ierarxes 2

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ

ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Ήγουν, περί αγνείας και ενστίκτου γενετησίου.

 

«…Σεβόμενοι την αντίθετη άποψη και τους υποστηρικτές της, θέτουμε ένα ερώτημα, το οποίο δικαιούται μια τίμια απάντηση. Αν είναι σωστό να μετατρέπεται η ευχαρίστηση του γενετησίου ενστίκτου σε αυτοσκοπό, αν η πολυγαμία και η ομοφυλοφιλία είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου, τότε γιατί η ίδια η φύση τιμωρεί αυτή τη συμπεριφορά; Γιατί, δηλαδή, όσοι αποδέχονται τις αρχές της χριστιανικής ανθρωπολογίας, τηρώντας την προγαμιαία σωφροσύνη και σεβόμενοι τη συζυγική πίστη, δεν κινδυνεύουν από καμία σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ασθένεια, ενώ, αντίθετα, όσοι αποδέχονται την πολυγαμία και την ομοφυλοφιλία ζουν δια βίου κάτω από το κράτος του φόβου και του θανάτου; Και ενώ η ερώτησή μας είναι απλή, θα αργήσουμε, μάλλον, να ακούσουμε την απάντησή της…»

«…Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην παρουσία των παθών, αλλά στην ιεροποίηση τους. Εκεί κρύβεται η πλάνη και ο δόλος των επικριτών μας. Η χριστιανική διδασκαλία, ως «…στύλος και εδραίωμα της Αληθείας…» (Α΄Τιμ. 3,15), δεν θωπεύει τα αμαρτωλά πάθη, δεν τα ευλογεί, δεν τα ιεροποιεί, δεν τα ανάγει σε «δικαίωμα» αναγκαίο, τάχα, για την επίτευξη της ευτυχίας, αλλά απαιτεί από τον άνθρωπο να αγωνιστεί εναντίον τους με όλες του τις δυνάμεις και, παρέχοντας με τα σωστικά της μυστήρια στους αγωνιζόμενους τη θεοποιό ενέργεια της Χάριτος του Θεού, συνεργεί σε αυτόν τον αγώνα, στο τέλος του οποίου ο κάθε άνθρωπος πετυχαίνει το στόχο του σε διαφορετικό βαθμό και, κατά το λόγο του Κυρίου, καρποφορεί: «…ο μεν εκατόν, ο δε εξήκοντα, ο δε τριάκοντα…» (Μτ. 13,8)…»

 

 «Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί,

συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν.

Ατοί γάρ τῇ Τριάδι, πέρ μν εί πρεσβεύουσιν»

 

Ο

ι σήμερα τιμώμενοι Τρεις Ιεράρχες, καίτοι έδρασαν ως επί το πλείστον μέσα στον κόσμο, ήταν μοναχοί και έζησαν ασκητικό βίο. Θέλοντας, λοιπόν, να προβάλλουμε, το κατά δύναμιν, και αυτή την πτυχή της προσωπικότητάς τους, προετοιμάσαμε τρόπον τινά το έδαφος με την προηγούμενη ομιλία μας, στην οποία αναλύσαμε θεολογικά τις έννοιες του «δικαιώματος» και του «αδιάβλητου πάθους». Ενώ, όμως, ο αρχικός μας σχεδιασμός περιοριζόταν στην ανάπτυξη της βαθύτερης σημασίας του μοναχικού βίου, η πρόσφατη ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών από τη Βουλή των Ελλήνων προσέδωσε στο θέμα μας απρόσμενη επικαιρότητα που μας αναγκάζει, επεκτείνοντας το περιεχόμενό του, να μιλήσουμε, γενικότερα, για το γενετήσιο ένστικτο και την ορθή χρήση του σύμφωνα πάντα με τη χριστιανική διδασκαλία.

Κ

ατά πρώτο λόγο η Εκκλησία έχει δική της ανθρωπολογία, που στηρίζεται στην υπερδισχιλιετή Παράδοσή της. Η ανθρωπολογία αυτή εκτιμά ότι ο μερικός, νοούμενος ως προγαμιαία σωφροσύνη και συζυγική πιστότητα, ή και ο απόλυτος, νοούμενος ως ισόβια παρθενία, αποκλεισμός του γενετησίου ενστίκτου από τη ζωή του ανθρώπου, όταν αποτελεί ελεύθερη επιλογή ικανή να ελκύσει την ενέργεια της Θείας Χάριτος, όχι μόνο δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα, αλλά, αντίθετα, επιδρά ευεργετικά επί του ανθρώπου, αυξάνοντας τη μακροβιότητα και τη διανοητική του ανάπτυξη. Η εκτίμηση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αντίστοιχες αντιλήψεις της σύγχρονης ψυχολογίας και ψυχιατρικής. Παρά ταύτα, η αληθινή χριστιανική συνείδηση, καίτοι σέβεται κάθε μορφή επιστήμης και υποστηρίζει το έργο της στο βαθμό που υπηρετεί το πραγματικό συμφέρον του ανθρώπου, δεν κλονίζεται από τα πορίσματα των νεότερων επιστημών, γιατί γνωρίζει ότι η σύγχρονη επιστημονική πείρα δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στην αιωνόβια πείρα της Εκκλησίας, εγείροντας την αξίωση να την εμπλουτίσει, πολύ δε μάλλον να τη διορθώσει. Γι᾽αυτό, άλλωστε, το ενδιαφέρον των χριστιανών, και κυρίως των μοναχών, για τα πορίσματα αυτά είναι εξαιρετικά περιορισμένο.

Κ

αι για να μη μακρηγορούμε, ασχολούμενοι με τα επουσιώδη, θα προσπαθήσουμε με παραστατικό τρόπο να κατανοήσουμε την πλάνη του ζητήματος. Λέγεται ότι οι Ρωμαίοι στα συμπόσιά τους, αφού γέμιζαν με τροφή την κοιλιά τους, συνήθιζαν να προκαλούν τεχνηέντως εμετό, ώστε, αφού την αδειάσουν, να τη γεμίσουν εκ νέου, παρατείνοντας έτσι την ικανοποίηση που παρέχει στον άνθρωπο η πρόσληψη της τροφής. Το λάθος της συγκεκριμένης πρακτικής, που εύλογα εγείρει την αποστροφή κάθε λογικού ανθρώπου, βρίσκεται στην αποκοπή της ευχαρίστησης που προσφέρει η πρόσληψη της τροφής από το ευρύτερο πλαίσιο της φυσικής λειτουργίας της και στη μετατροπή της σε αυτοσκοπό. Ενώ, δηλαδή, το ένστικτο της πείνας και η ικανοποίηση που παρέχει η πρόσληψη της τροφής υπάρχουν για να υπηρετούν τη βιολογική συντήρηση του ανθρώπου, όταν λανθασμένα μετατρέπονται σε αυτοσκοπό, οδηγούν μοιραία τον άνθρωπο στην αποδοχή μιας ηθικά παράλογης επιλογής που ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος πρέπει να ζει, κυριολεκτικά, για να τρώει, και όχι να τρώει για να ζει.

Ε

νώ, όμως, η διαστροφή αυτής της συνήθειας είναι πασιφανής και η πρακτική της καθολικά απορριπτέα, η ίδια παράλογη ηθική επιλογή, όταν εφαρμόζεται στο ζήτημα της χρήσης του γενετησίου ενστίκτου, αποτιμάται, κατά παράδοξο τρόπο, ως απόλυτα ορθή και αποδεκτή. Ενώ, δηλαδή, το γενετήσιο ένστικτο και η ευχαρίστηση που παρέχει είναι από τη φύση τους αχώριστα ενωμένα με τη βιολογική διαδικασία της διαιώνισης του γένους μας, η αποκοπή τους από το ευρύτερο πλαίσιο της φυσικής τους λειτουργίας και η μετατροπή τους σε αυτοσκοπό αντιμετωπίζονται από τη σύγχρονη επιστήμη ως «δικαίωμα» αναγκαίο για την ευτυχία του ανθρώπου και ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Υιοθετώντας, όμως, την ηθικά λανθασμένη αυτή επιλογή, ο άνθρωπος οδηγείται μοιραία στην αποδοχή της αντίληψης ότι πρέπει να ζει για να απολαμβάνει το γενετήσιο ένστικτο, και όχι να απολαμβάνει το γενετήσιο ένστικτο για να εξασφαλίσει τη διαιώνιση του γένους του. Και είναι μάλιστα, ειδικά στις πονηρές ημέρες μας τόσο φοβερή η δύναμη της πλάνης, ώστε υπόκεινται στην εξουσία της όχι μόνον οι πολέμιοι του ευαγγελίου και οι εκτός της Εκκλησίας ευρισκόμενοι αδελφοί μας, αλλά ακόμη και μερίδα του χριστιανικού κόσμου. Έσχατη δε έκφρασή της είναι η απόπειρα ορισμένων θεολογικών κύκλων να ανάγουν τη λανθασμένη χρήση του γενετησίου ενστίκτου στη σφαίρα του «θείου έρωτος» ή και σε «οδό θεογνωσίας».

Σ

εβόμενοι απόλυτα την αντίθετη άποψη και τους υποστηρικτές της, θέτουμε ένα ερώτημα, το οποίο δικαιούται, κατά τη γνώμη μας, μια τίμια απάντηση. Αν είναι σωστό να μετατρέπεται η ευχαρίστηση του γενετησίου ενστίκτου σε αυτοσκοπό, αν η πολυγαμία και η ομοφυλοφιλία είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου, τότε γιατί η ίδια η φύση τιμωρεί αυτή τη συμπεριφορά; Γιατί, δηλαδή, όσοι αποδέχονται τις αρχές της χριστιανικής ανθρωπολογίας, τηρώντας την προγαμιαία σωφροσύνη και σεβόμενοι τη συζυγική πίστη, δεν κινδυνεύουν από καμία σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ασθένεια, ενώ, αντίθετα, όσοι αποδέχονται την πολυγαμία και την ομοφυλοφιλία ζουν δια βίου κάτω από το κράτος του φόβου και τη σκιά του θανάτου; Και ενώ η ερώτησή μας είναι κατά βάσιν απλή, θα αργήσουμε μάλλον να ακούσουμε την απάντησή της.

Ό

σον αφορά το θέμα μας, υπάρχει μία αξιόλογη κατηγορία που εκτοξεύεται εναντίον της χριστιανικής διδασκαλίας. Η κατηγορία αυτή είναι αληθοφανής και προκαλεί, δυστυχώς, σύγχυση στις συνειδήσεις των ασθενών αδελφών μας. Γι᾽αυτό, κατά τη γνώμη μας, δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη. Κατηγορείται, λοιπόν, η Εκκλησία, πρώτον μεν, ως υπεύθυνη για τα τυχόν σκάνδαλα που κατά καιρούς εμφανίζονται στις τάξεις των μοναχών, δεύτερον δε, για υποκρισία, επειδή παραβλέπει – ή και σκοπίμως αποκρύπτει – το γεγονός ότι σε όλες τις βαθμίδες του χριστιανικού κόσμου υπάρχουν χριστιανοί που έμπρακτα αποδέχονται ηθικές επιλογές ασύμβατες με τη χριστιανική ανθρωπολογία και, κυρίως, την ομοφυλοφιλία.

Σ

το πρώτο σκέλος της δόλιας αυτής κατηγορίας απαντάμε: η Εκκλησία αναγνωρίζει τους κινδύνους που συνεπάγεται η επιλογή της ισόβιας παρθενίας και ρητά προειδοποιεί για αυτούς τους προσερχόμενους στη μοναχική πολιτεία. Ο Χριστός λέει: «…ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον, αλλ᾽ οις δέδοται…» (Μτ. 19,11), υπονοώντας ότι το συγκεκριμένο έργο υπερβαίνει τα συνήθη μέτρα της ανθρώπινης φύσης και όσοι το επιθυμούν πραγματικά μπορούν να το επιτύχουν μόνο με την αρωγή της Θείας Χάριτος, ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης σημειώνει: «…Ας δοκιμάσει πρώτα καλά τον εαυτό του ο άνθρωπος και ύστερα ας πλησιάσει το τραπέζι για να γευθεί τον άζυμο άρτο με τα πικρά χόρτα και για να πιεί το γεμάτο με δάκρυα ποτήρι της μοναχικής ζωής, φοβούμενος μήπως η επιπόλαιη επιθυμία του να καταταγεί στο στράτευμα των μοναχών γίνει η αιτία της αιώνιας καταδίκης του…» (Λόγ. Α΄ Κεφ. 18). Από το σημείο αυτό ο άνθρωπος, ως λογικός και ελεύθερος, αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών του ενώπιον Θεού και ανθρώπων, τα δε τυχόν λάθη και οι αστοχίες του είναι άδικο να αποδίδονται στην Εκκλησία, η οποία ενισχύει μεν δια της Χάριτος τους αγωνιζόμενους στο στίβο της μοναχικής πολιτείας, αλλά ποτέ και σε κανέναν δεν επιβάλλει ένα τέτοιο εγχείρημα.

Σ

το δεύτερο σκέλος της κατηγορίας απαντάμε: Ναι, υπάρχουν μεταξύ των χριστιανών ομοφυλόφιλοι, όπως υπάρχουν πόρνοι, μοιχοί, φιλάργυροι, φιλόδοξοι, μνησίκακοι και υποκριτές. Ξεχνούν, όμως, οι κατήγοροί μας ότι η Εκκλησία για τους αμαρτωλούς έγινε. Τι φυσικότερο, λοιπόν, από το να υπάρχουν σε αυτήν εμπαθείς άνθρωποι; Όπως σε ένα νοσοκομείο είναι φυσικό να υπάρχουν, κατά κύριο λόγο, ασθενείς, έτσι και στην Εκκλησία είναι φυσικό να προσέρχονται, κατά κύριο λόγο, άνθρωποι εμπαθείς και αμαρτωλοί. Ο Κύριος παρατηρεί: «…ου χρείαν έχουσιν οι υγιαίνοντες ιατρού, αλλ᾽ οι κακώς έχοντες· ουκ ελήλυθα καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν…» (Λκ. 5,31-32). Το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στην παρουσία των παθών, αλλά στην ιεροποίηση τους. Εκεί, ακριβώς, κρύβεται η πλάνη και ο δόλος των επικριτών μας. Η χριστιανική διδασκαλία, ως «…στύλος και εδραίωμα της Αληθείας…» (Α΄ Τιμ. 3,15), δεν θωπεύει τα αμαρτωλά πάθη, δεν τα ευλογεί, δεν τα ιεροποιεί, αρνείται να τα ανάγει σε «δικαίωμα» αναγκαίο, τάχα, για την επίτευξη της ευτυχίας, αλλά απαιτεί από τον άνθρωπο να αγωνιστεί εναντίον τους με όλες του τις δυνάμεις και, παρέχοντας με τα σωστικά της μυστήρια στους αγωνιζόμενους αμαρτωλούς τη θεοποιό ενέργεια της άκτιστης Χάριτος του Θεού, συνεργεί σε αυτόν τον αγώνα, στο τέλος του οποίου κάθε άνθρωπος πετυχαίνει το στόχο του σε διαφορετικό βαθμό και, κατά το λόγο του Κυρίου, καρποφορεί: «…ο μεν εκατόν, ο δε εξήκοντα, ο δε τριάκοντα…» (Μτ. 13,8).

Α

ξίζει, μάλιστα, να διευκρινίσουμε ότι η αγάπη με την οποία περιβάλλει η Εκκλησία το πρόσωπο του αμαρτωλού δεν εξαρτάται από την αξία ή την απαξία του. Ο αληθινός χριστιανός οφείλει να αγαπά όλους ανεξαιρέτως τους αμαρτωλούς αδελφούς του, ακόμη και όταν αυτοί αρνούνται να μετανοήσουν ή αντιστρατεύονται το έργο της εν Χριστῷ σωτηρίας. Γι᾽αυτό ο ομοφυλόφιλος, ως πρόσωπο, είναι αγαπητός και αποδεκτός στο χώρο της Εκκλησίας, όπως και κάθε άλλος αμαρτωλός. Πιο απλά, η καταδίκη της χριστιανικής διδασκαλίας στρέφεται αποκλειστικά εναντίων των παθών που καταδυναστεύουν τον αμαρτωλό άνθρωπο και ποτέ εναντίον του προσώπου του.

Α

ναφερόμενοι ειδικότερα στη μοναχική υπόσχεση της ισόβιας παρθενίας, παρατηρούμε ότι από θεολογική άποψη η σπουδαιότερη δικαίωση της βρίσκεται, αναμφισβήτητα, στο υπόδειγμα της ζωής του Κυρίου, ο Οποίος, ζώντας, κατά τη μαρτυρία των ευαγγελίων, εν παρθενίᾳ «...υπόδειγμα δέδωκεν ημίν...» (πρβ. Ιωάνν. 13,15). Η Εκκλησία, καλώντας τον άνθρωπο στην ένωση με το Χριστό, προβάλλει ως ασφαλές και ψηλαφητό κριτήριο αξιολόγησης την ομοίωση της επίγειας ζωής του με αυτήν του σωτήρος Χριστού, δια της οποίας ο άνθρωπος καθίσταται ικανός να γίνει όμοιος με Αυτόν και κατά την υπερκόσμια και αιώνια ύπαρξή Του. Η μοναχική υπόσχεση της ισόβιας παρθενίας δικαιώνεται αγιογραφικά, δευτερογενώς, από το παράδειγμα της ζωής του κριτή Σαμουήλ, του προφήτη Ηλία, του Τιμίου Προδρόμου, των αγίων Αποστόλων και, κυρίως, της Θεοτόκου, οι οποίοι, μιμούμενοι τη ζωή του Κυρίου, έζησαν εν παρθενίᾳ.

Σ

ημειώνουμε, τέλος, ότι κατά τη χριστιανική διδασκαλία η παρθενία, όπως όλες οι ασκητικές πράξεις, αποσκοπεί στην προσέλκυση και απόκτηση της Θείας Χάριτος. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέσο που συνεργεί στην εκπλήρωση του μοναδικού σκοπού της χριστιανικής ζωής. Ο Μέγας Αντώνιος αναφέρει: «…υπάρχουν άνθρωποι που έλιωσαν τα σώματά τους με την άσκηση, επειδή, όμως, τους έλειπε η διάκριση, βρέθηκαν πολύ μακριά από το Θεό…». Κατά παρόμοιο τρόπο, ο μακαριστός γέροντας του αγίου Παϊσίου του αγιορείτη, ο ρώσος ιερομόναχος Τύχων, έλεγε: «…η κόλαση είναι γεμάτη με υπερήφανους παρθένους, ενώ στο μεγάλο αμαρτωλό που μετανοεί με ταπείνωση, ο Χριστός λέει: - Έλα να σου δώσω το γλυκό παράδεισο…».

Η

αληθινή παρθενία, νοούμενη ως δωρεά της Χάριτος του Θεού και υπερφυσική κατάσταση, ξεκινά από την τήρηση της αφθαρσίας του σώματος, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν, αφού ακόμη και αυτός που επιθυμεί στο βάθος της καρδιάς του την αμαρτία δεν είναι, ήδη, πλήρως παρθένος. Επιτρέψαμε στο βέβηλο χέρι μας να αγγίξει την κοπριά, μέσα στην οποία φυτρώνει και αναπτύσσεται το θαυμαστό φυτό της αγνείας, αλλά δεν θα του επιτρέψουμε να αγγίξει τα φύλλα και τον ανθό του. Για την υπερφυσική χάρη της αγνείας, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε «…εν σώματι άγγελον…», χαρίζοντάς του την πλήρη και θεοποιό απάθεια, μπορούν να μιλήσουν μόνον όσοι, στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, την κατέκτησαν και έφαγαν τον καρπό της, εν οις οι σήμερα τιμώμενοι Τρεις Ιεράρχες. Γιατί μόνον αυτοί γνωρίζουν πραγματικά την άρρητη ηδονή του Θείου Έρωτα, που «αρπάζει» με γαλήνη και εξουσιαστική δύναμη τον άνθρωπο στον κόσμο του Ανεσπέρου Φωτός, μεταδίδοντάς του την «αίσθηση» της αληθινής και αιώνιας Ζωής, η οποία, κατά τον γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, είναι «… άγνωστος και άγευστος, εις τους μη ειδότας τα τοιαύτα…».

Α

λλά, χωρίς να το θέλουμε, ανοίξαμε ήδη το σπουδαίο ζήτημα του αληθινού έρωτα και της οδού που οδηγεί στην απόκτησή του, για το οποίο ελπίζουμε ότι με τις θεόδεκτες πρεσβείες των Τριών Ιεραρχών θα μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε στην επόμενη ομιλία μας. Αμήν.

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ

Θε­ο­λό­γος – Εκ­παι­δευ­τι­κός

Πύρ­γος Η­λεί­ας, 02/01/2016

Υ.Γ. 1) Η πα­ρούσα ομι­λί­α ε­δρά­ζε­ται στη δι­δα­σκα­λί­α του μα­κα­ρι­στού γέ­ρον­τος Σω­φρο­νί­ου Σα­χά­ρωφ. (βλ. «Άσκησις και Θεωρία», έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1996, σελ. 55-69).

2) Η ο­μι­λί­α αυτή εκ­φω­νή­θη­κε στο Κα­ρά­του­λα Η­λεί­ας κα­τά την ε­ορ­τή των Τρι­ών Ι­ε­ραρ­χών. 

 

Σ