paisios11

να κοσμικὸ παιδὶ εἶχε συμπαθήσει μιὰ κοπέλα ποὺ ζοῦσε πνευματικά. Γιὰ νὰ τὸν συμπαθήση καὶ ἡ κοπέλα, προσπαθοῦσε νὰ ζῆ κι αὐτὸς πνευματικά, ἐκκλησιαζόταν κ.λπ. Τελικὰ παντρεύτηκαν. Μετὰ ὅμως ἀπὸ χρόνια ἐκεῖνος ἄρχισε πάλι τὴν κοσμικὴ ζωή. Ἐνῶ εἶχαν καὶ μεγάλα παιδιὰ – ἕνα ἀγόρι στὸ πανεπιστήμιο καὶ δύο κοπέλες, μία στὸ λύκειο καὶ μία στὸ γυμνάσιο – αὐτὸς συνέχιζε νὰ ζῆ ἄσωτα. Εἶχε μιὰ μεγάλη ἐπιχείρηση καὶ ἔβγαζε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ περισσότερα τὰ ξόδευε μὲ τὴν ἄσωτη ζωή του.

Ἡ καημένη ἡ σύζυγός του κρατοῦσε τὸ σπίτι μὲ τὴν οἰκονομία ποὺ ἔκανε καὶ τὰ παιδιά της μὲ τὶς συμβουλές της. Δὲν κατηγοροῦσε τὸν πατέρα τους, γιὰ νὰ μὴν τὸν σιχαθοῦν καὶ τραυματισθοῦν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν. Τὰ βράδια ποὺ γύριζε ἀργά, εὔκολα τὸν δικαιολογοῦσε, λέγοντας στὰ παιδιὰ ὅτι ἔχει δουλειές, ἀλλὰ τὸ μεσημέρι ποὺ πήγαινε στὸ σπίτι μὲ κάποια φιλενάδα του, τί νὰ ἔλεγε; Γιατί, τί ἔκανε ὁ ἀθεόφοβος αὐτὸς ἄνθρωπος; – ἂν καὶ δὲν ἀξίζει νὰ τὸν λέη κανεὶς ἄνθρωπο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε καθόλου ἀνθρωπιά. Τηλεφωνοῦσε στὴν γυναίκα του νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὰ φαγητὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσε καὶ ἐρχόταν τὸ μεσημέρι μὲ κάποια ἀπὸ τὶς φιλενάδες του γιὰ φαγητό.

Ἡ καημένη ἡ μάνα, γιὰ νὰ μὴν μποῦν σὲ ἄσχημους λογισμοὺς τὰ παιδιά της, τοὺς καλοδεχόταν. Ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι δική της φίλη καὶ πέρασε ὁ σύζυγός της ἀπὸ τὸ σπίτι της καὶ τὴν ἔφερε στὸ σπίτι τους μὲ τὸ αὐτοκίνητό του. Ἔστελνε μὲ τρόπο τὰ παιδιὰ στὰ δωμάτιά τους, γιὰ νὰ διαβάσουν, γιατὶ φοβόταν μήπως δοῦν καμμιὰ ἄσχημη σκηνή, ἐπειδὴ δυστυχῶς αὐτὸς δὲν πρόσεχε, ἀλλὰ ἀσχημονοῦσε καὶ μέσα στὸ σπίτι. Αὐτὸ γινόταν κάθε μεσημέρι καὶ κάθε τόσο τῆς κουβαλοῦσε καὶ ἄλλο πρόσωπο. Ἀφοῦ τὰ παιδιὰ ἔφθασαν νὰ λένε στὴν μητέρα τους: «Πόσες φίλες ἔχεις, μαμά;». «Γνωριζόμασταν ἀπὸ παλιά», τοὺς ἔλεγε ἐκείνη.

Ἐν τῷ μεταξὺ αὐτὸς τὴν εἶχε τὴν καημένη χειρότερα καὶ ἀπὸ ὑπηρέτρια, διότι τῆς φερόταν μὲ πολλὴ βαρβαρότητα. Σκεφθῆτε τώρα, αὐτὴ ἡ μάνα κάθε μέρα νὰ ὑπηρετῆ δύο κτήνη, ποὺ ἀτίμαζαν τὸ σπίτι, καὶ νὰ βάζη συνέχεια καλοὺς λογισμοὺς στὰ παιδιά της. Καὶ δὲν εἶναι ὅτι ἤξερε πὼς τὸ θέμα αὐτὸ θὰ λήξη ἔπειτα ἀπὸ ἕνα διάστημα, ὥστε νὰ πῆ: «θὰ κάνω ὑπομονὴ» καὶ νὰ ἔχη καὶ λίγη παρηγοριά. Αὐτὴ ἡ κατάσταση συνεχίστηκε ἀρκετὰ χρόνια.

Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε δώσει ὁ ταλαίπωρος πολλὰ δικαιώματα στὸν διάβολο, ἑπόμενο ἦταν νὰ δέχεται φοβερὲς δαιμονικὲς ἐπιδράσεις. Ἦταν σὰν τρελλός, δὲν ἤλεγχε τὸν ἑαυτό του, ὅλα τοῦ ἔφταιγαν. Μιὰ μέρα λοιπόν, ὅπως ἔτρεχε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του, καθὼς ἦταν μεθυσμένος ἀπὸ τὴν σαρκικὴ μέθη, ξέφυγε ἀπὸ τὸν δρόμο καὶ ἔπεσε σὲ ἕναν γκρεμό. Τὸ αὐτοκίνητο διαλύθηκε καὶ αὐτὸς τραυματίστηκε σοβαρά. Τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο καὶ ὕστερα ἀπὸ μιὰ σχετικὴ νοσηλεία τὸν πῆγαν στὸ σπίτι σακατεμένο. Καμμιὰ φιλενάδα του δὲν τὸν πλησίασε, γιατὶ δὲν εἶχε πιὰ οὔτε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν παραμορφωμένο.

Ἡ καλὴ σύζυγος ὅμως καὶ καλὴ μάνα τὸν περιποιόταν μὲ πολλὴ καλωσύνη, χωρὶς νὰ τοῦ θυμίζη τίποτε ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή του. Αὐτὸ πολὺ τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἀλλοίωσε πνευματικά. Μετανόησε εἰλικρινά, ζήτησε καὶ ἐξομολογήθηκε, ἔζησε λίγα χρόνια χριστιανικά, μὲ ἐσωτερικὴ εἰρήνη, καὶ ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ. Μετὰ τὸν θάνατό του τὸ ἀγόρι ἀνέλαβε τὴν δουλειά του καὶ συντηροῦσε τὴν οἰκογένεια. Ζοῦσαν ἀγαπημένα τὰ παιδιά, γιατὶ εἶχαν πάρει καλὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὴν καλὴ μάνα.

Αὐτὴ ἡ μάνα ἦταν ἡρωίδα. Ἤπιε ὅλα τὰ φαρμάκια, γιὰ νὰ μὴ διαλυθῆ ἡ οἰκογένειά της καὶ πικραθοῦν τὰ παιδιά της, κράτησε τὴν οἰκογένεια σωστά, ἔσωσε καὶ τὸν ἄνδρα της, ἀποταμίευσε καὶ αὐτὴ οὐράνιο μισθό. Ὁ Θεὸς αὐτὴν τὴν γυναίκα θὰ τὴν βάλη στὴν καλύτερη θέση στὸν Παράδεισο.

 

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»

 

 

 

 

paisios 2

Μια φορά ήρθε στο Καλύβι κάποιος Ελληνοαμερικανός γιατρός.  Είδα το πρόσωπό του που ήταν φωτεινό, γι’ αυτό με τρόπο τον ρώτησα για την ζωή του. «Πάτερ, μου είπε, είμαι Ορθόδοξος, αλλά μέχρι τελευταία ούτε νηστείες κρατούσα ούτε στην εκκλησία πήγαινα συχνά. Ένα βράδυ είχα γονατίσει στο δωμάτιό μου να παρακαλέσω τον Θεό για ένα θέμα που με απασχολούσε, οπότε γέμισε το δωμάτιο με ένα γλυκό φως. Για αρκετή ώρα δεν έβλεπα τίποτε άλλο παρά μόνο φως και ένιωθα μια ανέκφραστη ειρήνη μέσα μου». 

κοιμησις θεοτοκου

 Η «ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ»

ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

ΚΑΙ Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΥΣΗΣ  ΟΜΩΝΥΜΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

 

   Σε παλαιότερο άρθρο1μας για την «Κοίμησιν της Θεοτό­κου», είχαμε γράψει ότι οι παπικοί την 1ηΝοεμβρίου τού 1950 ανεκήρυξαν σε δόγμα την Ανάληψη της Παναγίας μας, δηλαδή τη διδασκαλίαν ότι η Θεο­τόκος, επειδή - όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι - συνελήφθη υπό της μητρός της ασπίλως και επειδή, χωρίς να δεχθούμεν ότι οπωσδήποτε απέθανεν, ηρπάγη κατά κάποιον θαύμα- στον τρόπον εκ της γης, ευρίσκεται εις τον ουρανόν με ενδοξασμένην την ψυχήν και το σώμα της. 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΠΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Γ'
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ

 

     Όποιος δεν έχει νιώσει την ανώτερη χαρά, την παραδεισένια, δεν έχει δηλαδή πνευματικές εμπειρίες, εύκολα μπορεί να πλανηθή, αν δεν προσέξη. Ο διάβολος είναι πονηρός. Ερεθίζει λίγο την καρδιά του ανθρώπου και τον κάνει να αισθάνεται μια ευχαρίστηση, οπότε τον πλανάει, δίνοντάς του την εντύπωση ότι η ευχαρίστηση αυτή είναι πνευματική, θεία. Κλέβει την καρδιά και νομίζει ο άνθρωπος πως πάει καλά. «Δεν ένιωσα, ταραχή», λέει. Ναι, αλλά αυτό που ένιωσες δεν είναι η πραγματική, η πνευματική χαρά. Η πνευματική χαρά είναι κάτι το ουράνιο.

atilas


Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα Ηπειρωτικόν Μέλλον

(Ιούλιος 1999) το ακόλουθο απόσπασμα:

Ήταν το καλοκαίρι του 1974.
 

Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο. Και σκορπούν το θάνατο. Στην Μόρφου συμβαίνει ένα συνταρακτικό γεγονός. Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν 15 χριστιανούς. Τους φέρνουν στην αυλή του σπιτιού ενός Ελληνοκυπρίου δασκάλου. Και τους καταδικάζουν σε θάνατο. Ετοιμάζουν τα όπλα. Και στρέφουν τους αιχμαλώτους (άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά) στον τοίχο. Θρήνος, κλαυθμός, οδυρμός. Τραγικές στιγμές για τους μελλοθανάτους. Περιμένουν μέσα σε κλίμα φόβου και αγωνίας τον Τούρκο αξιωματικό να έλθει και να διατάξει «πυρ».

Στρέφουν τότε το νου τους και την καρδιά τους στην Ελπίδα των Απελπισμένων. Και προσεύχονται όλοι τους θερμά για το τελευταίο τους ταξίδι και ιδιαίτερα ο δάσκαλος: «Θεέ μου, συγχώρεσέ μας και δέξου μας κοντά Σου. Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου». Ο Τούρκος αξιωματικός έρχεται. Κοιτάζει τους στρατιώτες του με τα όπλα, κοιτάζει βλοσυρός και τους μελλοθάνατους. Ρίχνει μια ματιά προς τα πάνω. Μια κληματαριά απλώνεται και σκεπάζει την αυλή. Ζητάει ένα τσαμπί σταφύλι, για να παρατείνει έτσι σκόπιμα την αγωνία των αιχμαλώτων. Παίρνει το τσαμπί. Μα, ενώ ετοιμάζεται να το φάει, ακούγεται δυνατή η φωνή του δασκάλου:

Μην το φας! Προχτές το ράντισα με φάρμακο. Είναι ισχυρό δηλητήριο! Θα πεθάνεις!

Ο αξιωματικός μένει άναυδος. Και γεμάτος κατάπληξη ρωτάει:

Καλά, αφού ξέρεις, ότι σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν, γιατί δεν με άφησες να το φάω και έτσι να με εκδικηθείς;

Του απάντησε ο δάσκαλος, με ειρήνη και γαλήνη:

Είμαι χριστιανός. Και τώρα που πρόκειται να φύγω από τον κόσμο αυτό και να παρουσιασθώ ενώπιον του Θεού, δεν θα ήθελα να βαρύνω την ψυχή μου με μια αμαρτία τόσο βαρειά.

Ο Τούρκος αξιωματικός συγκλονίζεται, για μια ακόμα φορά. Στρέφεται και λέει στους στρατιώτες του:
Αν έβρισκα έναν τέτοιο Τούρκο, θα έδινα και τη ζωή μου ακόμα! Μαζέψτε τα όπλα και αφήστε τους ελεύθερους όλους!

Χρειάζονται σχόλια; Η δύναμη της χριστιανικής αγάπης, είναι ισχυρότερη από τα όπλα. Τα νικάει όλα.


Αρχιμ. Γρηγόριος Λίχας Ι. Μ. Προφήτου Ηλίου Πρεβέζης.


Περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2005, ΤΕΥΧΟΣ 40