ­μα μὲ τεράστιες πο­λι­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς δι­α­στά­σεις. Τὸ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὸ δὲν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται πο­τὲ μὲ δό­λια καὶ πο­νη­ρὰ μέ­σα, τὰ δὲ δό­λια καὶ πο­νη­ρὰ μέ­σα δὲν ἁ­γι­ά­ζον­ται πο­τὲ ἀπὸ τὴ δῆθεν ἱερότητα τῶν ὅ­ποι­ων σκο­πῶν τους.

­πί­σης, ὁ Χρι­στὸς στὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ τῆς ἀ­γά­πης ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει ὅ­λο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος: «…Ἐ­γὼ δὲ λέ­γω ὑ­μῖν· ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν, εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς κα­τα­ρω­μέ­νους ὑ­μᾶς, κα­λῶς ποι­εῖ­τε τοῖς μι­σοῦ­σιν ὑ­μᾶς, καὶ προ­σεύ­χε­σθε ὑ­πὲρ τῶν ἐ­πη­ρε­α­ζόν­των ὑ­μᾶς καὶ δι­ω­κόν­των ὑ­μᾶς…» (Μτθ. 5,44). Ἡ ἐν­το­λὴ τοῦ Κυ­ρί­ου μᾶς ὑ­πο­δει­κνύ­ει μὲ σα­φή­νεια τὸ μέ­τρο ἔν­τα­σης τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἀ­γά­πης, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι αὐτὴ ἐ­πε­κτεί­νε­ται ὁ­πωσ­δή­πο­τε καὶ πρὸς ὅ­σους μᾶς βλά­πτουν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀ­σφα­λὲς κρι­τή­ριο τῆς γνη­σι­ό­τη­τάς της, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη ποὺ δὲν ἐ­πε­κτεί­νε­ται καὶ πρὸς ὅ­σους μᾶς βλά­πτουν δὲν μπο­ρεῖ ποτὲ νὰ εἶ­ναι τέ­λεια καὶ ἀ­λη­θι­νή. Πιὸ ἁ­πλά, ὁ Κύ­ριος δὲν μᾶς ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς δι­ά­κρι­σης καὶ τῆς ἀ­πόρ­ρι­ψης τοῦ πλησίον μας.

Κ

α­τὰ τὴ νη­πτι­κὴ μάλιστα γραμ­μα­τεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ κάθε ἄν­θρω­πος τὸ συ­νάν­θρω­πό του εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γος μὲ τὴν προ­σω­πι­κή του πνευ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση καὶ συνεπῶς ἀπὸ αὐτὸν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἐ­κτι­μή­σει μὲ ἀ­κρί­βεια τὸ βαθ­μὸ τῆς Χά­ρι­τος ποὺ ἐ­νοι­κεῖ μέσα του. Ἔ­τσι, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­λα­βε με­γά­λη πεί­ρα τῆς Χά­ρι­τος γνω­ρί­ζει πό­σο πο­λύ­τι­μη καὶ ἀ­γα­πη­τὴ εἶ­ναι γιὰ τὸ Θε­ὸ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα «…τῶν ἀ­δελ­φῶν του τῶν ἐ­λα­χί­στων…» (πρβλ. Μτθ. 25,40) καὶ ὡς ἐκ τού­του πο­τὲ δὲν σκέ­πτε­ται καὶ δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ τὸ κα­κό τους, πο­λὺ δὲ μᾶλ­λον δὲν ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ προ­ξε­νή­σει βλά­βη σὲ αὐ­τοὺς ἢ νὰ τοὺς θλί­ψει μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε τρό­πο. Ὁ ἄν­θρω­πος πάλι ποὺ ἁ­πλῶς πι­στεύ­ει στὸ Θε­ὸ καὶ ἔ­χει μέ­τρια πεί­ρα τῆς Χά­ρι­τος, ἀ­γω­νί­ζε­ται μὲν ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­γά­πη του πρὸς τὸν πλη­σί­ον εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἀ­τε­λής, καί ὡς ἐκ τού­του μπο­ρεῖ ἐνίοτε νὰ προ­σβάλ­λει ἢ καὶ νὰ βλά­πτει τὸν ἀ­δελ­φό του. Ὁ ἄν­θρω­πος τέ­λος ποὺ δὲν σπλα­χνί­ζε­ται τὸν πλη­σί­ον του ἢ χαί­ρε­ται μὲ τὴ δυ­στυ­χί­α του ἢ εἶ­ναι πρό­θυ­μος νὰ τὸν βλά­ψει γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει τὸ στε­νὰ ἀ­το­μι­κό του συμ­φέ­ρον δὲν γνώ­ρι­σε πο­τὲ τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ὸ καὶ δὲν βρῆ­κε τὴν Ὁ­δὸ ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ Αὐ­τόν, ἀλλὰ δι­α­κα­τέ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­κά­θαρ­το πνεῦ­μα καὶ βασανίζεται ὁ ἴδιος ἄσπλαχνα ἀπὸ αὐτό.

 ἐν­το­λὴ τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι κα­νό­νας ἀ­πό­λυ­της καὶ ἀ­νυ­πέρ­βλη­της τε­λει­ό­τη­τας καί ἡ μό­νη ὁ­δὸς ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ. Τὸ πο­νη­ρὸ ὅ­μως πνεῦ­μα, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ βα­σι­κὴ ἔκ­φρα­ση τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ κα­κοῦ στὴ ζω­ή μας, διτ­τῶς δι­α­στρέ­φει καὶ ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Χρι­στοῦ, μὲ σκο­πὸ νὰ πα­ρα­πλα­νή­σει τὸν ἄν­θρω­πο. Πρῶ­τα λοι­πὸν τὸν πεί­θει ὅ­τι ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ προ­ϋ­πο­θέ­τει ἀ­να­πό­φευ­κτα τὴ δι­ά­κρι­ση τῶν ἀν­θρώ­πων σὲ «φί­λους» καὶ «ἐ­χθρούς». Ὕ­στε­ρα, ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὸ ἔρ­γο τῆς πλά­νης, τὸν ἀ­ναγ­κά­ζει νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ ὡς ἠ­θι­κὰ ὀρ­θὴ καὶ πρα­κτι­κὰ ἀ­ναγ­καί­α τὴ χρή­ση δό­λι­ων καὶ πο­νη­ρῶν μέ­σων γιὰ τὴν ὑ­περ­νί­κη­ση τῶν ὅ­ποι­ων «ἐ­χθρῶν» καὶ τὴν τε­λι­κὴ ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ. Ὅ­που ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος, πα­ρα­βαί­νον­τας τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Χρι­στοῦ, δι­α­κρί­νει «ἐ­χθρούς», ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ καί ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψή τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἀ­πο­κο­πή του ἀ­πὸ τὴν ἐ­νέρ­γεια τῆς Χά­ρι­τος καὶ τὴν ἔκ­πτω­σή του ἀ­πὸ τὸ πλή­ρω­μα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς καὶ αἰ­ώ­νιας Ζω­ῆς.

Μ

έ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὀρ­θὰ τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, ποὺ προ­τεί­νει τὸν ἀ­πό­λυ­το σε­βα­σμὸ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ πλού­σιου ὡς βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἐ­πί­λυ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­δι­κί­ας. Ἂν ὁ ἄν­θρω­πος δὲν νι­κή­σει μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς Χά­ρι­τος τὰ πά­θη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καὶ τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὸν πο­νη­ρὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ θε­σμοῦ τῆς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ τὸν πραγ­μα­τι­κό του ρό­λο, ποὺ εἶ­ναι αὐ­τὸς τοῦ «οἰ­κο­νό­μου» (δι­α­χει­ρι­στῆ) τῶν πραγ­μά­των τοῦ Θε­οῦ, μὲ μο­να­δι­κὸ κί­νη­τρο τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον καὶ ὕ­ψι­στο κρι­τή­ριο τὶς ἀ­νάγ­κες τῶν συ­ναν­θρώ­πων του. Ἂν τὸ κα­κὸ δὲν «νι­κη­θεῖ» πρῶ­τα σὲ αὐ­τὸν τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­να, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἡ ἀ­δι­κί­α ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ καὶ τὶς κοι­νω­νί­ες μας, ἀ­φοῦ, ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἀ­φαι­ρε­θεῖ βί­αι­α ὁ πλοῦ­τος ἀ­πὸ τὸν ἕ­να πλού­σιο, ὁ ἑ­πό­με­νος ποὺ θὰ τὸν ἰ­δι­ο­ποι­η­θεῖ ἢ θὰ κλη­θεῖ νὰ τὸν δι­α­χει­ρι­στεῖ στὸ ὄ­νο­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης, ὅ­ποι­ος καὶ ἂν εἶ­ναι αὐ­τός, ἐ­φό­σον θὰ δι­α­κα­τέ­χε­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια πά­θη μὲ τὸν προ­η­γού­με­νο, θὰ κά­νει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ καὶ τὰ ἴ­δια λά­θη μὲ αὐ­τόν (ἴ­σως καὶ με­γα­λύ­τε­ρα), μὲ τρα­γι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη ἀ­να­κύ­κλω­ση τῆς ἴ­διας ἀ­πο­τυ­χί­ας καὶ τὴ δι­αι­ώ­νι­ση, ἀν­τὶ γιὰ τὴν ἑ­ξά­λει­ψη, τῆς ἀ­δι­κί­ας. Ἡ βί­α, ἄλ­λω­στε, ὅ­σες φο­ρὲς χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε –καὶ αὐ­τὲς δὲν ἦ­ταν δυ­στυ­χῶς λί­γες– πο­τὲ μέ­χρι σή­με­ρα δὲν ἔ­λυ­σε ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ πρό­βλη­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας. Δὲν χρει­ά­ζον­ται περισσότερα λό­για. Ἡ πι­κρὴ πεί­ρα τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει πε­ρί­τρα­να τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν καὶ τὴν Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κ

αὶ φτά­νου­με στὸ καί­ριο ση­μεῖ­ο τοῦ λό­γου μας: «…Κα­λά…», ἀν­τι­λέ­γουν οἱ ἐ­πι­κρι­τὲς τῶν Πα­τέ­ρων, «…ν ὅ­μως δν χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με μ κά­ποι­ο τρό­πο τ βί­α κα πε­ρι­μέ­νου­με πλού­σιος μό­νος του ν ἀρ­νη­θεῖ τν πλοῦ­το, αὐ­τὴ στιγ­μὴ δν θ ἔρ­θει πο­τὲ, κα συ­νε­πῶς ἀ­δι­κί­α δν θ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πο­τὲ ἀ­πὸ τ ζω­ή μας…». Ἐ­μεῖς λοιπὸν θαυ­μά­ζου­με πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα τὴν πο­νη­ρί­α τοῦ δαί­μο­νος καὶ στὴ συνέχεια τοὺς ἀ­παν­τᾶ­με:

– Δν γνω­ρί­ζου­με, ἀ­γα­πη­μέ­νοι μας ἀ­δελ­φοί, ν κα πό­τε θ ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ πού πλού­σιος θ βρε τ σο­φί­α κα τ δύ­να­μη ν ἀρ­νη­θεῖ τν πλοῦ­το του, ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζου­με πο­λὺ κα­λὰ πς δν εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἡ ἀ­δι­κί­α ἀ­πὸ τ ζω­ή μας, χω­ρὶς ν ἔρ­θει αὐ­τὴ στιγ­μή. Τὸ πρό­βλη­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας εἶ­ναι κά­τι σὰν τὶς ἐ­ρω­τή­σεις «κλει­στοῦ τύ­που», ἔ­χει δη­λα­δὴ μό­νο μί­α σω­στὴ ἀ­πάν­τη­ση. Καί ἡ ἀ­πάν­τη­ση αὐ­τὴ βρί­σκε­ται στὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ τὴν ὁ­δὸ ποὺ προ­τεί­νει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἂν ἀν­τὶ γιὰ αὐ­τὴ τὴν ὁ­δὸ ἀ­κο­λου­θή­σουμε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη, ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς ἱ­ε­ρο­ποί­η­σης τῆς βί­ας, τότε ὄ­χι μό­νο δὲν θὰ ἐ­πι­λύ­σου­με πο­τὲ πραγ­μα­τι­κὰ καὶ ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ πρό­βλη­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας, ἀλ­λὰ ἀντίθετα θὰ προ­σθέ­σου­με ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρες ὀ­δύ­νες στὸ πο­λύ­πα­θο σῶ­μα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

Γ

νω­ρί­ζου­με καὶ κά­τι ἀ­κό­μα. Πώς ἡ ἄ­σκη­ση καί ἡ ἱ­ε­ρο­ποί­η­ση τῆς βί­ας, ὅ­πως δὲν ὁ­δη­γεῖ στὴν πραγ­μα­τι­κὴ λύ­ση τοῦ ζη­τή­μα­τος τῆς ἀ­δι­κί­ας, ἔ­τσι δὲν ὁ­δη­γεῖ καὶ στὴν πραγ­μα­τι­κὴ λύ­ση κα­νε­νὸς ἄλ­λου κοι­νω­νι­κοῦ ἢ πο­λι­τι­κοῦ ζη­τή­μα­τος. Ὡς ἐκ τού­του κά­θε θρη­σκεί­α, πο­λι­τι­κὴ θε­ω­ρί­α, φι­λο­σο­φί­α ἰ­δε­ο­λο­γί­α ποὺ τὴν ἀ­πο­δέ­χε­ται καὶ τὴν προ­τεί­νει ὡς ὁ­δὸ γιὰ τν πραγ­μά­τω­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ κι­νεῖ­ται μέσα στὴ σφαί­ρα ἐ­πιρ­ρο­ῆς τοῦ κα­κοῦ καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἠ­θι­κὴ ἔκ­φρα­ση τῆς πα­ρου­σί­ας του στὴ ζω­ή μας. Γιὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α δὲν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α τὸ ποῦ θὰ χα­ρα­χθεῖ ἡ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ποὺ ὁ­ρί­ζει τοὺς «ἐ­χθρούς». Ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ μὴν χα­ρα­χθεῖ αὐ­τὴ ἡ γραμ­μή, ἀ­φοῦ ὁ «ἐ­χθρός», ἄ­σχε­τα μὲ τὸ ἐ­ὰν χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς φυ­λε­τι­κός, τα­ξι­κός, ἐ­θνι­κὸς ἢ ἄ­πι­στος ἢ αἱ­ρε­τι­κὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, εἶ­ναι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο ποὺ ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λο τὸν κό­σμο (πρβλ. Μτθ. 16,26) καὶ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο «…Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν…» (Α΄ Κορ. 8,11), ὡς δὲ ἐκ τού­του ἀξίζει τὴν ἀ­γά­πη καὶ ὄ­χι τὸ μί­σος καὶ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψή μας.

­να τελευταῖο δίλ­η­μμα συ­νέ­χει τὴν καρ­διά μας. Ποι­ός, ἆρα­γε, δι­και­οῦ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἀ­γά­πη μας, τὰ θύ­μα­τα τῆς πλά­νης τοῦ κα­κοῦ ἢ οἱ θύ­τες του; Δυστυχῶς, δὲν ὑ­πάρ­χει εὔ­κο­λη ἀ­πάν­τη­ση σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Πα­ρα­κα­λοῦ­με τὸ Θε­ὸ μὲ τὶς πρε­σβεῖ­ες τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν νὰ ἐ­λε­ή­σει καὶ νὰ ἀ­να­παύ­σει τὶς ψυ­χὲς τῶν τρι­ῶν ἀ­δι­κο­χα­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν μας καὶ νὰ χα­ρί­σει στοὺς ὑ­παί­τιους τοῦ βίαιου χα­μοῦ τους τὴν ἐ­πί­γνω­ση τῆς Ἀλήθειας καὶ τὴ Χάρη τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Ἀ­μήν.

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ.

Θε­ο­λό­γος – Ἐκ­παι­δευ­τι­κός

Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 06/01/2014.

 

Υ.Γ. 1) Ἡ πα­ροῦ­σα ὁ­μι­λί­α ἑ­δρά­ζε­ται στὴ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ γέ­ρον­τος Σω­φρο­νί­ου Σα­χά­ρωφ. (βλ. «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ», Ἔκ­δο­σις Ἱ. Σ. Μ. Τι­μί­ου Προ­δρό­μου, Ἔσ­σεξ Ἀγ­γλί­ας, 1995, Μέ­ρ. Α΄, Κεφ. Δ΄, παρ. «Πε­ρὶ τῆς στά­σε­ως πρὸς τὸν πλη­σί­ον» σελ. 124-127, παρ. «Πε­ρὶ τῆς πρὸς τοὺς ἐ­χθροὺς ἀ­γά­πης» σελ. 153-156 & παρ. «Ἡ δι­ά­κρι­σις τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ» σελ. 156-158.

2) Ἡ ὁ­μι­λί­α αὐτὴ ἐκ­φω­νή­θη­κε στὸ Κα­ρά­του­λα Ἠ­λεί­ας τὴν Πέμ­πτη 30/01/2014 κα­τὰ τὴν ἑ­ορ­τὴ τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν.