ierarxes 4

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ

ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Ἤγουν, περί δικαιώματος καί πάθους ἀδιαβλήτου.

«…Ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν πα­θῶν δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λή στό βαθμό πού εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α γιά τήν ἐ­πι­βί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Οἱ Πα­τέ­ρες χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τά πά­θη πού λει­τουρ­γοῦν μέ­σα σέ αὐ­τό τό πλαί­σιο ὡς «ἀ­δι­ά­βλη­τα», δη­λα­δή ἀ­να­μάρ­τη­τα… Ὅ­ταν, ὅ­μως, ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­περ­βαί­νει αὐ­τό τό μέ­τρο, εἰ­σά­γει στήν ἔν­νοι­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» τήν πο­νη­ρί­α, καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο καί με­τά τά πά­θη τοῦ κα­θί­σταν­ται ἁ­μαρ­τω­λά…Ἡ πο­νη­ρί­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» εἶ­ναι σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­χώ­ρι­στα ἑ­νω­μέ­νη μέ τή φύ­ση μας. Γιαὐ­τό καί ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ μέ τίς δι­κές του δυ­νά­μεις νά δι­α­κρί­νει τήν πα­ρου­σί­α της στή ζω­ή μας, πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν μπο­ρεῖ νά τήν ὑ­περ­βεῖ ἠ­θι­κά…»

 

«…Ἡ ἕ­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Χρι­στό συν­τε­λεῖ­ται «μυ­στι­κῶς» στό βά­θος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης, τό ὁ­ποῖ­ο στήν ἀρ­χή τοῦ λό­γου μας ὁ­ρί­σα­με ὡς «καρ­διά» τοῦ ἀν­θρώ­που. Τό­τε ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που λαμ­βά­νει ἀ­πό τό Θε­ό «φω­τι­σμόν γνώ­σε­ως», διά τοῦ ὁ­ποί­ου «πλα­τύ­νε­ται». Προσ­λαμ­βά­νει, δη­λα­δή, ἐ­ναρ­γέ­στε­ρη καί βα­θύ­τε­ρη «γνώ­ση» τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του καί τοῦ κό­σμου, δυ­νά­μει τῆς ὁ­ποί­ας κα­θί­στα­ται ἱ­κα­νός νά δι­α­κρί­νει τήν πα­ρου­σί­α τῆς πο­νη­ρί­ας στήν ἔν­νοι­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος», καί ταυ­τό­χρο­να ἀ­πο­κτᾶ τήν ὀν­το­λο­γι­κή «γνώ­ση» τῆς ἀ­λη­θι­νῆς Ζω­ῆς καί Μα­κα­ρι­ό­τη­τας, πού πη­γά­ζουν ἀ­πό τήν ἄ­ναρ­χη ὕ­παρ­ξη τοῦ Θεί­ου Ὄν­τος, δυ­νά­μει τῆς ὁ­ποί­ας μπο­ρεῖ νά ὑ­περ­βεῖ ἠ­θι­κά ὅ­λες τίς μορ­φές τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος»…»

«...Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί, συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν. Ατοὶ γὰρ τῇ Τριάδι, πὲρ μν ἀεὶ πρεσβεύουσιν...»

 

Σ

έ πα­λαι­ό­τε­ρη ὁ­μι­λί­α μας ἀ­να­φέ­ρα­με ὅ­τι ἡ χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή πα­ρα­μέ­νει πάν­τα κρυ­φή καί ἀ­θέ­α­τη, για­τί τε­λεῖ­ται στό ἔ­σχα­το βά­θος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Τόν πνευ­μα­τι­κό αὐ­τό χῶ­ρο ἡ σύγχρονη ψυχολογία τόν ὀ­νο­μά­ζει «ὑ­πο­συ­νεί­δη­το», ἐ­νῶ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή καί οἱ νη­πτι­κοί πα­τέ­ρες τόν ὁ­ρί­ζουν, συ­νή­θως, ὡς «καρ­διά» τοῦ ἀν­θρώ­που. Γιά τόν κρυ­φό, λοι­πόν, καί ἀ­θέ­α­το χῶ­ρο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, γιά ὅ­σα τε­λοῦν­ται στό βά­θος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης, γιά το «ὑ­πο­συ­νεί­δη­το» καί τήν «καρ­διά» τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ προ­κεί­με­νος λό­γος. Καί ἐ­πει­δή τό ἐγ­χεί­ρη­μά μας εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κά δύ­σκο­λο καί τολ­μη­ρό, πα­ρα­κα­λοῦ­με τό Πα­νά­γιο Πνεῦ­μα νά χα­ρί­σει σέ ἐ­μᾶς μέν λό­γο γνώσεως καί σο­φί­ας, ὥ­στε νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σου­με ἐπιτυχῶς ἕ­να ἔρ­γο πού ὑ­περ­βαί­νει κα­τά πο­λύ τό μέ­τρο τῶν πε­νι­χρῶν μας δυ­νά­με­ων, στούς δέ ἀ­κρο­α­τές μας  τήν φω­τι­στι­κή ἐ­νέρ­γεια τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος, ὥ­στε νά κατανοήσουν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου.

Π

ο­λύς λό­γος γί­νε­ται σή­με­ρα γιά τά «δι­και­ώ­μα­τα» τοῦ ἀν­θρώ­που. Καί γιά νά ἀ­πο­φύ­γου­με κά­θε πι­θα­νή πα­ρε­ξή­γη­ση, δι­ευ­κρι­νί­ζου­με ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­τι μέ τή λέ­ξη «δι­καί­ω­μα» δέν ἐν­νο­οῦ­με τά ἀ­γα­θά πού εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἀ­ναγ­καῖ­α γιά τήν ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ ἐ­πι­βί­ω­σή μας. Δέν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε, γιά πα­ρά­δειγ­μα, στό δι­καί­ω­μα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἔ­χει ἄ­με­ση καί ἀ­κώ­λυ­τη πρό­σβα­ση στήν τρο­φή καί στό νε­ρό, στήν ὑ­γεί­α καί στήν παι­δεί­α, στήν ἐρ­γα­σί­α καί στή δι­και­ο­σύ­νη, στήν εἰ­ρή­νη καί στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Μέ τή λέ­ξη «δι­καί­ω­μα» δη­λώ­νου­με ὅ­σα ἀ­παι­τεῖ στό ὄ­νο­μα τῆς εὐ­τυ­χί­ας ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος καθ᾽ ὑ­πέρ­βα­ση τοῦ ὁ­ρί­ου τῆς ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς ἐ­πι­βί­ω­σης γιά τήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν του πα­θῶν. Μέ τή λέ­ξη «δι­καί­ω­μα» δη­λώ­νου­με τήν ἐμ­πα­θῆ τά­ση τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που νά ἱ­ε­ρο­ποι­εῖ, ἤ καί νά θε­ο­ποι­εῖ, τήν ἀ­κό­ρε­στη ἐ­πι­θυ­μί­α του γιά τό χρῆ­μα, γιά τή δό­ξα καί γιά τήν πα­ρά φύ­ση ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν βι­ο­λο­γι­κῶν του ἐν­στί­κτων. Αὐ­τή ἡ πο­νη­ρή ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που, πού συ­χνά ἐν­δύ­ε­ται ἀ­πα­τη­λά τό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» στή ζω­ή, στόν ἔ­ρω­τα, στή χα­ρά καί, γε­νι­κό­τε­ρα, στήν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς τρυφῆς καί τῶν ἡδονῶν τοῦ βί­ου, βρί­σκε­ται στό ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ λό­γου μας.

Γ

ιά νά κα­τα­νο­ή­σου­με τή σχε­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πρέ­πει νά ἀ­να­τρέ­ξου­με, ὅ­πως πάν­τα, στό ὑ­πό­δειγ­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ, πού ἀ­πο­τε­λεῖ τό πρό­τυ­πο καί τόν κα­νό­να τῆς ἀνυπέρβλητης τε­λει­ό­τη­τας. Ὁ Χρι­στός, λοι­πόν, στά εὐ­αγ­γέ­λια ἀρ­νεῖ­ται μέ ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τήν πο­νη­ρή ἔν­νοι­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» καί ἀ­κο­λου­θεῖ ἑ­κού­σια τήν ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τη πο­ρεί­α. Πλού­σιος ὤν, ὡς Θε­ός, «…οὔχ ἁρ­παγ­μόν ἡγή­σα­το τό εἶ­ναι ἴ­σα Θε­ῷ, ἄλλ Ἑ­αυ­τόν ἐ­κέ­νω­σε μορ­φήν δού­λου λα­βών…» (Φιλ. 2,6) καί προσέλαβε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση γιά νά τήν ἀ­να­πλά­σει καί νά τή σώ­σει ἀ­πό τό θά­να­το. Πλού­σιος ὤν, ὡς Θε­ός, γεν­νι­έ­ται σέ μί­α σπη­λιά καί ζεῖ ἀ­φα­νῶς ὡς «…ὁ τοῦ τέ­κτο­νος υἱ­ός…» (Μτ. 13,55) μέ­χρι τήν ἔ­ναρ­ξη τῆς δη­μό­σιας δρά­σης Του. Πλού­σιος ὤν, ὡς Θε­ός, ἐ­πι­λέ­γει τήν ὁ­δό τῆς παρ­θε­νί­ας καί γί­νε­ται πτω­χό­τε­ρος ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τά ἄ­λο­γα ζῶ­α, πού ἔ­χουν φω­λι­ές, ἐ­νῶ ὁ Ἴ­διος «…οὐκ ἔ­χει ποῦ τήν κε­φα­λήν κλί­νῃ…» (Μτ. 8,20). Πλού­σιος ὤν, ὡς Θε­ός, ἀ­νε­βαί­νει στό φρι­κτό Γολ­γο­θά καί πε­θαί­νει στό Σταυ­ρό, ἐ­νῶ μπο­ρεῖ νά ἔ­χει ὡς ὑ­πε­ρα­σπι­στές Του «…πλεί­ους ἤ δώ­δε­κα λε­γε­ῶνας ἀγ­γέ­λων…» (Μτ. 26,53).

Α

ὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τήν ὁ­δό, τήν ὁ­δό τῆς ἑ­κού­σιας πα­ραί­τη­σης ἀ­πό κά­θε ἔν­νοι­α πο­νη­ροῦ «δι­και­ώ­μα­τος», πο­ρεύ­ον­ται ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦν τό Χρι­στό, ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι νά προ­σαρ­μό­σουν τή ζω­ή τους πρός τό ἀ­νυ­πέρ­βλη­το πρό­τυ­πο τῆς ζω­ῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐν οἷς καί οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες. Για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά χρι­στια­νός, ἄν δέν ἀ­γω­νί­ζε­ται νά φτά­σει «…εἰς ἄν­δρα τέ­λει­ον, εἰς μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ…» (Ἐφ. 4,13). Για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά χρι­στια­νός, «…ἄ­χρις οὗ μορ­φω­θῇ Χρι­στός ἐν αὐ­τῷ…» (Γαλ. 4,19).

­

τσι, οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, μι­μού­με­νοι τό Χρι­στό, ἐ­νῶ ἦ­ταν πλού­σιοι, μοί­ρα­σαν τήν πε­ρι­ου­σί­α τους στούς πτω­χούς καί ἐ­πέ­λε­ξαν νά γί­νουν οἱ ἴ­διοι πτω­χοί. Ἐ­νῶ μπο­ροῦ­σαν νά ἀ­πο­λαύ­σουν τίς ἡ­δο­νές καί τίς χα­ρές τῆς ζω­ῆς, τίς πε­ρι­φρό­νη­σαν καί προ­τί­μη­σαν τά πι­κρά χόρ­τα καί τόν ἄ­ζυ­μο ἄρ­το τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου. Ἐ­νῶ ὑ­πε­ρεῖ­χαν δι­α­νο­η­τι­κά ἔ­ναν­τι τῶν συγ­χρό­νων τους καί μπο­ροῦ­σαν νά δι­α­πρέ­ψουν στό χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­στή­μης καί τῆς τέ­χνης, ἀρ­νή­θη­καν τίς σχε­τι­κές κτή­σεις τους καί ἔ­θε­σαν τόν ἑ­αυ­τό τους στό πε­ρι­θώ­ριο τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου. Ἐ­νῶ μπο­ροῦ­σαν νά ἔ­χουν τή δό­ξα καί τόν ἔ­παι­νο τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­νή­θη­καν κά­θε τι­μή καί ἀ­πο­δέ­χθη­καν τήν ὀ­δύ­νη τοῦ κα­τα­τρεγ­μοῦ καί τῆς συ­κο­φαν­τί­ας. Ἐ­νῶ μπο­ροῦ­σαν νά ἰ­δι­ο­ποι­η­θοῦν τά φυ­σι­κά καί πνευ­μα­τι­κά τους χα­ρί­σμα­τα, τά ἔ­θε­σαν στήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ δι­α­κο­νί­α τῶν συ­ναν­θρώ­πων τους. Ἐν ὀ­λί­γοις, γιά νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τή λα­ϊ­κή ρή­ση, ἐ­νῶ εἶ­χαν τό μέ­λι στό δά­κτυ­λό τους, δέν θέ­λη­σαν πό­τε νά τό βά­λουν στό στό­μα τους.

Δ

έν χρει­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα λό­για γιά νά φα­νεῖ ὁ ρι­ζο­σπα­στι­κός καί ἀ­να­τρε­πτι­κός χα­ρα­κτή­ρας τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ ἤ­θους. Στή συ­νή­θη ἀν­τί­λη­ψη τῶν πολ­λῶν ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν ἀ­πο­τι­μᾶ­ται ὡς ἡ ὕ­ψι­στη μορ­φή ἀ­φρο­σύ­νης καί ἰ­δι­ω­τεί­ας. Ποι­ός, ἆ­ρα­γε, ἀ­πό ἐ­μᾶς ἔ­χει πραγ­μα­τι­κά τή σο­φί­α νά θαυ­μά­σει τό με­γα­λεῖ­ο τῶν ἐ­πι­λο­γῶν τους; Ποι­ός, ἆ­ρα­γε, ἀ­πό ἐ­μᾶς ἔ­χει πραγ­μα­τι­κά τή δύ­να­μη νά μι­μη­θεῖ τό ὑ­πό­δειγ­μα τῆς ζω­ῆς τους; Ποι­ός, ἆ­ρα­γε, ἀ­πό ἐ­μᾶς, πού ὀ­νο­μα­ζό­μα­στε χρι­στια­νοί, θέ­λει πραγ­μα­τι­κά νά τούς ἀ­κο­λου­θή­σει τή στιγ­μή πού μα­ζί μέ τό Χρι­στό ἀ­νε­βαί­νουν στό Γολ­γο­θά; Τά ἐ­ρω­τή­μα­τα αὐ­τά δέν πε­ρι­μέ­νουν ἀ­πάν­τη­ση. Ἀ­νή­κουν στήν κα­τη­γο­ρί­α τῶν λε­γό­με­νων «ρη­το­ρι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των». Δέν πε­ρι­μέ­νουν ἀ­πάν­τη­ση, για­τί ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι στό βά­θος τῆς «καρ­διᾶς» μας δι­α­κα­ῶς ἐ­πι­θυ­μοῦ­με ὅ­σα οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες ἀρ­νή­θη­καν καί πε­ρι­φρό­νη­σαν. Δέν πε­ρι­μέ­νουν ἀ­πάν­τη­ση, για­τί ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι στό βά­θος τῆς «καρ­διᾶς» μας ζη­λεύ­ου­με αὐ­τούς πού κα­τέ­χουν ὅ­σα οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες ἀρ­νή­θη­καν καί τούς ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ὡς ἠ­θι­κά πρό­τυ­πα. Δέν πε­ρι­μέ­νουν ἀ­πάν­τη­ση, για­τί ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι στό βά­θος τῆς «καρ­διᾶς» μας ἀ­πο­τι­μᾶ­με τή συμ­πε­ρι­φο­ρά τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν ὡς με­γά­λη βλα­κεί­α καί σέ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δέν θά θέ­λα­με –ἐ­μεῖς καί, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, τά παι­διά μας– νά ἀ­κο­λου­θή­σουμε τό πα­ρά­δειγ­μά τους. Καί ἄν δέν ὑ­πῆρ­χε ἡ δύ­να­μη τῆς συ­νή­θειας πού τρό­πον τι­νά ἐ­πι­βά­λλει τήν τι­μή τους, σέ μί­α ἐ­πο­χή πού οἱ ἴδιοι οἱ χρι­στια­νοί ἔμ­πρα­κτα τήν ἀρ­νοῦν­ται, τό­τε ἀ­κό­μη καί ἡ ἑ­ορ­τή τους θά ἦ­ταν, γιά νά εἴ­μα­στε τί­μιοι καί εἰ­λι­κρι­νεῖς, ἐ­νο­χλη­τι­κή. Μί­α νέ­α ἑ­ορ­τή ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη, γιά πα­ρά­δειγ­μα, στήν τυ­χάρ­πα­στη καί πα­ρακ­μια­κή φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ περιβόητου Ἀ­λέ­ξη Ζορ­μπᾶ θά ἦ­ταν σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­μο­φι­λής καί οἰ­κεί­α στό χρι­στι­α­νι­κό κό­σμο, θά ἄγ­γι­ζε, ἴ­σως, πε­ρισ­σό­τε­ρο τίς «καρ­διές» τῶν σύγχρονων χριστιανῶν.

λ­λά τό ζή­τη­μα αὐ­τό δέν εἶ­ναι κε­φα­λαι­ῶ­δες. Αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει δέν εἶ­ναι ὁ σχο­λια­σμός τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­πο­τί­μη­σης τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ ἤ­θους, ἀλ­λά ἡ ἀ­νά­δει­ξη τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ ἀ­γώ­να πού ἀ­παι­τεῖ ἡ συμ­μόρ­φω­ση πρός τό ὑ­πό­δειγ­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ Κυ­ρί­ου. Αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­δει­ξη τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς πού ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο σέ ἠ­θι­κές ἐ­πι­λο­γές ἀ­σύμ­βα­τες μέ τή λε­γό­με­νη κοι­νή λο­γι­κή, σέ ἠ­θι­κές ἐ­πι­λο­γές πού ὑ­περ­βαί­νουν κα­τά πο­λύ τό σύ­νη­θες μέ­τρο τοῦ κοι­νω­νι­κά ἀ­πο­δε­κτοῦ. Πῶς, λοι­πόν, εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀρ­νη­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος τό θε­σμό τῆς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας; Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀρ­νη­θεῖ τίς ἡ­δο­νές καί τίς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς ζω­ῆς, τή στιγ­μή μά­λι­στα πού σέ με­γά­λο βαθμό εἶ­ναι ἀ­χώ­ρι­στα ἑ­νω­μέ­νες μέ τήν ἴ­δια του τή φύ­ση; Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀρ­νη­θεῖ τό μέ­λι τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δό­ξας καί ἀ­να­γνώ­ρι­σης; Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀρ­νη­θεῖ τίς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές καί τίς καλ­λι­τε­χνι­κές του κτή­σεις;

Σ

τά ἐ­ρω­τή­μα­τα αὐ­τά ὁ Χρι­στός ἀ­παν­τᾶ: «…πα­ρά ἀν­θρώ­ποις τοῦ­το ἀ­δύ­να­τόν ἐ­στι, πα­ρά δέ Θε­ῷ πάν­τα δυ­να­τά ἐ­στι…» (Μτ. 19,26). Ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν πα­θῶν δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λή στό βαθμό πού εἶ­ναι ἀ­ναγ­καία γιά τήν ἐ­πι­βί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Οἱ Πα­τέ­ρες χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τά πά­θη πού λει­τουρ­γοῦν μέ­σα σέ αὐ­τό τό πλαί­σιο ὡς «ἀ­δι­ά­βλη­τα», δη­λα­δή ἀ­να­μάρ­τη­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος γιά νά ἐ­πι­βι­ώ­σει πρέ­πει νά φά­ει. Γιά νά προ­στα­τεύ­σει τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­πό τούς φυ­σι­κούς κιν­δύ­νους χρει­ά­ζε­ται κα­τοι­κί­α καί ἐν­δύ­μα­τα. Γιά τήν ἀ­να­πα­ρα­γω­γή τοῦ εἴ­δους του πρέ­πει νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τό γε­νε­τή­σιο ἔν­στι­κτο. Γιά νά κά­νει τίς οἰ­κο­νο­μι­κές του συ­ναλ­λα­γές χρει­ά­ζε­ται χρή­μα­τα. Ὅ­λα αὐ­τά δέν εἶ­ναι ἐκ φύ­σε­ως ἁ­μαρ­τω­λά στό μέ­τρο πού εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ὁ ἄν­θρω­πος συ­νει­δη­τά ἤ ἀ­συ­νεί­δη­τα ὑ­περ­βαί­νει αὐ­τό τό μέ­τρο, εἰ­σά­γει στήν ἔν­νοι­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» τήν πο­νη­ρί­α καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο καί με­τά τά πά­θη του κα­θί­σταν­ται ἁ­μαρ­τω­λά. Ἔ­τσι, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἄν ὁ ἄν­θρω­πος τρώ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­σο χρει­ά­ζε­ται, ἡ πρόσ­λη­ψη τῆς τρο­φῆς παίρ­νει τό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ πά­θους τῆς γα­στρι­μαρ­γί­ας. Ἄν ἐ­πι­θυ­μεῖ νά κα­τέ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα σπί­τια ἤ τρό­φι­μα ἤ ἐν­δύ­μα­τα ἤ χρή­μα­τα ἀ­πό ὅ­σα χρει­ά­ζε­ται, ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α παίρ­νει τό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ πά­θους τῆς ἀ­πλη­στί­ας, τῆς φι­λο­κτη­μο­σύ­νης καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας. Ἄν, τέ­λος, ἀ­πο­κό­πτει τό γε­νε­τή­σιο ἔν­στι­κτο ἀ­πό τό φυ­σι­κό του προ­ο­ρι­σμό, με­τα­τρέ­πον­τας σέ αὐ­το­σκο­πό τήν εὐ­χα­ρί­στη­ση πού προ­σφέ­ρει, ἡ κα­τά πάν­τα φυ­σι­κή αὐ­τή λει­τουρ­γί­α παίρ­νει τό χα­ρα­κτή­ρα φο­βε­ρῶν καί ἀ­πο­τρό­παι­ων πα­θῶν, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α, σε­βό­με­νοι τήν ἱ­ε­ρό­τη­τα τοῦ χώ­ρου, ἀ­να­φέ­ρου­με ἐν­δει­κτι­κά μό­νον αὐ­τά τῆς πορ­νεί­ας καί τῆς μοι­χεί­ας. Θά ἄ­ξι­ζε, ἴ­σως, τόν κό­πο νά ποῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρα γιά τό ζή­τη­μα τῆς χρή­σης τοῦ γε­νε­τη­σί­ου ἐν­στί­κτου καί τή φύ­ση τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ ἔ­ρω­τα. Ὁ χρο­νι­κός, ὅ­μως, πε­ρι­ο­ρι­σμός δέν μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει τήν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ σπου­δαί­ου αὐ­τοῦ ζη­τή­μα­τος, γιά τό ὁ­ποῖ­ο ἐλ­πί­ζου­με ὅ­τι κά­πο­τε θά μι­λή­σου­με.

 

πο­νη­ρί­α, λοι­πόν, τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» εἶ­ναι σέ πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­χώ­ρι­στα ἑ­νω­μέ­νη μέ τήν ἴδια μας τή φύ­ση. Γι᾽ αὐ­τό καί ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ μέ τίς δι­κές του δυ­νά­μεις νά δι­α­κρί­νει τήν πα­ρου­σί­α της στή ζω­ή μας, πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν μπο­ρεῖ νά τήν ὑ­περ­βεῖ ἠ­θι­κά. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­γω­νί­ζε­ται σθε­να­ρά νά τη­ρή­σει τίς ἐν­το­λές τοῦ Χρι­στοῦ καί με­τέ­χει συ­νει­δη­τά στά σω­στι­κά μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἑ­νώ­νε­ται πραγ­μα­τι­κά μέ τό Θε­άν­θρω­πο Χρι­στό καί ἑλ­κύ­ει τήν ἄ­κτι­στη Θεί­α Χά­ρη. Ἡ ἕ­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Χρι­στό, ἡ ἕ­νω­ση τοῦ λο­γι­κοῦ κτί­σμα­τος μέ τή Φυ­σι­κή Ἐ­νέρ­γεια τῆς ἄ­κτι­στης ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ συν­τε­λεῖ­ται «μυ­στι­κῶς» (δη­λα­δή μέ τρό­πο ἀ­φα­νῆ καί ἀ­θέ­α­το, ἄ­γνω­στο καί ἀ­κα­τα­νό­η­το σέ ὅ­σους ἀ­γνο­οῦν τή δύ­να­μη τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς) μέ­σα στό ἔ­σχα­το βά­θος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης, τό ὁ­ποῖ­ο στήν ἀρ­χή τοῦ λό­γου μας ὁ­ρί­σα­με ὡς «ὑποσυνείδητο»«καρ­διά» τοῦ ἀν­θρώ­που. Τό­τε, κα­τά τή μαρ­τυ­ρί­α τῶν Πα­τέ­ρων, ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που λαμ­βά­νει ἀ­πό τό Θε­ό «φω­τι­σμόν γνώ­σε­ως», διά τοῦ ὁ­ποί­ου «πλα­τύ­νε­ται». Προσ­λαμ­βά­νει, δη­λα­δή, ἐ­ναρ­γέ­στε­ρη καί βα­θύ­τε­ρη «γνώ­ση» τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του καί τοῦ κό­σμου, δυ­νά­μει τῆς ὁ­ποί­ας κα­θί­στα­ται ἱ­κα­νός νά δι­α­κρί­νει τήν πα­ρου­σί­α τῆς πο­νη­ρί­ας στήν ἔν­νοι­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος», καί ταυ­τό­χρο­να ἀ­πο­κτᾶ τήν ὀν­το­λο­γι­κή «γνώ­ση» τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς ἀ­λη­θι­νῆς Ζω­ῆς καί Μα­κα­ρι­ό­τη­τας, πού πη­γά­ζουν ἀ­πό τήν ἄ­ναρ­χη ὕ­παρ­ξη τοῦ Θεί­ου Ὄν­τος, δυ­νά­μει τῆς ὁ­ποί­ας μπο­ρεῖ νά ὑ­περ­βεῖ ἠ­θι­κά ὅ­λες τίς μορ­φές τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος».

Α

ὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τή δι­ά­κρι­ση καί ὑ­πέρ­βα­ση τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» μᾶς δί­δα­ξε ὁ Χρι­στός μέ τίς σύν­το­μες, ἀλ­λά ἀ­νυ­πέρ­βλη­τες σέ ἀ­ξί­α, πα­ρα­βο­λές τοῦ «κρυμ­μέ­νου θη­σαυ­ροῦ» καί τοῦ «πο­λύ­τι­μου μαρ­γα­ρί­τη» (Μτθ. 13,44-46). Αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τή δι­ά­κρι­ση καί ὑ­πέρ­βα­ση τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» ἀ­παι­τεῖ ἀ­πό ἐ­μᾶς ὁ Κύ­ριος, ὅ­ταν ζη­τᾶ νά μή σπα­τα­λᾶ­με τό χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας «…με­ρι­μνῶν­τες καί τυρ­βά­ζον­τες πε­ρί πολ­λά…», ἀ­φοῦ στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα «…ἑ­νός ἐ­στι χρεί­α…» (πρβ. Λκ. 10,42). Αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τή δι­ά­κρι­ση καί ὑ­πέρ­βα­ση τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» κα­ταγ­γέλ­λει τό ἀ­ψευ­δές στό­μα τοῦ Θε­αν­θρώ­που, λέ­γον­τας: «…τί γάρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον, ἐ­άν κερ­δή­σῃ τόν κό­σμον ὅ­λον καί ζη­μι­ω­θῇ τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ;…» (Μκ. 8,36). Αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τήν πο­νη­ρί­α τοῦ «δι­και­ώ­μα­τος» δι­έ­κρι­ναν μέ τό θε­ο­φώ­τι­στο νοῦ τους οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί αὐτήν, μι­μού­με­νοι τό ὑ­πό­δειγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀρ­νή­θη­καν ἔμ­πρα­κτα μέ τίς ὑ­πέρ­λο­γες καί ἀ­να­τρε­πτι­κές ἠ­θι­κές τους ἐ­πι­λο­γές.

Κ

αί ἄν σή­με­ρα, ὡς ἀ­ναί­σθη­τοι σέ κά­θε κί­νη­ση τοῦ ἀ­λη­θι­νά Ἀ­γα­θοῦ,  ἀ­δυ­να­τοῦμε νά κα­τα­νο­ή­σουμε τό με­γα­λεῖ­ο τοῦ ἤ­θους τῶν Ἁγίων, οἱ ψυχές μας ἀ­κοῦν κα­θα­ρά μέ τή δύ­να­μη τῆς πί­στης τή φω­νή τοῦ γέ­ρον­τος Ἰω­σήφ τοῦ Ἡ­συ­χα­στῆ, νά λέει ἐξ ὀνόματός τους: «…Ναί, ὤ γλυ­κεί­α Ἀ­γά­πη, Ἰ­η­σοῦς ὁ Σω­τήρ ἡ­μῶν· ὁ Ἔ­ρως καί ἡ Ζω­ή, ἡ Ἐλ­πίς καί ἡ Δύ­να­μις, ἡ Γνῶ­σις καί ἡ Ἀ­λή­θεια, τό Φῶς, τό ὑ­πέρ πᾶν Φῶς, τό ἐξ Ἀ­νάρ­χου Φω­τός τοῦ Πα­τρός καί Γεν­νή­το­ρος, τό φω­τί­ζον νε­φρούς καί καρ­δί­αν, νευ­ράς καί ὀ­στέ­α, νοῦν καί δι­ά­νοι­αν, καί πᾶ­σαν τήν σύ­στα­σιν τοῦ ἡ­με­τέ­ρου σκη­νώ­μα­τος, δι Ἀ­γά­πην Σου ἐ­σταυ­ρώ­θη­μεν καί τά πάν­τα ἐ­βα­στά­σα­μεν….». Ἄς ἐ­πι­τρα­πεῖ, τέ­λος, καί σέ ἐ­μᾶς νά προ­σθέ­σου­με: «…Για­τί, ἄν δέν ὑ­πάρ­χεις Ἐ­σύ, δέν ὑ­πάρ­χει Δι­και­ο­σύ­νη. Ἄν δέν ὑ­πάρ­χεις Ἐ­σύ, δέν ὑ­πάρ­χει Ἀ­γά­πη. Ἄν δέν ὑ­πάρ­χεις Ἐ­σύ, δέν ὑ­πάρ­χει Ἀ­λή­θεια. Ἄν δέν ὑ­πάρ­χεις Ἐ­σύ, δέν ὑ­πάρ­χει Ζω­ή. Ἄν δέν ὑ­πάρ­χεις Ἐ­σύ, δέν μᾶς δό­θη­κε ἀ­λη­θι­νή ὕ­παρ­ξη…».

Ο

ἱ θε­ό­δε­κτες πρε­σβεῖ­ες τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν εἴ­θε νά σκέ­πουν γιά πάν­τα τό γέ­νος τῶν ὀρ­θο­δό­ξων, τήν πα­τρί­δα καί τό λα­ό μας. Ἀ­μήν.

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ.

Θε­ο­λό­γος – Ἐκ­παι­δευ­τι­κός

Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 06/01/2015.

 

Υ.Γ. 

1) Ἡ ὁ­μι­λί­α αὐ­τή ἐκ­φω­νή­θη­κε στό Κα­ρά­του­λα Ἠ­λεί­ας τήν Πα­ρα­σκευ­ή 30/01/2015 κα­τά τήν ἑ­ορ­τή τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν.